Καλόγερε, τι καρτερείς, κλεισμένος μες το Κούγκι;

—του Γρηγόρη Καραγρηγορίου—

Ε, ρε τι μου θύμισες με το Κούγκι, κύριε υπουργέ μου.

Ο θείος έμενε για λίγα χρόνια στο σπίτι της μάνας του, της γιαγιάς μας, μετά από μια ζωή εργένικη και χωρίς φρένο, με κρασί, αποστάγματα, καλή παρέα, γυναίκες, εγγλέζικα κασμίρια και ταξίδια· κι εμείς, η μαρίδα, γυρνάγαμε από το δημοτικό στη μία, μιάμιση, κι έπρεπε η γιαγιά να στρώσει τραπέζι. Όσοι κατάγονται από Αιολική γη, ξέρουν πως είναι μεγάλη υπόθεση.

Αλλά πρώτα έπρεπε ο θείος να σηκωθεί, αφού κοιμόταν συνήθως στην ντιβανοκασέλα κολλητά στο τραπέζι. Κοιμόταν μέχρι τη μιάμιση, απίθανη ώρα για τα παιδικά μας μάτια, μιας και γυρνούσε σπίτι και ξάπλωνε πάντα μέρα ξημερωμένη. Σηκωνόταν λοιπόν, περιέργως ευθαλής, χαρίεις ως γνήσιος τζέντλεμαν, εν τάχει ξυριζόταν, εμφανιζόταν με έναν καφέ στο χέρι που κατέβαζε μονοκοπανιά, κι έπαιρνε θέση στο τραπέζι — που εν τω μεταξύ είχε στρωθεί με δεκάδες πιάτα, πιατάκια, μεζέδες, ελιές, τυριά, αλλαντικά, πίτες, γκιουζλεμέδες, τουρσιά, σαλάτες, ζαρζαβατικά «μπαχτσαδίσια», δυο φαγητά με κρεατικά, πιλάφια, καρυκεύματα κι αρτύματα και δεν είχε τελειωμό.

Άρχιζε η μεσημεριάτικη τελετουργία. «Τι καρτερείς, για να ξυπνήσεις; Έτσι θα γίνεται κάθε μέρα;» Εμείς στρέφαμε τα μάτια προς τη μεριά του θείου. Παύσις κι ανάσα. Το παιχνίδι ήταν γνωστό. Ξεκινούσε πάντα, ύστερα από ένα διάστημα ουράνιας ησυχίας: έκλεινε το μάτι σε μας, το μικρό ακροατήριο της λαϊκής μεσημβρινής, γύρναγε προς το παράθυρο και —δήθεν πως δεν άκουσε— άρχιζε να απαγγέλλει: «Καλόγερε, τι καρτερείς, κλεισμένος μες το Κούγκι; / πέντε νομάτοι σού ‘μειναν, κι εκείνοι λαβωμένοι…»

Συνέχιζε άχρι τέλους. Χαχανίζαμε οι μικροί, χαμογελούσαν οι μεγάλοι, ξεκίναγε το φαΐ, ήμουν ο μικρότερος, με έστελναν να πάρω και κανένα μπουκάλι Ρετσίνα Κουρτάκη από τον μπακάλη αν τελείωνε —ο θείος απαξιούσε, γιατί «είχε πιει κρασιά του Languedoc, πως να συνηθίσει σε αυτό το ξέπλυμα»— και όλα πήγαιναν πρίμα.

Ναι, ναι, κι εγώ πατριώτης είμαι κύριε υπουργέ μου. Πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, εξάλλου.

«Κι αγέρας παίρνει την φωνή του Πήλιου του προδότη…»

ΚΟΥΓΚΙ ΣΑΜΟΥΗΛ

Εικόνα εξωφύλλου: «Κούγκι», από το Μουσείο Κέρινων Ομοιομάτων  (Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας) Παύλου Βρέλλη στα Γιάννενα. Φωτό: Μ. Βακάρος

Ὁ Σαμουὴλ

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

-Καλόγερε, τί καρτερεῖς κλεισμένος μὲς στὸ Κούγκι;
Πέντε νομάτοι σόμειναν – κ’ ἐκεῖνοι λαβωμένοι!
Κ’εἶναι χιλιάδες οἱ ἐχθροὶ ποὺ σ’ ἔχουνε ζωσμένον!
Ἔλα νὰ δώσης τὰ κλειδιά, πέσε νὰ προσκυνήσης,
κι ἀφέντης ὁ Βελήπασας δεσπότη θὰ σὲ κάμη!
Ἔτζι ψηλὰ ἀπὸ τὸ βουνὸ φωνάζει ὁ Πήλιο Γκούσης…
Κλεισμένος μὲς στὴν ἐκκλησὰ βρίσκετ’ ὁ Σαμουήλης,
κι ἀγέρας παίρνει τὴ φωνὴ τοῦ Πήλιου τοῦ προδότη.
Χωρὶς ψαλμοὺς καὶ θυμιατά, χωρὶς φωτοχυσία,
γονατισμένοι, σκυθρωποί, μπρὸς στὴν Ὡραία Πύλη,
πέντε Σουλιῶτες στέκονται μὲ τὸ κεφάλι κάτου.
Βουβοὶ – δὲν ἀνασαίνουνε, καὶ βλέπεις κάπου-κάπου
ὅπου ἕνα χέρι σκώνεται καὶ κάνει τὸ σταυρό του.
Ἀκίνητα στὸ μάρμαρο σέρνονται τὰ σπαθιά τους –
σπαθιὰ ποὺ τόσο ἐδούλεψαν γιὰ τὸ γλυκό τους Σούλι!
Δὲ φαίνετ’ ὁ καλόγερος, μόνος του στ’ ἅγιο Βῆμα
προσεύχετο κ’ἑτοίμαζε τὴ μυστικὴ θυσία.
Σφιχτά-σφιχτὰ στὰ χέρια του ἐβάστα τὸ Ποτήρι
καὶ μύρια λόγι’ ἀπόκρυφα ἔλεγε τοῦ Θεοῦ του.
Τὰ μάτια κατακόκκινα ἀπ’ τὲς πολλὲς ἀγρύπνιες
ἐκοίταζαν ἀκίνητα τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα.

Τί θάλασσα, ποὺ κύματα ἔχει κρυφὲς ἐλπίδες !..
Σιγᾶτε βρόντοι τουφεκιῶν, πᾶψτε φωνὲς πολέμου,
Κι ὁ Σαμουὴλ τὴν ὕστερη τὴν κοινωνιὰ θὰ πάρη !
Κ’ ἐκεῖ ποὺ κοίταζ’ ὁ παπὰς τὴ Σάρκα τοῦ Θεοῦ του,
ἐκύλησ’ ἀπ’ τὰ μάτια του στοῦ ποτηριοῦ τὰ σπλάχνα
σὰν τὴ δροσούλα διάφανο κρυφά-κρυφὰ ἕνα δάκρυ.
– Θεέ μου καὶ πατέρα μου, θαμμένος ἐδωμέσα
ἐδίψασα… Χωρὶς νερὸ ἡ θεία κοινωνιά σου
θὰ ἒμεν’ ἀτελείωτη… Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη,
αὐτὸ τὸ μαῦρο δάκρυ μου – μὴ τὸ καταφρονέσης.
ἀμόλυντο καὶ καθαρὸ βγαίν’ ἀπ’ τὰ φυλλοκάρδια.
δέξου τό, Πλάστη, δέξου τὸ – ἄλλο νερὸ δὲν ἔχω.
Ἤτανε ἥλιος κ’ ἔλαμψε τὸ ἱερὸ τὸ σκεῦος.
Τὸ αἷμα ἐζεστάθηκε, ἄχνισε, ζωντανεύει.
Ἀναγαλλιάζει ὁ Σαμουὴλ ποὺ εἶδε τὴ Θεία Χάρη
καὶ τρέμοντας ἀγκάλιασε τὸ θεϊκὸ ποτήρι
καὶ τόσφιξε στὰ χείλη του κι ἄκουσε ποὺ χτυποῦσε
σὰν νάτανε λαχταριστὴ καρδιά, ζωὴ γιομάτη.
Ἀνοίγ’ ἡ Πύλη τοῦ Ἱεροῦ, σκύφτουν τὰ παλληκάρια.
τ’ ἀνδρειωμένα μέτωπα τὸ μάρμαρο χτυπᾶνε,
καὶ καρτεροῦν ἀκίνητα τοῦ γέροντα τὰ λόγια.
Ἐπρόβαλ’ ὁ καλόγερος. Τὸ πρόσωπό του φέγγει
σὰ χιονισμένη κορυφὴ στοῦ φεγγαριοῦ τὴ λάμψη.
Στὰ λαβωμένα χέρια του βαστοῦσ’ ἕνα βαρέλι
πόκλειε μέσα θάνατο, φωτιὰ κι ἀπελπισία.
Ἐκεῖνο μόνο τόμεινε..- ἐκεῖνο μόνο φθάνει!
Ἐμπρὸς στὴν Πύλη τοῦ Ἱεροῦ μονάχος του τὸ στένει
καὶ τρεῖς φορὲς τὸ βλόγησε καὶ τρεῖς φορὲς τὸ φχέται.
Σὰν νάταν Ἅγια Τράπεζα, σὰν νάταν Ἀρτοφόρι
ἐπίθωσ’ ὁ καλόγηρος ἐπάνω τὸ ποτήρι,
καὶ σιωπηλὸς κι ἀτάραχος ἄναψε θειαφοκέρι…
Τὰ γόνατά του ἐχτύπησαν ὁρμητικὰ τὴν πλάκα,
ἐσήκωσε τὰ χέρια του, τὸ πρόσωπό του ἀνάφτει –
κ’ οἱ πέντε τὸν ἐκοίταζαν βουβοὶ μέσα στὰ μάτια:

Ἡ δέησις

– Πατέρα μου, σ’ἐδούλεψα
πιστὰ σαράντα χρόνια,
καὶ τώρα στὰ γεράματα
μοῦ δίνεις κατηφρόνια!
Τὸ θέλημά σου ἂς γενῆ!
Λυπήσου μας, σπλαχνίσου
καὶ πάψε τὴν ὀργή σου!

Σ’ ἐσένα, σὰν ὠρφάνεψα,
ἔδωκα τὴν ψυχή μου –
τὸ Σούλι μου τ’ ἀγκάλιασα
στὸν κόσμο γιὰ παιδί μου.
Τώρα τὸ Σούλι τόχασα…
Ἠλθ’ ἡ στερνή μου μέρα –
θάλθω σ’ ἐσέ, Πατέρα…
Μέτρησε πόσοι ἐμείναμε!
Οἱ ἄλλοι πεθαμένοι
μὲς στὰ λαγκάδια σέρνονται
νεκροὶ καὶ λαβωμένοι!
Ἂταφ’ ἀμοιρολόητα
σέπονται τὰ κουφάρια
στοῦ λόγγου τὰ χορτάρια.
Ὄρνια καὶ λύκοι ἐχόρτασαν
τὰ μαῦρα κρέατά μας.
Συχώρεσε, συχώρεσε,
Πλάστη, τὰ κρίματά μας!
Καὶ τώρα ποὺ θὰ νάλθωμε
κ’ ἡμεῖς στὴν ἀγκαλιά σου,
δέξου μας σὰν παιδιά σου!

Καὶ κοίταξε τὰ χέρια μας
τώρα σ’ ἐσὲ σκωμένα
πῶς εἶν’ ἀπὸ τὸ ἄπιστο
τὸ αἷμα λερωμένα,
κ’ εὐχαριστήσου, Πλάστη μου,
καὶ πές: «- Εὐλογημένοι,
πιστοί μου ἀνδρειωμένοι!»
Τώρα τὸ Σούλι ἀπέθανε.
δὲν ἒμειν’ ἕνα χέρι
πού νὰ μπορῆ στὰ δάχτυλα
νὰ σφίξη τὸ μαχαίρι…
Πατέρα παντοδύναμε,
γενοὺ σ’ ἐμᾶς πατρίδα –
ἄλλη δὲν ἔχω ἐλπίδα.

Ἐκεῖ ψηλὰ στὸ θρόνο σου,
στὴν τόση βασιλεία,
δῶσε σ’ ἐμᾶς τοὺς δύστυχους
μικρὴ μιὰ κατοικία,
νὰ μοιάζη μὲ τὸ Σούλι μας –
καὶ δῶσε μου ἕνα βράχο
κ’ ἐκεῖ τὸ Κούγκι νάχω.
Χῶμα στὸ Σούλι ἐλεύθερο
γιὰ νὰ ταφῶ δὲ μένει.
ἐλέησόν με, Πλάστη μου,
συχώρεσε νὰ γένη
τὸ Κούγκι μου ἡ ἐκκλησιά,
τὸ Ἱερό σου Βῆμα
τοῦ Σαμουὴλ τὸ μνῆμα.

Ἐδῶ ποδάρι ἄπιστο
ποτὲ δὲ θὰ τολμήση
(ποτὲ ! τὸ εἶπα, τ’ ὤρκισα)
τὸ Κούγκι νὰ πατήση.
Μαζί μου παίρνω τὰ κλειδιά,
Πλάστη μου, δὲν τ’ ἀφήνω –
οὔτε σ’ ἐσὲ τὰ δίνω !
Ἐκεῖ ψηλὰ στὸν οὐρανὸ
νὰ τὰ φορὴ στὴ μέση
ὁ Σαμουὴλ ὁ δοῦλος σου
θὰ σὲ παρακαλέση…
Πατέρα μου, μὴ πειραχθῆς –
κάμε μου αὐτὴ τὴ χάρη:
ἄλλος νὰ μὴ τὰ πάρη!

…Καὶ τώρα, τώρα π’ ἄκουσες
τὸν πόνο, τὸν καημό μας,
δέξου μας καὶ θ’ἀφήσωμε
τὸ Σούλι τὸ γλυκό μας…
Τὸ Σούλι – ἂχ ! πὼς τόχασα! –
ψυχή μου, μὴ δακρύσης,
εἶν’ ὥρα νὰ τ’ ἀφήσης!

Κι ἁπλώνοντας τὰ χέρια του στοὺς πέντε του συντρόφους:
Θεέ μου, πολυέλεε,
τώρα ποὺ θαν’ ἀφήσω
τὸν κόσμο καὶ στὸν ἴσκιο σου
θάλθ’ ὁ φτωχὸς νὰ ζήσω,
μία χάρη θέλω, Πλάστη μου:
– τὰ πέντε τὰ παιδιά μου
νὰ τάχω συντροφιά μου!
Τ’ἀνάθρεψα στὸν κόρφο μου –
γιὰ ἰδὲ τά, τὰ καημένα,
ἄλλονε δὲν ἀγάπησαν
παρὰ ἐσὲ κ’ ἐμένα.
Παιδιά μου, μὴ δειλιάζετε-
νἄχετε τὴν εὐχή μου,
Θὰ ζήσετε μαζί μου !

Σταλαματιά-σταλαματιὰ τὰ δάκρυά τους πέφτουν
κ’ ἡ πλάκα ποὺ τὰ δέχεται ραγίζεται καὶ τρίζει.
Παράπονο τοὺς ἔπιασεν, ὄχι θανάτου φόβος,
καὶ κλαίοντας ὁ Σαμουήλ, εἰς τόνα του τὸ χέρι
τὸ ἱερὸ ποτήρι του καὶ στ’ ἄλλο τὴ λαβίδα,
ἀρχίνησε τὴν κοινωνιὰ τοῦ Πλάστη νὰ μεράζη…
Ὁ πρῶτος ἐμετάλαβε – μεταλαβαίνει κι ἄλλος,
τὴν ἔδωσε στὸν τρίτονε – κι ὁ τέταρτος τὴν παίρνει,
καὶ φθάνει ὡς τὸν ὕστερο καὶ τοῦ τηνε προσφέρει.
Κ’ ἐκεῖ ποὺ ἒψαλλ’ ὁ παπὰς μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή του
τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ / σήμερον Υἱὲ Θεοῦ,..
φωνὲς ἀκούονται, χτυπιές, ἀλαλαγμός, ἀντάρα.
Πλακώσανε οἱ ἄπιστοι..- καλόγερε, τί κάνεις;..
Ἐσήκωσε τὰ μάτια του ὁ Σαμουὴλ στὸν κρότο –
καὶ στάζ’ ἀπ’τὴ λαβίδα του ἐπάνω στὸ βαρέλι
μιὰ φλογερὴ σταλαματιὰ ἀπ’ τοῦ Θεοῦ τὸ γαῖμα…
Ἀστροπελέκια ἐπέσανε, βροντάει ὁ κόσμος ὅλος –
λάμπει στὰ γνέφ’ ἡ ἐκκλησιά, λάμπει τὸ μαῦρο Κούγκι!
Τί φοβερὴ κεροδοσὰ πόλαβε στὴ θανὴ του τὸ Σούλι τὸ κακότυχο, καὶ τί καπνὸ λιβάνι!..
Ἀνέβαινε στὸν οὐρανὸ καὶ τοῦ παπᾶ τὸ ράσο
κι ἁπλώθηκε κι ἁπλώθηκε σὰν τρομερὴ μαυρίλα,
σὰ σύγνεφο κατάμαυρο κ’ ἐθόλωσε τὸν ἥλιο.
Κ’ ἐνῶ τ’ ἀνέβαζ’ ὁ καπνός, κ’ ἐνῶ τὸ συνεπαίρνη,
τὸ ράσο πάντ’ ἀρμένιζε κ’ ἐδιάβαινε σὰ Χάρος.
κ’ ἐκεῖθεν ὀποῦ διάβηκε ὁ φλογερός του ἴσκιος,
σὰν νάταν μυστικὴ φωτιὰ ἐρρόγισε τὸ λόγγο.
Καὶ μὲ τὲς πρῶτες ἀστραπὲς καὶ μὲ τὰ πρωτοβρόχια
χλωρὸ χορτάρι φύτρωσε, δάφνες, ἐλιές, μυρτοῦλες,
ἐλπίδες, νίκες καὶ σφαγὲς – χαρὲς κ’ ἐλευθερία.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία De profundis

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.