«Μη σκέφτεσαι — κοίτα!»

Ο Βιτγκενστάιν και η Φωτογραφία

–επιμέλεια, υποσημειώσεις, μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Θεοχάρης–

Μια ασυνήθιστη έκθεση φωτογραφίας με φιλοσοφικές προεκτάσεις, κάποια από τα εκθέματα και ένα κείμενο του Ρέι Μονκ, βιογράφου και μελετητή του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, όπου αποκωδικοποιείται η φιλοσοφία πίσω από τις φωτογραφίες του φιλόσοφου.

Η φωτογραφική κληρονομιά του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν

–της Emma Mustich–

Ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν είναι γνωστός πάνω απ’ όλα για την πρωτοποριακή εργασία του στη φιλοσοφία του 20ούν αιώνα. Υπήρξε όμως και ενθουσιώδης ερασιτέχνης φωτογράφος που άφησε πίσω του δείγματα εξόχως ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά.

Εξήντα χρόνια μετά το θάνατο του αυστριακού στοχαστή, τα Αρχεία Βιτγκενστάιν (που βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, όπου ο φιλόσοφος σπούδασε και δίδαξε) συγκέντρωσαν κάποιες από τις καλλιτεχνικές του προσπάθειες, μαζί με άλλες σχετικές φωτογραφίες, για μία έκθεση. Η έκθεση παρουσιάστηκε στο Κέμπριτζ (2011) και στην Atrium Gallery του London School of Economics (2012).

Οι φωτογραφίες έχουν τόσο φιλοσοφική όσο και καλλιτεχνική σημασία. Σε ένα ερμηνευτικό κείμενο που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου διαβάζουμε:

Η σύνθετη φωτογραφία (βλ. πρώτη διαφάνεια) θα μπορούσε να πει κανείς ότι σηματοδοτεί την απαρχή της ανάπτυξης των βιτγκενσταϊνικών εννοιών «γλωσσικό παιχνίδι» και «οικογενειακή ομοιότητα». Τα πράγματα που υποτίθεται ότι συνδέονται μέσω απομονωμένων κοινών χαρακτηριστικών στην πραγματικότητα συνδέονται με μυριάδες επικαλυπτόμενες ομοιότητες που υφαίνουν πολύπλοκα δίκτυα, οι δυνατότητες των οποίων αναπαρίστανται στην προκύπτουσα ασάφεια. Ο Βιτγκενστάιν, αργότερα, στην ανάπτυξη αυτής της ιδέας χρησιμοποίησε ως παράδειγμα οικογένειες ανθρώπων, όπου «η σωματοδομή, τα χαρακτηριστικά, το χρώμα των ματιών, το βάδισμα, η ιδιοσυγκρασία, κ.λπ. κ.λπ. επικαλύπτονται και διασταυρώνονται με τον ίδιο [ασαφή] τρόπο».

Το πλήρες ερμηνευτικό κείμενο και περισσότερες πληροφορίες για τις φωτογραφίες του Βιτγκενστάιν βρίσκονται εδώ. Οι φωτογραφίες αναπαράγονται με την άδεια των Αρχείων Βιτγκενστάιν.

 * * * 

Το Πάθος του Βιτγκενστάιν για το «βλέπειν», όχι το «σκέπτεσθαι» 

–του Ray Monk*– (15/8/2012)

«Το να σκέφτεται κανείς με εικόνες», γράφει κάπου ο Ζίγκμουντ Φρόιντ, «βρίσκεται πιο κοντά σε ασύνειδες διαδικασίες από ό, τι το να σκέφτεται με λέξεις, και πρόκειται αναμφισβήτητα για διαδικασία παλαιότερη από τη δεύτερη, τόσο οντογενετικά όσο και φυλογενετικά.» Υπάρχει, με άλλα λόγια, κάτι αρχέγονο, κάτι θεμελιώδες στο να σκέφτεται κανείς με εικόνες.

140115_sigmund_freud_660

Ο Φρόιντ και η κατασκευή της εικόνας του

Αυτή η θεωρία προκαλεί αποτροπιασμό σε πολλούς φιλοσόφους, κυρίως σε εκείνους που πιστεύουν ότι κάθε σκέψη είναι προτασιακή, ότι το να σκέφτεσαι σημαίνει να χρησιμοποιείς λέξεις. Για μερικούς από τους πιο διακεκριμένους φιλοσόφους στην ιστορία, το να σκέφτεται και το να διατυπώνεις προτάσεις ήταν ουσιαστικά ένα και το αυτό. Ο Μπέρτραντ Ράσελ, μερικές φορές προς μεγάλη του απογοήτευση, ήταν απελπιστικός στη νοερή απεικόνιση και, λίγο-πολύ, αδιάφορος για τις εικαστικές τέχνες. Η διανοητική του ζωή έμοιαζε σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτελούμενη από λέξεις, όχι από εικόνες. Όταν ο φίλος του Ρούπερτ Κρόσχεϊ-Ουίλιαμς τον έβαλε κάποτε να κάνει ένα τεστ νοημοσύνης όπου έπρεπε να συνταιριάζει ολοένα και πιο περίπλοκα γεωμετρικά σχήματα, ο Ράσελ τα πήγε πολύ καλά μέχρι ένα ορισμένο σημείο και εξαιρετικά άσχημα μετά από αυτό. «Τι συνέβη;» ρώτησε ο Κρόσχεϊ-Ουίλιαμς. «Δεν είχα ονόματα για τα σχήματα», απάντησε ο Ράσελ.

Από αυτή την άποψη, όπως και από πολλές άλλες, ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν ήταν το αντίθετο του Ράσελ. Για τον Βιτγκενστάιν, το να σκέφτεσαι, να κατανοείς, είχε να κάνει, κατά πρώτο και κύριο λόγο, με το να απεικονίζεις. Σε μια συζήτηση με φίλους του, αναφέρθηκε αρκετές φορές στον εαυτό του ως «μαθητής» και «οπαδός» του Φρόιντ, και πολλοί έκτοτε έχουν προβληματιστεί με το τι θα μπορούσε να εννοεί με αυτό. Νομίζω ότι η παρατήρηση του Φρόιντ που παρατίθεται παραπάνω ίσως να είναι το κλειδί εδώ – ίσως η αναφορά του Βιτγκενστάιν στον συμπατριώτη του να οφείλεται στην έμφαση που έδινε ο Φρόιντ στην αρχέγονη διαδικασία τού “σκέπτεσθαι με εικόνες”.

Bertrand Russell

Μπέρτραντ Ράσελ

Όπως και ο Φρόιντ, ο Βιτγκενστάιν πήρε πολύ σοβαρά την ιδέα ότι τα όνειρά μας μάς παρέχουν μια σειρά από εικόνες, η ερμηνεία των οποίων θα μπορούσε να αποκαλύψει τις σκέψεις που έχουμε υποβιβαστεί στα ασυνείδητα μέρη του μυαλού μας. «Αν η θεωρία του Φρόιντ σχετικά με την ερμηνεία των ονείρων αξίζει κάτι», 41tG3DKdLWL._SL500_SY344_BO1,204,203,200_γράφει κάπου ο Βιτγκενστάιν, «αυτό έγκειται στο ότι δείχνει πόσο πολύπλοκος είναι ο τρόπος που ο ανθρώπινος νους αναπαριστά τα γεγονότα με εικόνες. Τόσο περίπλοκος, τόσο ακανόνιστος είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτά αναπαρίστανται που μόλις και μετά βίας μπορούμε να το ονομάσουμε πλέον αυτό αναπαράσταση».

Ήταν θεμελιώδες για τη σκέψη του Βιτγκενστάιν–τόσο στο πρώιμο έργο του Tractatus Logico-Philosophicus[1] όσο και στις μεταγενέστερες Φιλοσοφικές Έρευνες[2]– το ότι αυτά που μπορούμε να δούμε και ως εκ τούτου αυτά που μπορούμε να συλλάβουμε διανοητικά δεν είμαστε σε θέση να τα διατυπώσουμε όλα με λέξεις. Στο Τρακτάτους, αυτό εμφανίζεται ως η διάκριση μεταξύ του τι μπορεί να ειπωθεί και τι πρέπει να δειχθεί. «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, για αυτά πρέπει να σωπαίνει»[3], λέει η διάσημη τελευταία φράση του βιβλίου, αλλά, όπως κατέστησε σαφές ο Βιτγκενστάιν σε ιδιωτικές συνομιλία και στην αλληλογραφία του, πίστευε ότι τα πράγματα για τα οποία πρέπει να σωπαίνουμε είναι τα πιο σημαντικά. (Σχετικά με το παραπάνω, ο λογικός θετικιστικής Ότο Νόιρατ, απηχώντας τον Βιτγκενστάιν, είχε δηλώσει: «Πρέπει πράγματι να σωπαίνουμε – αλλά όχι για τα πάντα».)

Για να κατανοήσουμε αυτά τα σημαντικά πράγματα [για τα οποία πρέπει να σωπαίνουμε], δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε λεκτικά, αλλά να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά ό,τι βρίσκεται μπροστά μας. «Μην σκέφτεσαι, κοίτα!»[4] προτρέπει ο Βιτγκενστάιν στις Φιλοσοφικές Έρευνες. Η φιλοσοφική σύγχυση, υποστήριζε, έχει τις ρίζες της όχι στο σχετικά επιφανειακό σκέπτεσθαι που εκφράζεται με λέξεις αλλά σε εκείνη τη βαθύτερη περιοχή που μελετούσε ο Φρόιντ, το εικονογραφικό σκέπτεσθαι που βρίσκεται στο υποσυνείδητο και εκφράζεται μόνο αθέλητα, για παράδειγμα, στα όνειρα, στα ασυναίσθητα σκαριφήματα και στα “φροϋδικά ολισθήματα”. «Μια wittgenstein103-f46εικόνα μάς κρατούσε αιχμάλωτους»[5], λέει ο Βιτγκενστάιν στις Έρευνες, και πιστεύει ότι αυτό που πρέπει να κάνει ως φιλόσοφος δεν είναι να αποφαίνεται υπέρ ή κατά της αλήθειας της μίας ή της άλλης πρότασης, αλλά να ερευνά βαθύτερα και να αντικαθιστά μία εικόνα με μία άλλη. Με άλλα λόγια, θεωρεί ότι η δουλειά του είναι να μας κάνει, ή τουλάχιστον να μας δώσει τη δυνατότητα, να δούμε τα πράγματα διαφορετικά.

Η σημασία που ο Βιτγκενστάιν απέδιδε στο βλέπειν αποτυπώθηκε έντονα –σε κατάλληλα οπτική μορφή– στην έκθεση «Βιτγκενστάιν: Φιλοσοφία και Φωτογραφία» που έγινε το 2012 στο London School of Economics (επανάληψη της έκθεσης του είχε γίνει έναν χρόνο νωρίτερα στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ). Στα εκθέματα περιλαμβάνονταν συναρπαστικές φωτογραφίες: επαγγελματικά πορτρέτα της οικογένειας Βιτγκενστάιν (είχε τέσσερις αδελφούς και τις τρεις αδελφές)· φωτογραφίες στα αρχοντικά της οικογένειας στη Βιέννη· φωτογραφίες με θέμα τον ίδιο τον Βιτγκενστάιν σε διάφορες φάσεις: βρέφος, αγοράκι ντυμένο με ναυτική στολή, μαθητής, στρατιώτης και, τέλος, καθηγητής· φωτογραφίες της μοντερνιστικής οικίας στη Βιέννη που σχεδίασε για την αδελφή του Γκρετλ· φωτογραφίες από διακοπές που ο Βιτγκενστάιν τράβηξε με μια φτηνή φωτογραφική μηχανή αγορασμένη σε πολυκατάστημα· σελίδες από το άλμπουμ του που περιείχαν μικρού μεγέθους φωτογραφίες φίλων του και μελών της οικογένειάς του· και μια σειρά από (ειλικρινώς παράξενες) φωτογραφίες που ο Βιτγκενστάιν έβγαλε σε θάλαμο αυτόματων φωτογραφιών – σε αυτές εμφανίζεται να αλλάζει έκφραση και την κατεύθυνση του βλέμματός του σε κάθε λήψη, έτσι που αν τις βάλει κανείς στη σειρά και τις “τρέξει” όπως ορίζει το παιδικό παιχνίδι, θα έχει το κοντινότερο πράγμα που διαθέτουμε σε κινούμενες εικόνες του σπουδαίου φιλόσοφου.

Το πρώτο έκθεμα ήταν το πιο ενδιαφέρον όλης της έκθεσης: μια σύνθεση αποτελούμενη από τέσσερα πορτρέτα: ο Βιτγκενστάιν και οι τρεις αδελφές του (βλ. παραπάνω). Εκ πρώτης όψεως, μοιάζει με τη φωτογραφία ενός και μόνο ατόμου, αν και ακαθόριστου φύλου: είτε ενός θηλυπρεπούς άντρα είτε μιας αντρογυναίκας. Στη συνέχεια, όμως, παρατηρεί κανείς λεπτομέρειες των διαφόρων συστατικών της φωτογραφίας. Γύρω από το λαιμό, για παράδειγμα, βλέπει κανείς μια παράξενη συλλογή από αξεσουάρ: το φουλάρι της Χελένε συνδυάζεται παραδόξως με το κολιέ της Γκρετλ και τον ξεκούμπωτο γιακά του πουκάμισου του Λούντβιχ. Και όμως τα μάτια, η μύτη και το στόμα μοιάζουν σαν να ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, γεγονός που επιτρέπει σε κάποιον να δει άμεσα την πολύ ισχυρή οικογενειακή ομοιότητα ανάμεσα στα τέσσερα αδέλφια.

Η έννοια της «οικογενειακής ομοιότητας» είναι αποφασιστικής σημασίας για τη φιλοσοφία του όψιμου Βιτγκενστάιν. Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προσπάθειά του να ανατρέψει την εικόνα που ο ίδιος θεωρεί ως τη ρίζα των περισσοτέρων φιλοσοφικών συγχύσεων, συγκεκριμένα την «αυγουστίνεια εικόνα του νοήματος». Οι Φιλοσοφικές Έρευνες ξεκινούν με ένα απόσπασμα όχι από κάποιο φιλοσοφικό κείμενο, αλλά από μια αυτοβιογραφία: τις Εξομολογήσεις του Αγίου Αυγουστίνου. Εκεί, ο Αυγουστίνος περιγράφει πώς έμαθε να μιλά. «Όταν εκείνοι [οι ενήλικες] ονόμαζαν κάποιο αντικείμενο», γράφει, «αντιλαμβανόμουν ότι το αντικείμενο είχε υποσήμανση τους φθόγγους που πρόφεραν όταν ήθελαν να το καταδείξουν· έτσι, ακούγοντας τις λέξεις να χρησιμοποιούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο επανειλημμένως, «σταδιακά έμαθα να καταλαβαίνω ποια πράγματα υποσήμαιναν οι λέξεις».[6]

Αυτό το απόσπασμα, λέει ο Βιτγκενστάιν, μας δίνει «μια ορισμένη εικόνα της ουσίας της ανθρώπινης γλώσσας»[7], μια εικόνα που αναπαριστά το νόημα ως τη σχέση μεταξύ μιας λέξης κι ενός αντικειμένου. Αυτή η εικόνα είναι σχετικά ακίνδυνη, όταν περιοριζόμαστε σε λέξεις όπως “τραπέζι”, “καρέκλα” και ούτω καθεξής, αλλά όταν εφαρμόζεται στις πιο σύνθετες έννοιες που χρησιμοποιούν οι φιλόσοφοι –νους, ψυχή, δικαιοσύνη, αλήθεια, νόημα– οδηγεί σε σύγχυση. Ρωτάμε, «Τι είναι ο νους;» και περιμένουμε η απάντηση να λάβει τη μορφή της αναγνώρισης κάποιου πράγματος στο οποίο αναφέρεται η λέξη “νους”.

Για να ξεπεραστεί αυτό, ο Βιτγκενστάιν προτείνει να αντιλαμβανόμαστε τις λέξεις όχι ως αντιστοιχούσες σε ένα και μόνο αντικείμενο, αλλά σε μια ομάδα αντικειμένων που δεν είναι απαραίτητο να έχουν κάτι κοινό. Αντίθετα, όπως και τα μέλη της ίδιας οικογένειας, θα μπορούσαν να έχουν μια σειρά από ομοιότητες και διαφορές που επικαλύπτονται και διασταυρώνονται με διάφορους περίπλοκους τρόπους. Μερικοί Βιτγκενστάιν (όπως ο Λούντβιχ και τις αδελφές του) μπορεί να έχουν την ίδια μύτη, το ίδιο στόμα, τα ίδια μάτια, αλλά, ας πούμε, διαφορετικά μέτωπα. Δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα πράγμα που όλα τα μέλη της οικογένειας να το έχουν κοινό. Ομοίως, δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα πράγμα (όποιο κι αν είναι αυτό) κοινό σε όλες οι εμφανίσεις της λέξης «αλήθεια». Σε αυτή την περίπτωση, το φιλοσοφικό έργο τού να ψάχνει κανείς την ουσία της αλήθειας είναι ατελείωτο, όχι γιατί η έννοια είναι βαθιά, αλλά επειδή αποτελεί ένα παράδειγμα των τρόπων με τους οποίους είναι σε θέση μία εικόνα να μας αιχμαλωτίσει.

Κατά συνέπεια, στην καρδιά της φιλοσοφίας του Βιτγκενστάιν βρίσκεται αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «η κατανόηση που συνίσταται στο να “βλέπεις συνδέσεις”». Εδώ το “βλέπειν” εννοείται όχι μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά. Αυτός είναι ο λόγος που, προς το τέλος των Ερευνών, αφιερώνει τόσο πολύ χώρο πραγματευόμενος το φαινόμενο του να βλέπει κανείς διφορούμενες εικόνες, όπως η πάπια-κουνέλι. Όταν “αλλάζουμε την οπτική γωνία” υπό την οποία κοιτάμε την εικόνα, βλέποντας πότε μία πάπια, πότε ένα κουνέλι, τι αλλάζει; Δεν είναι η εικόνα που αλλάζει, αυτή παραμένει η ίδια. Αυτό που αλλάζει δεν είναι το αντικείμενο, αλλά ο τρόπος που το βλέπουμε· το βλέπουμε με διαφορετικό τρόπο, ακριβώς όπως όταν βλέπουμε ένα πρόσωπο διαφορετικά αν “διαβάσουμε”, αρχικά, στην έκφρασή του ευτυχία και, στη συνέχεια, υπεροψία.

10257993_872950692747341_594814882780430346_n

Η πάπια-κουνέλι

 «Δεν προσέχεις αρκετά τα πρόσωπα των ανθρώπων», επέπληξε κάποτε ο Βιτγκενστάιν τον φίλο του Μόρις Ντρούρυ. «Είναι ένα ελάττωμα που πρέπει να διορθώσεις». Η μεγάλη αξία της έκθεσης «Βιτγκενστάιν: Φιλοσοφία και Φωτογραφία» ήταν ότι μας έδωσε την ευκαιρία να ακολουθήσουμε τη συμβουλή του.

 * * *

[1] Ludwig Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus, μετάφραση: Θανάσης Κιτσόπουλος, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1978.

[2] Ludwig Wittgenstein, Φιλοσοφικές Έρευνες, μετάφραση: Παύλος Χριστοδουλίδης, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1977.

[3] Tractatus, § 7.

[4] ΦΕ, § 66.

[5] ΦΕ, § 115.

[6] ΦΕ, § 1.

[7] ΦΕ, § 1.

* Ο Ρέι Μονκ είναι καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιου του Σαουθάμπτον και συγγραφέας της εξαιρετικής βιογραφίας «Λούντβιχ Βιτγκενστάιν: Το Χρέος της Μεγαλοφυΐας», μετάφραση: Γρηγόρης Ν. Κονδύλης, επιμέλεια: Κωστής Μ. Κωβαίος, Scripta, Αθήνα 1998.

Πηγές:

http://www.salon.com/2011/07/08/wittgenstein_photographs/

http://www.salon.com/2011/07/08/wittgenstein_photographs/slide_show/7

http://www.newstatesman.com/culture/art-and-design/2012/08/ludwig-wittgenstein%E2%80%99s-passion-looking-not-thinking

tumblr_lft0w9TXpn1qgvu84o1_500

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Εικαστικά

Το dim/art στο facebook

 

 

6 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.