«Θα το κάψουμε απόψε, κυρ-Στέφανε!»

–του Γιώργου Θεοχάρη–

Η αντιγραφή είναι κοινός τόπος στις ανθρώπινες δραστηριότητες, συνεπώς και στις καλές τέχνες. Δεν θα ισχυριστώ ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη· υπάρχει. Είναι όμως τόσο σπάνια που οι εμφανίσεις της χάνονται στην αχλή του μύθου.

Αντιγράφουμε, λοιπόν. Αδιαλείπτως και κατά κόρον. Αυτό δεν είναι εξ ορισμού κακό. Η αντιγραφή είναι μια θεμιτή πρακτική: αντιγράφουμε για να μάθουμε, αντιγράφουμε για να βελτιώσουμε, αντιγράφουμε για να προχωρήσουμε. Το θέμα, συνεπώς δεν είναι γιατί αλλά πώς αντιγράφουμε. Ο Πικάσο έλεγε: «οι κακοί καλλιτέχνες αντιγράφουν, οι καλοί κλέβουν»· και ο Μάνος Χατζιδάκις συμφωνούσε: «οι ατάλαντοι μιμούνται, οι ταλαντούχοι κλέβουν». Με αυτούς τους αφορισμούς, oι δύο μεγάλοι καλλιτέχνες δεν ήθελαν να νομιμοποιήσουν τους «κλέφτες», αλλά να καταδείξουν τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ στείρας μίμησης και δημιουργικής συνέχειας.

Όπως σε κάθε μορφή τέχνης, έτσι και στον κινηματογράφο, τα παραδείγματα αντιγραφής είναι απειράριθμα. Στην καλύτερη περίπτωση αποκαλούνται «επιρροές»· στη χειρότερη, «συνταγή» (και στη χείριστη, «κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας»). Υπάρχουν όμως και κάποιες –λίγες– περιπτώσεις αντιγραφών που δεν εμπίπτουν σε κανένα από τα γνωστά πρότυπα. Μία τέτοια περίπτωση, από τον χώρο του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου (ΠΕΚ), αποτελεί το θέμα του παρόντος.

Τα δάνεια στον ΠΕΚ είναι τόσο πολλά και οι διαδρομές τους τόσο περίπλοκες ώστε μία, κατά το δυνατόν, εξαντλητική αναφορά σε αυτά θα αποτελούσε ερευνητικό άθλο. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν βλέπω κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέραν του ιστορικού, σε μία τέτοια τιτάνια προσπάθεια. Εδώ θα πραγματευτώ μία και μόνη περίπτωση «δανεισμού», την οποία θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω.

Υπάρχουν δύο ταινίες στις οποίες περιλαμβάνονται δύο σκηνές που είναι σχεδόν πανομοιότυπες. Οι ταινίες αυτές είναι Το τεμπελόσκυλο (1963) και Η μοντέρνα Σταχτοπούτα (1965). Στις δύο σκηνές που μοιάζουν μεταξύ τους, ένας εκ των πρωταγωνιστών τηλεφωνεί σε ένα μπακάλικο και δίνει μια παραγγελία για τρόφιμα. Ας δούμε, καταρχάς, τις ταινίες.

l08pO4T

Το τεμπελόσκυλο

Παραγωγή: Σάββας Φιλμ. Σενάριο: Στέφανος Φωτιάδης (από το θεατρικό έργο του ίδιου «Τεμπέλης με καριέρα»). Σκηνοθεσία: Φωτιάδης & Γιώργος Πετρίδης. Ηθοποιοί: Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Μαίρη Χρονοπούλου, Δέσπω Διαμαντίδου, Αλέκος Λειβαδίτης, Βασίλης Αυλωνίτης, Νίκη Λινάρδου, Νίκος Βασταρδής, Λαυρέντης Διανέλλος, Τάκης Φιλίππου κ.ά.

Προβλήθηκε το 1963-1964 και έκανε 233.360 εισιτήρια (15η ανάμεσα στις 92 ταινίες της χρονιάς).

To-Tempeloskylo-1963-ellhnikew-tainiew-240x173

Η υπόθεση: Ο Πολύδωρος Κλάπας (Παπαμιχαήλ) είναι τεμπέλης ολκής. Κάποια στιγμή, ο αδερφός του, ο Ορέστης (Βασταρδής), ο οποίος σηκώνει όλα τα οικογενειακά βάρη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να παντρευτεί την αρραβωνιαστικιά του, τη Ρένα (Λινάρδου), του βρίσκει δουλειά, με τα χίλια ζόρια, στην αρωματοποιία όπου εργάζεται και ο ίδιος ως λογιστής. Μετά από διάφορες περιπέτειες, ο Πολύδωρος, ο οποίος αποδεικνύεται εξαιρετικός εισπράκτορας για την εταιρεία, και η διευθύντριά του, η Μπούμπη Πελεκάνου (Χρονοπούλου), ερωτεύονται αλλήλους, αρραβωνιάζονται, ο Πολύδωρος γίνεται διευθυντής του εργοστασίου, και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Η ταινία βλέπεται ευχάριστα. Πρόκειται για μία φτηνή παραγωγή, κινηματογραφικά αδιάφορη, πού έχει μερικές καλές ατάκες. Έχει και κάποια πλάνα από ποδοσφαιρικό αγώνα (νομίζω στη Λεωφόρο, Παναθηναϊκός-ΑΕΚ). Έχει και μία ενδιαφέρουσα σινεφίλ σεκάνς (παρωδία μονομαχίας σε γουέστερν). Από ηθοποιούς, έχει σε δεύτερους ρόλους τους Αυλωνίτη και Λειβαδίτη· ο πρώτος βαριέται εμφανώς (λέγεται ότι έπαιζε αδιακρίτως όπου του προτεινόταν για να ταΐζει τα αλογάκια στον ιππόδρομο) και ο δεύτερος (ο οποίος ατύχησε στον κινηματογράφο γιατί, κυνηγημένος μια ζωή για τα «κοινωνικά» του φρονήματα, αναγκάστηκε να παίξει σε ελάχιστες και ασήμαντες ταινίες) διεκπεραιώνει τον ρόλο του με την αναγνωρίσιμη (και άκρως επιτυχημένη στο θέατρο) μανιέρα του. Ακόμα κι έτσι όμως, καταφέρνουν και ξεχωρίζουν γιατί απλούστατα ήταν σπουδαίοι ηθοποιοί, ο καθένας με τον τρόπο του. Η Χρονοπούλου μοιάζει αμήχανη, δεν μπορεί να υποστηρίξει τον ρόλο της. Αντιθέτως, ο Παπαμιχαήλ, παρά τις υπερβολές στην ερμηνεία του, είναι περιέργως συμπαθής (κι αυτό μολονότι ο χαρακτήρας που υποδύεται είναι, στον πυρήνα του, αρνητικός). Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον μικρό Τάκη Φιλίππου (έναν εξαιρετικά φυσικό πιτσιρικά), ο οποίος, αν και έχει ελάχιστες ατάκες, κλέβει την παράσταση.

Στους τίτλους, ως σκηνοθέτης αναφέρεται ο Φωτιάδης και στον Πετρίδη αποδίδεται η «σκηνοθετική επιμέλεια». Αυτό σημαίνει ότι ο πρώτος δίδαξε τους ηθοποιούς και ο δεύτερος πήρε όλες τις κινηματογραφικές αποφάσεις. Το αποτέλεσμα δεν είναι απαράδεκτο. Με δεδομένα τα μέσα της μικρής εταιρείας παραγωγής, οι άνθρωποι έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν: η μετριότητα ήταν το ταβάνι τους· μέχρι εκεί μπορούσαν – υπό αυτή την έννοια, τα κατάφεραν.

Το ηθικό επιμύθιο της ταινίας είναι προβληματικό: ο τεμπέλης, που δεν έχει βγάλει ούτε το γυμνάσιο (δεν πρόλαβε γιατί «τον πήραν φαντάρο»), γίνεται εργοστασιάρχης, έχοντας δουλέψει μόλις δύο μέρες στη ζωή του. Ο νοστιμούλης τεμπελχανάς παίρνει και το κορίτσι και το εργοστάσιο με συνοπτικές διαδικασίες: όνειρο ζωής! Αυτό δεν το λες και υπόδειγμα της «προτεσταντικής ηθικής της εργασίας».

images

Μοντέρνα Σταχτοπούτα

Παραγωγή: Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης. Σενάριο & σκηνοθεσία: Αλέκος Σακελλάριος. Ηθοποιοί: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Σταύρος Ξενίδης, Άρης Μαλλιαγρός, Χρήστος Πάρλας κ.ά.

Προβλήθηκε το 1964-1965 και έκανε 446.691 εισιτήρια (5η ανάμεσα στις 93 ταινίες της χρονιάς).

hqdefault

Η υπόθεση: Η Κατερίνα Πιερή (Βουγιουκλάκη), μία νεαρή με δυσβάστακτα οικογενειακά βάρη και σε άθλια οικονομική κατάσταση, κάνει τα αδύνατα δυνατά και προσλαμβάνεται σε μια μεγάλη εταιρεία ως ιδιαιτέρα του διευθυντή Αλέξη Βαρνέζη (Παπαμιχαήλ). Φυσικά, αποδεικνύεται διαόλου κάλτσα στη δουλειά της. Φυσικότερα, την ερωτεύονται οι πάντες, αλλά την κερδίζει ο Αλέξης, και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Φυσικότατα.

Αυτή η ταινία είναι σαφώς γνωστότερη από την προηγούμενη, οπότε δεν χρειάζεται να πω πολλά. Είναι η πρώτη ταινία της Βουγιουκλάκη στο τετραετές διάλειμμά της (1965-1969) από τη Φίνος Φιλμς. Δεδομένου ότι η προβολή της συνέπεσε με τον γάμο τους (1965), έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στο χτίσιμο του μύθου του πρώην εθνικού μας ζεύγους. Συγκριτικά με το τι γυριζόταν εκείνες τις μέρες, πρόκειται για υπερπαραγωγή – μέχρι εξωτερικά γυρίσματα στη Ρώμη έχει. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι από τις καλύτερες στιγμές του Σακελλάριου, τόσο σεναριακά όσο και σκηνοθετικά. Δεν φταίει (εντελώς) ο ίδιος γι’ αυτό: δεν ήταν εύκολο να κάνεις σοβαρή δουλειά στην υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητος.

Ας δούμε τώρα τις επίμαχες σκηνές:

Το τεμπελόσκυλο (48΄08΄΄-50΄08΄΄)

Πολύδωρος Κλάπας (Παπαμιχαήλ): Ένα μισθό! Ουουου! [Τηλεφωνεί.] Παντοπωλείον η Αφθονία; Κυρ-Γιάννη, εσύ; Εδώ Πολύδωρος. Τι ποιος Πολύδωρος, μωρέ; Ο Πολύδωρος που ’ναι στα πόδια γρήγορος. Άκου, κυρ-Γιάννη. Θέλω να στείλεις στο σπίτι μερικά πράγματα.

Κυρ-Γιάννης: Δηλαδή, τι πράγματα; [Μπαίνει στο μπακάλικο ο πατέρας Κλάπας.] Να, πάρε τον πατέρα να τα πεις.

Πατέρας Κλάπας (Διανέλλος): Γεια σου, κυρ-Γιάννη.

Κυρ-Γιάννης: Μίλα με το γιο σου.

Πατέρας: [Παίρνει το ακουστικό.] Μπρος! Μπρος!… Μα τι διάλο, χάλασε, κυρ-Γιάννη;… Άει στο διάλο!… Εσύ είσαι, Πολύδωρε;… Ήρθα να πάρω λίγη ρετσίνα.

Πολύδωρος: Να μην πάρεις λίγη ρετσίνα, πατέρα. Να πάρεις πολλή ρετσίνα. Ακούς; Πολλή!

Πατέρας: Δέκα κιλά φτάνουνε;… Μωρέ, άσε να πάρω δέκα κιλά, κρασάκι του Θεού είναι αυτό, είδος πρώτης ανάγκης… Λέγε, σ’ ακούω… Θρόφιμα; Εντάξει. Θα πάρω μουρταδέλα, κασέρι, σαρδέλες του κουτιού, αυγά, ελιές… Δε μου λες, ρε Πολύδωρε, να πάρω κι ένα αυγοτάραχο; Δεν έχω φάει ποτέ στη ζωή μου… Να πάρω; Εντάξει!… Δε μου λες, ρε Πολύδωρε, να πάρω λίγο ζαμπόν; Ούτε κι απ’ αυτό έχω φάει… Να πάρω; Εντάξει, θα πάρω και ζαμπόν… Άκου, Πολύδωρε. Θα πάρω κι ένα κουτί καβούρια… Δε μου λες, ρε Πολύδωρε. Ποιος τα πληρώνει όλ’ αυτά;

Πολύδωρος: Εγώ πληρώνω, πατέρα, εγώ. Σήμερα θα εισπράξω ένα μισθό προκαταβολή. Τρία χιλιάρικα. Με καταλαβαίνεις; Τρία καφετιά χιλιάρικα! Και, πού ’σαι, πατέρα, να περάσεις κι από το χασάπη και να πάρεις κάνα-δυο κιλά κιμά και να πεις της –πού ’σαι, πατέρα;– να πεις της μητέρας να φτιάξει σουτζουκάκια. Σουτζουκάκια!

Πατέρας: Σουτζουκάκια; Ω, ρε, τι έχει να γίνει! Άκου, Πολύδωρε. Τώρα δα που ερχόμουν είδα στο ψαράδικο ένα γαλέο, μα τι γαλέο, μούρλια! Να πάρω κάνα-δυο κιλά να φτιάξουμε και σκορδαλιά;

Πολύδωρος: Πάρε και γαλέο, πάρε και σκυλόψαρο, πάρε κι ό,τι άλλο σου γουστάρει. Γιατί απόψε θα καεί το πελεκούδι.

Μοντέρνα Σταχτοπούτα (36΄30΄΄-38΄30΄΄)

Κατερίνα Πιερή (Βουγιουκλάκη): [Τηλεφωνεί.] Ναι. Παρακαλώ, παντοπωλείον η Αφθονία; Α! Εσύ είσαι, κυρ-Στέφανε; Γεια σου, Κατερίνα εδώ. Άκου, κυρ-Στέφανε. Να στείλεις σπίτι– Τι; Ναι, καλά, ξέρω, ενενήντα έξι και πενήντα, ε; Καλά, κυρ-Στέφανε, θα σε πληρώσω το Σάββατο, ναι. Ε, καλά τώρα, κυρ-Στέφανε, παιδιά είμαστε; Ναι. Λοιπόν, άκουσε. Να στείλεις σπίτι ένα κιλό μακαρόνια, από κείνα τα –ξέρεις– εκείνα τα ωραία, θυμάσαι που είχαμε πάρει πέρσι τα Χριστούγεννα, που τα ’χα κάνει με κιμά. Ναι, πάλι με κιμά θα τα κάνω, ναι, κυρ-Στέφανε. Λοιπόν, ένα κιλό μακαρόνια, δύο κιλά ζάχαρη, δύο κιλά αλεύρι, μισό κιλό καφέ, απ’ τον καλό –ε, κυρ-Στέφανε;– απ’ τον καλό, ένα κουτί μαρμελάδα. Πόσο πάει το κουτί; Πόσο το κουτί;… Όχι, είναι ακριβό. Χύμα δεν έχεις, χύμα;

Αλέξης Βαρνέζης (Παπαμιχαήλ): [Έχει μπει στο γραφείο στο γραφείο και πλησιάζει την Κατερίνα από πίσω.] Κουτί να παραγγείλεις. Θα πάρεις τώρα μια προκαταβολή απ’ το μισθό σου.

Κατερίνα: Κουτί, ακούς, κυρ-Στέφανε; Κουτί! Ναι, βερίκοκο. Βάλε και λιγουλάκι ζαμπόν.

Αλέξης: Ο μισθός σου θα είναι πέντε χιλιάδες το μήνα.

Κατερίνα: Δύο κουτιά, κυρ-Στέφανε, ναι, δύο κουτιά μαρμελάδα και μπόλικο ζαμπόν. Βάλε εκατόν πενήντα γραμμάρια, διακόσια. Και άκου, κυρ-Στέφανε, βάλε και τρεις σοκολατίτσες για τα παιδιά, από κείνες τις φτηνές, ξέρεις.

Αλέξης: Ο μισθός σου, δηλαδή, με τις υπερωρίες μπορεί να φτάνει τις εφτά ή και τις οχτώ χιλιάδες.

Κατερίνα: Άκου, κυρ-Στέφανε. Βάλε έξι σοκολάτες, από δύο για το καθένα, ναι, εκείνες του γάλακτος. Και έξι κουτιά γάλα. Και βάλε και τρία μπουκάλια κρασί και έξι μπουκάλια μπίρα. Ναι, κυρ-Στέφανε. Μόλις διορίστηκα. Σε μια σπουδαία θέση, μια πάρα πολύ σπουδαία θέση. Ναι, βάλε μπόλικο κρασί. Και οχτώ μπουκάλια μπίρα. Θα το κάψουμε απόψε, κυρ-Στέφανε. Ναι, θα το κάψουμε!

Δύο ταινίες σχεδόν σύγχρονες με δύο σκηνές σχεδόν πανομοιότυπες: περίεργο δεν είναι; Υπάρχουν διαφορές, ασφαλώς. Κατά πρώτον, καθαρά κινηματογραφικές. Στην πρώτη ταινία, η σκηνή έχει παράλληλο μοντάζ: γραφείο (στούντιο) – μπακάλικο (φυσικός χώρος). Στο μπακάλικο, μάλιστα, βλέπουμε και πλάνα από τα ράφια και τα ψυγεία, συν τον συμπαθέστατο Διανέλλο (με την νταμιτζάνα αγκαλιά). Στη δεύτερη, έχουμε μόνο το ζεύγος (με τα κοντινά της Αλίκης να σκεπάζουν, φυσικά, τα πάντα). Αυτό σημαίνει ότι στην πρώτη, αν και η παραγωγή είναι σαφώς φτηνότερη, οι σκηνοθέτες έχουν κάνει καλύτερα τη δουλειά τους. Και είναι απορίας άξιο, γιατί ο Σακελλάριος ήταν αναμφίβολα καλύτερος σκηνοθέτης (και σεναριογράφος) από τους Φωτιάδη & Πετρίδη. Η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί στην παρουσία της Βουγιουκλάκη. Ο Σακελλάριος ήταν αναγκασμένος να εστιάσει τη σκηνή (όλες τις σκηνές!) πάνω της, οπότε δεν υπήρχε χώρος για κανέναν άλλο. Η Βουγιουκλάκη ήταν στη φάση εκείνη της καριέρας της που επέβαλε τους δικούς της (σκληρούς) όρους. (Σαν να την ακούω: «Κύριε Αλέκο, εδώ θέλω ένα κοντινό και, μετά το γενικό του Δημήτρη, σε πρώτο πλάνο εγώ, κι ένα ακόμα πιο κοντινό, έτσι;»)

modern cinderella

Επίσης, υπάρχουν ενδιαφέρουσες σεναριακές διαφορές: στην πρώτη, ο μισθός του εισπράκτορα (και πλασιέ) είναι 3.000 δραχμές, στη δεύτερη ο μισθός της ιδιαιτέρας είναι 5.000. Βέβαια, έχουν περάσει δύο χρόνια, αλλά και πάλι. Χώρια που οι γυναίκες αμείβονταν, ακόμα και για την ίδια δουλειά, πολύ λιγότερο από τους άντρες, ανεξαρτήτως προσόντων. (Όπως και τώρα, δηλαδή, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν – αυτό δεν άλλαξε.)  Ίσως ως εργοδότης ο Βαρνέζης να ήταν πολύ λαρτζ – είναι κι αυτή μια εξήγηση.

Ένα άλλο σημείο που έχει την πλάκα του είναι οι γαστριμαργικές διαφορές στις παραγγελίες. Εντελώς λαϊκές και αλλοπρόσαλλες οι επιλογές στην πρώτη, πιο εκλεπτυσμένες στη δεύτερη. Και πάλι ο Φωτιάδης τα καταφέρνει καλύτερα (αν και φοβάμαι ότι ο συνδυασμός σουτζουκάκια –γαλέος με σκορδαλιά είναι θανατηφόρος).

Παρά τις επιμέρους διαφορές, οι ομοιότητες είναι εντυπωσιακές. Ο Σακελλάριος εμφανίζεται να αντιγράφει κατάφορα τον Φωτιάδη. Είναι κάτι τέτοιο λογικό; Σε ταινίες σχεδόν σύγχρονες που τις είδαν εκατοντάδες χιλιάδες θεατές (και τις δύο πάνω-κάτω οι ίδιοι, κατά πάσα πιθανότητα); Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Τι είχε να ζηλέψει ο Σακελλάριος από τον Φωτιάδη;

Εκ των πραγμάτων, η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί σε αυτούς τους δύο. Για τον Αλέκο Σακελλάριο (1913-1991) δεν θα πω τίποτα εδώ, είναι γνωστός σε όλους. Αντιθέτως, αξίζουν δυο λόγια για τον σχετικά άγνωστο Στέφανο Φωτιάδη (1913-1975).

Photiadis

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε ηθοποιός στη Σχολή Θεάτρου του Σωκράτη Καραντινού. Έπαιξε στο θέατρο και σε ελάχιστες ταινίες [(Ο κόκκινος βράχος (1948) και Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα (1958)], αλλά από νωρίς στράφηκε στη συγγραφή θεατρικών έργων και στη μετάφραση έργων από τα γαλλικά. Πολλά από τα θεατρικά του μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη, σε διασκευή δική του ή άλλων. Υπογράφει το σενάριο έντεκα ταινιών [με πιο γνωστή ίσως το Έξω οι κλέφτες(1961)], σε τρεις από τις οποίες [Το τεμπελόσκυλο (που λέγαμε), Τρελλοί πολυτελείας (1963) και Αχ! και να ’μουν άντρας (1966)] έχει κάνει και τη σκηνοθεσία (τη διδασκαλία των ρόλων, δηλαδή· δεν ήταν κινηματογραφιστής). Πρόλαβε να δουλέψει λίγο και στην τηλεόραση [σεναριογράφος της σειράς «Πάτερ Φαμίλιας» (1972)].

Συνοψίζω: Ο Στέφανος Φωτιάδης υπήρξε ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, σκηνοθέτης. Κατά γενική ομολογία, συμπαθής αλλά μέτριος σε ό,τι κι αν καταπιάστηκε. (Γενικώς τον θεωρούσαν εξελίξιμο –τουλάχιστον ως θεατρικό συγγραφέα–, αλλά τελικά δεν επαλήθευσε τις προβλέψεις των αισιόδοξων).

Έχουμε, λοιπόν, από τη μία τον μέτριο Φωτιάδη, και από την άλλη τον Σακελλάριο, ο οποίος για περίπου τέσσερις δεκαετίες ήταν (δικαίως) πρώτο όνομα στο θέατρο, τον κινηματογράφο, τη δημοσιογραφία και τη στιχουργική. Τι ανάγκη είχε ο δεύτερος να «κλέψει» τον πρώτο, και μάλιστα τόσο εξόφθαλμα; Καμία! Τότε;

Υποψιάζομαι ότι η όλη ιστορία είναι ένα εσωτερικό αστείο του ΠΕΚ. Ο Σακελλάριος γράφει μια σκηνή που παραπέμπει στον Φωτιάδη, ίσως για να τον πειράξει ή ακόμα και για να τον τιμήσει. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, είναι αδύνατον να πρόκειται για σύμπτωση. Καταρχάς, ο Παπαμιχαήλ έπαιζε και στις δύο ταινίες, άρα είναι μάλλον απίθανο να μην είχε προσέξει (και επισημάνει) την ομοιότητα των δύο σκηνών. Έπειτα, η Λινάρδου, σύζυγος του Σακελλάριου εκείνη την εποχή, επίσης έπαιζε στην πρώτη· συνεπώς, κατά πάσα πιθανότητα, ο Σακελλάριος είχε δει το Τεμπελόσκυλο.

Τέλος, υπάρχουν κάποια στοιχεία που ενισχύουν την υπόθεσή μου. Κατά πρώτον, το παντοπωλείο και στις δύο περιπτώσεις ονομάζεται «Αφθονία». Κι αν αυτή είναι σύμπτωση (γιατί η αλήθεια είναι ότι πολλά παντοπωλεία της εποχής ονομάζονταν έτσι), υπάρχουν κι άλλα.  Οι επίμαχες σκηνές έχουν ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο, ακριβώς την ίδια δραματουργική υπόσταση (μέχρι και ακριβώς την ίδια χρονική διάρκεια: 2 λεπτά) και  τελειώνουν με ακριβώς τον ίδιο τρόπο: «απόψε θα καεί το πελεκούδι» η πρώτη, «θα το κάψουμε απόψε» η δεύτερη (και μετά ακολουθεί τσιμπούσι και στις δύο ταινίες). Συμπτώσεις κι αυτές; Ίσως (αλλά δύσκολα, γιατί σαν πολλές μαζεύονται). Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμα που δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι σύμπτωση. Ο Σακελλάριος ονομάζει τον μπακάλη στο δικό του σενάριο «κυρ-Στέφανο» (λες και φοβόταν ότι αλλιώς δεν θα το έπιανε το υπονοούμενο ο Στέφανος Φωτιάδης). Για κάποιον που δεν πιστεύει στις απανωτές συμπτώσεις (όπως εγώ), δεν χρειάζονται παραπάνω στοιχεία: ο Σακελλάριος της Μοντέρνας Σταχτοπούτας, για κάποιον λόγο που δεν γνωρίζω (αλλά μπορώ εύκολα να φανταστώ), κλείνει το μάτι στον Φωτιάδη του Τεμπελόσκυλου.

Κάποιοι από τους συντελεστές των υπό συζήτηση ταινιών είναι εν ζωή, συνεπώς θα μπορούσαν να διαφωτίσουν τον επίμονο ερευνητή που θα έμπαινε στον κόπο να τους ρωτήσει. Εγώ δεν προτίθεμαι να το ψάξω περαιτέρω: προτιμώ να μείνω με την (έστω λανθασμένη) εντύπωση ότι οι συντελεστές του ΠΕΚ στις πρώτες δεκαετίες μετά τον Πόλεμο αφενός θεωρούσαν τις ταινίες τους τόσο εφήμερες και αφετέρου αισθάνονταν τόσο δικό τους αυτό το παιχνίδι που δεν δίσταζαν να κάνουν πλάκα μεταξύ τους από ταινία σε ταινία.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις στην κατηγορία Σινεμά

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Χαιρετισμός στην Ευρώπη

—της Μαρίας Κατσουνάκη—

Μ​​πουένος Άιρες 1936. «Το συνέδριο συζητάει σήμερα τον ρόλο του συγγραφέα στην κοινωνία. Ποιος είναι για εσάς αυτός ο ρόλος;» ρωτούν οι δημοσιογράφοι τον Στέφαν Τσβάιχ, που είναι και το τιμώμενο πρόσωπο αυτής της διεθνούς συνάντησης συγγραφέων. «Ο διανοούμενος οφείλει να αφιερώνεται στο έργο του. Είναι το πιο ισχυρό εργαλείο», απαντά ο Τσβάιχ. «Αρχίζω να μισώ την πολιτική, γιατί γίνεται το αντίθετο της δικαιοσύνης, γιατί προδίδει τη λέξη με το σύνθημα. Ο διανοούμενος πρέπει να είναι δίκαιος, να είναι σε θέση να δείχνει κατανόηση σε εχθρούς και αντιπάλους. Ο καλλιτέχνης μπορεί να δημιουργήσει έργα με πολιτικές διαστάσεις, δεν μπορεί να προμηθεύει τις μάζες με πολιτικά συνθήματα. Η προσωπική καλλιτεχνική μου δύναμη πηγάζει από το θετικό. Μπορώ μόνο να γράφω για κάτι.

Δεν μπορώ να επιτίθεμαι. Δεν μπορώ να γράφω από μίσος. Και αν αυτή μου η σιωπή είναι δείγμα αδυναμίας, θα πρέπει να ζήσω τότε μ’ αυτό το στίγμα».

Η αυστριακή ταινία «Στέφαν Τσβάιχ: Αποχαιρετισμός στην Ευρώπη» της Μαρία Σράντερ, που συνεχίζει να προβάλλεται στις αίθουσες, εστιάζει στα χρόνια της εξορίας του σπουδαίου γερμανόφωνου συγγραφέα, εξαιτίας της ναζιστικής επέλασης, ανάμεσα στη Νέα Υόρκη, στο Μπουένος Άιρες και στην Πετρόπολη της Βραζιλίας, όπου και αυτοκτονεί μαζί με τη σύζυγό του (το 1942). Εστιάζει σε αυτήν τη συνεχή αμφιταλάντευση, στον μετεωρισμό ανάμεσα στην παρακμή του κόσμου που αφήνει πίσω του και στο καινούργιο και φιλόξενο που ανοίγεται μπροστά του αλλά δεν μπορεί να γευτεί. Στον διχασμό που γεννάει η εξορία, ο τόπος τον οποίο αγαπάς αλλά στον οποίο δεν ανήκεις. «Δεν μπορώ να γράφω από μίσος», λέει ο Τσβάιχ, επιθυμώντας να κρατήσει την ελευθερία της σκέψης και τη διεργασία της κατανόησης αλώβητες από την πολιτική στράτευση. Ακόμη κι αν οι δηλώσεις του για την εποχή που ζει είναι αμφιλεγόμενες –αρνείται να σχολιάσει την πραγματικότητα μιας Γερμανίας που «οδεύει στη βαρβαρότητα»–, αναλαμβάνει το κόστος της «σιωπής» και το στίγμα της «αδυναμίας».

«Πιστεύετε ότι είναι εφικτή μια ειρήνη στην Ευρώπη;» τον ρωτούν οι δημοσιογράφοι. «Ναι. Πιστεύω σε μια ελεύθερη Ευρώπη», απαντά. «Πιστεύω ότι σύνορα και διαβατήρια μια μέρα θα είναι ιστορία. Αμφιβάλλω, όμως, αν θα το δούμε εμείς οι ίδιοι. Μπορώ να ελπίζω μόνο στα μακρά κινήματα που εκτείνονται σε αιώνες. Για μένα, αλλά δυστυχώς και για εσάς, κύριοι, θα έρθουν πολύ αργά».

8366a404361086cb10ddf92a46fc0efbΣτην αυτοβιογραφία του Ο κόσμος του χθες, ο Τσβάιχ έγραφε: «Ο καθένας μας, ακόμα και ο μικρότερος και ο πιο ασήμαντος, έχει κλονιστεί στα βάθη της ύπαρξής του από τις σχεδόν αδιάκοπες ηφαιστειακές εκρήξεις της ευρωπαϊκής γης μας».

Έχοντας ζήσει στην πολυεθνική Βιέννη της μπελ επόκ, αυτός ο απόλυτα Ευρωπαίος, αναγκάζεται να ξεριζωθεί αναζητώντας ένα νέο σπίτι στον κόσμο ή ένα σπίτι στον νέο κόσμο. Δεν βρίσκει πουθενά τη «γωνιά» που επιθυμεί. Και παρά το γεγονός ότι στην επιστολή που αφήνει πίσω του απευθύνει ένα «μεγάλο ευχαριστώ στη Βραζιλία, αυτή την πανέμορφη χώρα που έδωσε σ’ εκείνον και στο έργο του μια τόσο φιλόξενη ανάπαυση», εν τούτοις γράφει και για «τον κόσμο της γλώσσας του που εξαφανίστηκε, για την «πνευματική του χώρα, την Ευρώπη, που αυτοκαταστρέφεται».

Ο Ευρωπαίος δεν είναι απλώς μια ταυτότητα. Είναι στάση ζωής. Είναι τρόπος να βλέπεις, να προσεγγίζεις, να αφουγκράζεσαι, να σκέφτεσαι, να αναλύεις και να συνθέτεις τον κόσμο γύρω σου και μέσα σου. Προφανώς ο τρόπος αυτός δεν είναι ενιαίος για όλες τις χώρες που συναποτελούν την Ευρώπη. Όμως, όταν ο Τσβάιχ γράφει για «τις εκρήξεις της ευρωπαϊκής γης μας», είναι αυτό το «μας» που μας συνέχει και μας καθορίζει. Για πόσο ακόμη; Είναι σε διαδικασία απίσχνανσης ή ενδυνάμωσης; Κανείς δεν γνωρίζει τι θα συμβεί. Το μόνο που γνωρίζει, ο καθένας μας, είναι αυτό που επιθυμεί.

Πηγή: Η Καθημερινή

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Copy-paste

Εδώ άλλες αναρτήσεις στην κατηγορία Σινεμά

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Ρότζερ Μουρ

Πέθανε στα 89 του ο Sir Roger Moore

—της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου—

Ο Μουρ ήταν από τις ευτυχείς περιπτώσεις που η τηλεόραση λειτούργησε ως θερμοκήπιο για έναν μεγάλο σταρ: έχοντας, όπως είχε δηλώσει, την τύχη, και όχι τόσο το ταλέντο, με το μέρος του, υπήρξε Σάιμον Τέμπλαρ, ο Άγιος, από το 1962 έως το 1969. Και αμέσως μετά, εκλήθη να αλλάξει το πρόσωπο του Τζέιμς Μποντ, και μάλιστα όταν το πρόσωπο αυτό ανήκε μέχρι τότε στον Σον Κόνερι. Και κατάφερε πράγματι να δημιουργήσει τη δική του σχολή και το δικό του στυλ στον ρόλο, παίζοντας σε επτά ταινίες, από το 1973 έως το 1985.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι κανένας από τους μέχρι τώρα διαδόχους του δεν είχε τόσο μεγάλη διάρκεια. «Δεν έχει καμία αρνητική πλευρά να σε ταυτίζει ο κόσμος με τον Μποντ», έχει δηλώσει με χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση ο Μουρ, ο οποίος χρίστηκε ιππότης το 2003 για τις υπηρεσίες του ως Πρεσβευτή Καλής Θελήσεως της UNICEF. Ήταν το πεδίο για το οποίο δήλωνε περισσότερο περήφανος στη ζωή του. Η στάση του απέναντι στην ηθοποιία είχε, ούτως ή άλλως, πάντα μια ελαφρώς αυτοσαρκαστική διάθεση. Μετά τον Μποντ, στις λιγοστές του εμφανίσεις στη μεγάλη ή τη μικρή οθόνη, δεν προσπάθησε καθόλου να προστατέψει την εικόνα του — αντιθέτως, έπαιξε πολλές φορές μαζί της, υπονομεύοντάς τη με χιούμορ, δίνοντάς της την αληθινή διάσταση ενός καλού προϊόντος της ποπ κουλτούρας.

rogermoore-stache1

 

Για τη γενιά μου, την τελευταία που μεγάλωσε χωρίς internet, σε έναν κόσμο πολύ πιο «μικρό» και κλειστό, ο Ρότζερ Μουρ ενσάρκωνε την ίδια την έννοια του Άγγλου και διαμόρφωσε την εικόνα ενός ολόκληρου έθνους προς τα έξω. Δεν έχει σημασία αν η εικόνα ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα — προφανώς και όχι. Ήταν όμως ένα έξοχο μυθοπλαστικό εφεύρημα. Ο Ρότζερ Μουρ, είτε ως «Άγιος» είτε ως «Μποντ», υπηρέτησε τον ρόλο του γοητευτικού, φλεγματικού gentleman, του ψύχραιμου, ικανού, αποτελεσματικού και σχεδόν εξοργιστικά πολιτισμένου ανθρώπου, του αιώνιου Φιλέα Φογκ. Κι αν το τραβήξουμε ακόμα λίγο παραπέρα, ο Ροτζερ Μουρ ήταν για τους Έλληνες ο χαρακτηριστικότερος Ευρωπαίος. Αυτό που βρισκόταν για μας στον αντίποδα του «Ζορμπά», αυτό που θαυμάζαμε και μισούσαμε μαζί.

αρχείο λήψης

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις στην κατηγορία Σινεμά

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Πάμε σινεμά;

Σε σχολεία ειδικής αγωγής το πρώτο βραβείο του 9ου Φεστιβάλ μαθητικών ταινιών «Πάμε Σινεμά;»

Με μεγάλη επιτυχία έληξε χτες, 14 Μαΐου, το 9ο Φεστιβάλ Μαθητικών Ταινιών «Πάμε Σινεμά;» με τη συμμετοχή 22 σχολείων από όλη την Ελλάδα. 22 ταινίες άλλοτε «χωρίς στυλ» αλλά με ύφος, ταινίες που δεν χαρίζονται σε κανέναν, ταινίες που «άλλοτε δείχνουν τα δόντια τους» και άλλοτε «βγάζουν γλώσσα», χαμηλόφωνες και καυστικές, σε κάθε περίπτωση όμως ταινίες φτιαγμένες με θράσος και κέφι. Την εκδήλωση στον κινηματογράφο ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟ, παρακολούθησαν μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικοί και κινηματογραφιστές που με την παρουσία τους, τα γέλια τους και τα σχόλιά τους έδωσαν πνοή και υπόσταση στο αίτημα «Πάμε Σινεμά;»

Την Τελετή απονομής παρουσίασε ο κωμικός και σκηνοθέτης Γιώργος Αργύρης (Jeremy) που έκανε το κοινό να γελάσει με stand up comedyαπό κοινού με τον κωμικό  Παναγιώτη Δελαβίνια.

Η Κριτική Επιτροπή, που αποτελείτο από τους (αλφαβητικά): Αβδελιώδη Δήμο-Σκηνοθέτη, Θέο Αργύρη-Διευθυντή Φωτογραφία, Μαρούδα Γιάννη-Σεναριογράφο, Μήτση Χρήστο-Κριτικό Κινηματογράφου, Παπαδημητρίου Άγγελο-Εικαστικό – Ηθοποιό, Σοφιανόπουλο Δημήτρη-Σκηνοθέτη, Σπαθάρα Εύα-Εκπαιδευτικό – Στέλεχος Γ.Γ. Ισότητας των Δύο Φύλων και Ηλία Δημητρίου – Σκηνοθέτη, Εκπρόσωπο της ΕΡΤ,  απένειμε τα παρακάτω βραβεία:

·         Α’ βραβείο, «2084 », Ειδικό Γυμνάσιο, ΓΕΛ κωφών και βαρηκόων Αγίας Παρασκευής, Γυμνάσιο με Λυκειακές τάξεις Στύρων Ευβοίας και Ειδικό Γυμνάσιο κωφών και βαρηκόων Αργυρούπολης,

·         Β’ βραβείο, «SOS», 2ο Γυμνάσιο Χανίων

·         Γ’ βραβείο, «Ο Μάνος και ο μίμος», 6ο Δημοτικό Σχολείο Καλλιθέας

·         Καλύτερη ταινία Δημοτικών Σχολείων, «Ποτέ μη λες ποτέ» Δημοτικό Σχολείο Κολυμβαρίου Χανίων

·         Καλύτερη ταινία Γυμνασίων-Λυκείων, «Χάπι Ωριμότητας», 5ο Γυμνάσιο Ηλιούπολης

·         Βραβείο κοινού, «Το Διαγώνισμα», 1ο Γενικό Λύκειο Αγίας Βαρβάρας.

Το σημαντικότερο όλων  είναι ότι για πρώτη φορά ένα ειδικό σχολείο κατακτά το Πρώτο Βραβείο. Ο κύριος Παναγιώτης Κασσιανός,  εκπρόσωπος του υπουργείου παιδείας και Διευθυντής Ειδικής Αγωγής, ευχαρίστησε το «Πάμε Σινεμά;» γιατί δίνει την δυνατότητα στα παιδιά να εκφράζονται και να ενεργούν και ταυτόχρονα, με αβίαστο τρόπο, να μαθαίνουν τα μυστικά της οπτικοακουστικής έκφρασης σε μια εποχή που η πληροφορία μέσω της εικόνας μας κατακλύζει. Εξέφρασε δε την χαρά του για την συμμετοχή των Ειδικών Σχολείων στο Πρόγραμμα.

Στον χαιρετισμό του ο Διευθυντής του Εκπαιδευτικού Προγράμματος «Πάμε Σινεμά;», Αντώνης Κιούκας, υπογράμμισε: «Το Πάμε Σινεμά; πραγματοποιείται χωρίς οποιαδήποτε κρατική  χρηματοδότηση. Τη φετινή χρονιά το Υπουργείο Παιδείας αδιαφόρησε και δεν εξέδωσε την καθιερωμένη (επί 17 συναπτά έτη) ετήσια εγκύκλιο για την πραγματοποίηση του προγράμματος. Παρόλα αυτά, εμείς συνεχίσαμε με την υποστήριξη των μαθητών και των δασκάλων τους. Και καταφέραμε να έχουμε 22 ταινίες από όλη την Ελλάδα. Ελπίζουμε ο Υπουργός Παιδείας —και καθηγητής— κ. Κώστας Γαβρόγλου να αναλάβει την πρωτοβουλία να εκδοθεί εγκύκλιος για την επόμενη σχολική χρονιά».

Το «Πάμε Σινεμά;» ευχαριστεί θερμά τα Σχολεία και τους μαθητές για τη συμμετοχή τους, τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής, τον Δημήτρη Γεωργίου για τη φωτογράφιση της εκδήλωσης και τους εθελοντές για την ομαλή διεξαγωγή της.

3026341_orig

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις στην κατηγορία Σινεμά

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Apollo 18

Μια άγνωστη κινηματογραφική ταινία, προπομπός ενός ολόκληρου (και ολοκαίνουργιου) είδους;

—του Γιώργου Γλυκοφρύδη—

Το Apollo 18, ταινία του 2011, δεν το είχα δει. Σκηνοθετικά, πατάει στα βήματα του υπέροχου Blair Witch Project. Και του Cloverfield, βεβαίως, αλλά αλλιώς. Δραματουργικά, είναι βαριά. Δεν πλατειάζει, αλλά βαραίνει αναίτια, ίσως, κάποιες φορές. Εκπληκτική η κλειστοφοβία της. Εκπληκτική η απόγνωση. Και ο αδιανόητος εφιάλτης.

Ως αναπαράσταση της διαβίωσης και του Διαστήματος και της Σελήνης, στο επίπεδο του ρεαλισμού, η ταινία έχει αστοχίες. Και όχι λίγες. Και όχι ασήμαντες. Αλλά, από ένα σημείο και μετά, λίγο μάς νοιάζουν. Ζήτημα είναι αν και πόσοι θα τις αντιληφθούν. Ο θεατής θα μεταφερθεί τόσο ρεαλιστικά στη Σελήνη, παρέα με το πλήρωμα του Apollo 18 το 1974, που τα άλλα σχόλια περιττεύουν. Και καλό είναι να πούμε πως πρόκειται για ταινία χαμηλού προϋπολογισμού. Που όμως εισπρακτικά πήγε πάρα πολύ καλά σε πάρα πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Το Apollo 18 προηγείται του Gravity κατά περίπου 4 χρόνια. Όπως και του Life που, όπου να ’ναι, θα καταλάβει τις αίθουσες. Αν και οι τρεις αυτές ταινίες ουδεμία σχέση έχουν αναμεταξύ τους, το δραματουργικό concept είναι το ίδιο: Μια απολύτως ρεαλιστική ιστορία που συμβαίνει στο Διάστημα. Στο σύγχρονο Διάστημα. Όχι στο μελλοντικό. Αυτό και τις τρεις ταινίες τις καθιστά εκπροσώπους ενός καινούργιου είδους που έχει ήδη πάρει όνομα: Space thriller. Το οποίο και είναι το σωστό. Γιατί ό,τι συμβαίνει στο Διάστημα δεν είναι, υποχρεωτικά, Επιστημονική Φαντασία.

tumblr_lwigmejobe1qidxoso1_500.gif

Δείτε το fiction που δεν είναι Επιστημονική Φαντασία αλλά παραμένει fiction: Το Apollo 18 δεν συνέβη ποτέ. Η αποστολή Apollo 18 δεν πραγματώθηκε ποτέ. Ακυρώθηκε. Ό,τι βλέπετε στην ταινία είναι η αποστολή Apollo 17. To Gravity δεν συνέβη ποτέ. Το σύνδρομο Kessler, το οποίο σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας προκάλεσε το δυστύχημα και την καταστροφή του ISS (International Space Station, Διεθνής Διαστημικός Σταθμός της NASA), δόξα τω Θεώ, δεν έχει συμβεί ποτέ. Το Life δεν συνέβη ποτέ. Κανένα κιβώτιο προερχόμενο από αποστολή στον Άρη δεν σταμάτησε στον ISS για να ερευνηθεί προτού φτάσει στην Γη… Κι ωστόσο, καμία από τις τρεις ταινίες δεν είναι Επιστημονική Φαντασία.

Αν το δούμε αυτό ξέχωρα από το σινεμά, θα αντιληφθούμε πως ο κόσμος έχει αρχίσει (επιτέλους) να αντιλαμβάνεται το σύγχρονο και κοντινό Διάστημα (αυτό το μέχρι τον Άρη, να το πω απλοϊκά, πόσο μάλλον αυτό το έως τη Σελήνη ή το σχετικό με την τροχιά της Γης) ως έναν χώρο όπου μπορούν να λάβουν χώρα γεγονότα χωρίς τέρατα και θεούς, ή εξωγήινους. (Αν κι αυτό το τελευταίο εσχάτως δεν είναι και κάτι το απαραίτητο, άρα δεν είναι και κάτι το αδιανόητο. Το αν θα είναι τρομακτικό ή όχι είναι μια άλλη ιστορία…)

Έτσι, η τέχνη έχει αρχίσει να τριγυρίζει το Διάστημα με ανθρώπινες ιστορίες σαν κι αυτές στις οποίες οι άνθρωποι ζουν στη Γη, μόνο που τώρα ζουν και στο Διάστημα. Τώρα, όχι στο μέλλον.

Η Επιστημονική Φαντασία δεν πέθανε. Διόλου. Μόνο που το Διάστημα και τα διαστημόπλοια και τα λαμπερά φωτάκια των κόπκιτ, σταμάτησαν να αποτελούν χαρακτηριστικό της.

Ότι συμβαίνει στο Διάστημα δεν είναι Επιστημονική Φαντασία, πια._

Apollo 18

Gravity

Life

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις στην κατηγορία Σινεμά

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Paterson — το «μυστικό τετράδιο» του Τζιμ Τζάρμους

—της Μαρίας Κατσουνάκη—

Στην ερώτηση «Πάτερσον πώς τα πας με τη ζωή σου;», απαντά «δεν έχω παράπονο». Δεν είναι συμβατική ούτε τυποποιημένη η αντίδρασή του. Ο οδηγός λεωφορείου στη μικρή πόλη Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϊ το εννοεί. Οι διαδρομές του είναι περιορισμένες. Εκτελεί με συνέπεια τα καθημερινά δρομολόγια, επιστρέφει στο σπίτι, όπου τον περιμένει η τρυφερή και ευφάνταστη Περσίδα σύζυγός του, Λόρα, βγάζει βόλτα το ευφυές και συνεργάσιμο αγγλικό μπουλντόγκ του (τον Μάρβιν), κάνει πάντα μια στάση στην παμπ για ένα ποτήρι μπίρα, και επιστρέφει.

mv5bmtuzoda4nzk0of5bml5banbnxkftztgwnze1mdiwmdi-_v1_sy1000_cr006701000_al_

Η ζωή του θα μπορούσε να είναι ασπρόμαυρη, όπως τα δύο χρώματα που αγαπά με πάθος η γυναίκα του και εφαρμόζει σε κάθε δυνατή εκδοχή και επιφάνεια. Όμως ο εξωτερικός μονόδρομος έχει αμέτρητες εσωτερικές διακλαδώσεις, που καταγράφονται σε ένα «μυστικό τετράδιο» με τη μορφή στίχων, όχι ομοιοκατάληκτων. Ένας οδηγός λεωφορείου ποιητής, «που αγαπάει την Έμιλι Ντίκινσον».

Στη 13η ταινία του, «Paterson», ο Τζιμ Τζάρμους συντάσσει έναν ιδιότυπο ψυχικό χάρτη. Το όνομα του ήρωα, της πόλης, του τίτλου της ταινίας, είναι σαν ηχώ της φωνής του Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς (1883 -1963) και του ομότιτλου βιβλίου-ποιήματός του. Το παιχνίδι του Τζάρμους, εμπνευσμένο από αυτή την πόλη, γενέτειρα ποιητών (Γουίλιαμς, Γκίνσμπεργκ), με το «βιομηχανικό τοπίο και τον πλουραλισμό των κατοίκων», όπως την περιγράφει ο σκηνοθέτης, έχει την οικονομία, το βάθος και την πολυσημία ενός χαϊκού.

Ο ίδιος ο ήρωας (ιδανική η επιλογή του Άνταμ Ντράιβερ που «είναι» το πρόσωπο που υποδύεται), οι προβλέψιμες περιπλανήσεις του με τις απρόβλεπτες συναντήσεις, η πόλη που έχει κινηματογραφηθεί ανορθόδοξα από τον Τζάρμους, όπως «ανορθόδοξες» μέσα στην καθημερινότητά τους φαντάζουν οι ζωές των κατοίκων, δίνουν στον Πάτερσον το σχήμα του πρωταγωνιστή και το αντίστροφο.

Στο τέλος της μέρας, ο απολογισμός δεν έχει τίποτα το συνταρακτικό. Ένα επεισόδιο στο μπαρ εισπράττεται ως κατ’ εξαίρεση συμβάν, η επιτυχία της συζύγου με τα μικρά κέικ της, που γίνονται ανάρπαστα στην υπαίθρια αγορά, προκαλεί αντιδράσεις γιορτής. Ο Πάτερσον ζει με τις λέξεις του, δεν έχει καμία επαφή με την τεχνολογία, αν χαθεί το τετράδιό του χάνονται και οι λέξεις. Χάνονται όμως ή απλώς συνεχίζει από το σημείο που σταμάτησε; Η λευκή σελίδα είναι πάντα μια νέα αρχή. Τα πάντα γύρω του είναι αφορμή.

«…Ιδού το ωραιότερο σπίρτο στην οικουμένη, / ξυλάκι από πεύκο, ύψους τριών εκατοστών, / με βαθυκόκκινο κεφάλι, / νηφάλιο αλλά και εξαγριωμένο, / επίμονα έτοιμο να πάρει φωτιά, / ανάβοντας ίσως για πρώτη φορά/ το τσιγάρο των γυναικών που αγαπάτε, / στιγμή μοναδική, ανεπανάληπτη»*.

Η Λόρα ονειρεύεται δόξα (να γίνει αστέρι της κάντρι μουσικής), μαθαίνοντας κιθάρα, μόνη της, στο σπίτι· τίποτα δεν την πτοεί, αντλεί από τη νηφαλιότητα μιας σχέσης και από τον θαυμασμό για τον ποιητή σύζυγό της. Ο Πάτερσον συγκινείται από την ομορφιά και την επίμονη ευρηματικότητά της, αλλά είναι ταμένος στη ρουτίνα της κάθε μέρας. Ακολουθεί το τελετουργικό με απροσποίητη χαρά, παρατηρεί τους επιβάτες, τις κουβέντες τους, το ρολόι στο χέρι τον ειδοποιεί για τη λήξη της βάρδιας, για την επόμενη «στάση», στο σπίτι, στη βόλτα με τον σκύλο, στην παμπ…

Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη… Κυριακή και πάλι Δευτέρα. Το ημερολόγιο της ταινίας επιλέγει να ολοκληρωθεί Δευτέρα, όχι Κυριακή. Εχει κι αυτό τη σημασία του. Επάλληλοι κύκλοι, χωρίς, επί της ουσίας, αρχή και τέλος. Η εβδομάδα δεν ορίζεται υποχρεωτικά από τις ημέρες της· μπορεί και από τις μικρές δημιουργίες της Λόρα που αλλάζουν, ανεπαίσθητα την όψη του σπιτιού, από μια συνάντηση του Πάτερσον σε ένα παγκάκι που προσφέρει μια σκέψη, μια λέξη…

Ολα μοιάζουν αδιατάρακτα στο Πάτερσον κι όλα σφύζουν από αυτήν τη μυστηριώδη, μη ορατή, ζωή.

* Τα ποιήματα της ταινίας είναι του Ron Padgett, η μετάφραση, που δημοσιεύουμε, του Χάρη Βλαβιανού.

Πηγή: Η Καθημερινή

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις στην κατηγορία Σινεμά

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Βραβείο αμερικανικού χιούμορ «Μαρκ Τουέιν» στον Μπιλ Μάρεϊ

—της Εύης Τσακνιά—

«Η μυστική πηγή του χιούμορ δεν είναι η χαρά, αλλά η θλίψη· δεν υπάρχει χιούμορ στον παράδεισο»,  είχε πει ο πατέρας της αμερικανικής λογοτεχνίας, όπως ορθώς έχει χαρακτηριστεί ο Μαρκ Τουέιν — αλλά και του αμερικανικού χιούμορ, μπορούμε να προσθέσουμε. Μια μυστική πηγή που γίνεται ορατή, όταν βλέπεις τα μελαγχολικά μάτια του Μπιλ Μάρεϊ, όταν παρακολουθείς τη χαμηλών τόνων ερμηνεία του και το φευγάτο χιούμορ του.

Έτσι λοιπόν, την Κυριακή 23 Οκτωβρίου, ο Μπιλ Μάρεϊ παρέλαβε το «βραβείο Μαρκ Τουέιν» στο Κέντρο Παραστατικών Τεχνών Τζον.Φ.Κέννεντι της Ουάσιγκτον, στη 19η τελετή από το 1998 που θεσπίστηκε το βραβείο, το οποίο τιμά την συνολική συνεισφορά των βραβευομένων στο αμερικανικό χιούμορ.

mark-twain-award

Φυσικά, επίσημα μιλάμε για «αμερικανικό χιούμορ», μια που πρόκειται για το βραβείο Μαρκ Τουέιν, όμως το χιούμορ του Μπιλ Μάρεϊ, το οποίο δεν χάνεται στη μετάφραση, έχει αγγίξει πολλά μέρη του πλανήτη.

Με το ίδιο βραβείο —τη μεγαλύτερη τιμή στον χώρο της Αμερικανικής κωμωδίας— βραβεύτηκε πέρσι ο Έντι Μέρφι, ενώ έχουν προηγηθεί η Λίλυ Τόμλιν, ο Στηβ Μάρτιν, η Έλεν ντε Τζένερις και άλλοι σημαντικοί Αμερικανοί κωμικοί.

Σε ένα κατάμεστο (2.400 άτομα ) θέατρο, οι γιοι του καθώς και άλλα μέλη της μεγάλης του οικογένειας, φίλοι, συνεργάτες και συνάδερφοί του, όπως ο Μπιλ Χάντερ, η Σιγκούρνι Γουίβερ και ο Ντέϊβιντ Λέτερμαν —που θυμήθηκε με συγκίνηση την πρώτη εμφάνιση του Μπιλ Μάρεϊ στο «Late Night with David Letterman» το 1982—, τίμησαν τον μεγάλο κωμικό.

Είχαν όλοι να διηγηθούν γλαφυρές ιστορίες από τη σχέση τους μαζί του, την απρόβλεπτη προσέγγισή του τόσο στη ζωή, όσο και στη δουλειά, καθώς και τυχαία γεγονότα — στιγμές καθαρής Bill Murray-ness.

Αναφερόμενος στη δουλειά του Μάρεϊ στον κινηματογράφο, ο παραγωγός και σκηνοθέτης των Γκοστμπάστερς Ιβάν Ράϊτμαν είπε χαρακτηριστικά: «Όταν μιλάμε για τον Μπιλ,η πρόβα είναι κάτι που αφορά μόνο τους κοινούς θνητούς. Ο Μπιλ δημιουργεί κάτι καινούργιο και υπέροχο σε κάθε λήψη, κρατώντας έτσι τους σκηνοθέτες στην τσίτα».

Γιατί, όπως ξεκαθάρισε ο κωμικός και τηλεοπτικός παρουσιαστής Τζίμι Κίμελ, περιγράφοντας την αλλόκοτη πλευρά του,«ο Μπιλ, ως μισός καλικάντζαρος και μισός πόκεμον, δεν δεσμεύεται από τους ίδιους κανόνες που ακολουθούμε οι υπόλοιποι».

ENTERTAINMENT-US-MARK TWAIN AWARD

Στο τέλος της τελετής, το «αξιαγάπητο αυτό κάθαρμα», όπως τον αποκάλεσε η ηθοποιός Τζέιν Κέρτιν, φίλη και συνάδερφός του από την χρυσή εποχή του «Saturday Night Live», ευχαρίστησε με τον γνωστό του τρόπο, τους ομιλητές και τους παρευρισκομένους: «Είναι δύσκολο να ακούς όλους αυτούς τους ανθρώπους να είναι τόσο καλοί μαζί σου. Γίνεσαι τόσο καχύποπτος…»

Κλείνω, με τις ευλογίες του Μαρκ Τουέιν: «Το χιούμορ είναι η μεγαλύτερη ευλογία της ανθρωπότητας» — και με περισσότερο Μπιλ Μάρεϊ.

bill-murray-amazing-stories-2

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις στην κατηγορία Σινεμά

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter