Home

–του Γιώργου Θεοχάρη–

Υποθέτω βάσιμα ότι τις ταινίες Ένα Βότσαλο στη Λίμνη (1952), Σάντα Τσικίτα (1953) και Δεσποινίς Ετών 39 (1954) τις έχουν δει (σχεδόν) οι πάντες: στα 60+ χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την παραγωγή τους, μετά τον (επιτυχημένο) κύκλο τους στις αίθουσες τη δεκαετία του ’50, πέρασαν στο ευρύτερο δυνατό κοινό με όλα τα υπάρχοντα (και διαρκώς εξελισσόμενα) μέσα: τηλεόραση, βίντεο, DVD, Διαδίκτυο.

Αυτές οι ταινίες έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά: καταρχάς, και οι τρεις γυρίστηκαν στο Κάιρο (στο εξής –για συντομία–: η Τριλογία του Καΐρου): κοινός παραγωγός (Μήλλας Φιλμ), σκηνοθέτης (Αλέκος Σακελλάριος), σεναριογράφοι (Χρήστος Γιαννακόπουλος & Αλέκος Σακελλάριος – από θεατρικά των ίδιων), κινηματογραφιστής (Βίκτωρ Αντουάν), μοντέρ (Αλμπέρ Ναγκίπ)· σχεδόν κοινό τεχνικό συνεργείο· και σχεδόν οι ίδιοι ηθοποιοί. Οι λόγοι πίσω από την παραγωγή στο εξωτερικό έχουν ενδιαφέρον, αλλά αποτελούν ξεχωριστό θέμα (επιφυλάσσομαι). Εδώ θα αρκεστώ στη συγκυρία: στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο θίασος του Βασίλη Λογοθετίδη έκανε περιοδείες στην Αίγυπτο των μεγάλων ελληνικών παροικιών, δηλαδή οι ηθοποιοί ήταν εκ των πραγμάτων διαθέσιμοι, άρα ευκαιρία να γυριστούν και οι ταινίες (μάλιστα, οι δύο από τις τρεις ταυτόχρονα!).

Έχω δει τις ταινίες της Τριλογίας αμέτρητες φορές. Κινηματογραφικά μιλώντας, έχουν σοβαρά τεχνικά προβλήματα. Επίσης, δεν κρύβουν τη θεατρική τους καταγωγή, γεγονός εξ ορισμού αντι-κινηματογραφικό. Τέλος, ιδεολογικά μπάζουν από παντού (και από την άποψη της πολιτικής ορθότητας, τούτες εδώ είναι πολιτικώς τ’ ανάσκελα). Παρ’ όλα αυτά, ο Λογοθετίδης είναι ε-ξαι-ρε-τι-κός! Απλώς δεν μπορείς να του αντισταθείς. Όμως, δεν θα επεκταθώ στην κινηματογραφική πλευρά της Τριλογίας του Καΐρου γιατί το θέμα του παρόντος είναι άλλο, οικονομικής φύσης!

ena_votsalo_sth_limni_2

Όπως έλεγα, έχοντας δει τις ταινίες τόσες φορές, ξέρω πια τους διαλόγους απέξω. Έτσι, έχω την άνεση, κάθε φορά που τις (ξανα)βλέπω, να σκέφτομαι παράλληλα διάφορα περίεργα πράγματα, όπως, λ.χ., την αξία της λίρας ή τον μισθό ενός υπάλληλου γραφείου ή την τιμή της τυρόπιτας στη δεκαετία του ’50.

Η μεταπολεμική Ελλάδα της δεκαετίας του ’50 ήταν σκληρός τόπος για τους περισσότερους, ανεξαρτήτως πολιτικών φρονημάτων. (Εντάξει, για τους αριστερούς ήταν κόλαση, αλλά και η πλειοψηφία των υπολοίπων πεινούσε, τι να λέμε τώρα;) Τότε, αυτό δεν το λέγανε “ανθρωπιστική κρίση”, γιατί δεν ήταν κρίση, αλλά μόνιμη κατάσταση (να μην ξεχνάμε και την προηγούμενη δεκαετία, που ήταν ακόμα χειρότερη). Έχοντας από τη μία κατά νου αυτά, και από την άλλη μια μεγάλη μερίδα Νεοελλήνων (από όλο το ηλικιακό φάσμα – ακόμα και άνθρωποι νεότατοι!) που νοσταλγούν αυτιστικά τους “παλιούς καλούς καιρούς”, είπα να δω τι θα προέκυπτε από μια οικονομικού χαρακτήρα σύγκριση του τότε με το τώρα, βασιζόμενος αφενός στην Τριλογία του Καΐρου, για τις αρχές των ελληνικών 50s, και αφετέρου στη σημερινή αγορά, που όλοι μας ξέρουμε.

Δεν θα περιγράψω τις υποθέσεις των ταινιών – τις θεωρώ δεδομένες. Θα περιοριστώ στις αναφορές στα οικονομικά μεγέθη και μόνο στους χαρακτήρες που μας δίνουν τις σχετικές πληροφορίες. Ας αρχίσω με τους ήρωες:

[Α] Ένα βότσαλο στη Λίμνη: Ο Μανώλης Σκουντρής (Λογοθετίδης) είναι ψυχοπαθολογικά τσιγκούνης. Η Βέτα (Μαίρη Λαλοπούλου) είναι η σύζυγός του και υποφέρει από την τσιγκουνιά του. Η Σοφία (Ντίνα Σταθάτου) είναι η υπηρέτρια του ζεύγους. Ο Γιώργος Καρανάσος (Βαγγέλης Πρωτόπαππας) είναι συνεργάτης του Μανώλη – μηχανικός ο πρώτος, εργολάβος ο δεύτερος. Αλλά, ο Γιώργος είναι βασικά γυναικάς («Τζενούλα, απόψε είχαμε πει;» – κλινική περίπτωση!).

[Β] Σάντα Τσικίτα: Ο Φώτης Φαγκρής (Λογοθετίδης) είναι υπάλληλος σε κάποια απροσδιόριστης φύσης χρηματοπιστωτική εταιρεία. Ο Μιχάλης (Πρωτόπαππας) είναι συνάδελφός του. Η Μαίρη (Σταθάτου) είναι η αιώνια αρραβωνιαστικιά του. Ο Μπάμπης Φαγκρής (Στέφανος Στρατηγός) είναι ξάδερφός του και καμπαρετζής. Ο κύριος Παναγάκος (Θανάσης Τζενεράλης) είναι το αφεντικό του και ο κομπάδρε.

[Γ] Δεσποινίς Ετών 39: Ο Τηλέμαχος Καραντάρης (Λογοθετίδης) επείγεται να παντρέψει την ώριμη αδερφή του για να παντρευτεί, με τη σειρά του, την αγαπημένη του. Ο Σταμάτης (Τζενεράλης) είναι ο φίλος του που βάζει την αγγελία στην εφημερίδα. Ο Τηλέμαχος, από παρεξήγηση, περνάει έναν Εφοριακό (Μιχάλης Παπαδάκης) για υποψήφιο γαμπρό, και δη συνταξιούχο, και του τα λέει όλα, χαρτί και καλαμάρι, για την κομπίνα με το ενοικιοστάσιο στο τριώροφο.

Η Τριλογία του Καΐρου παρέχει πλήθος πληροφοριών για τα οικονομικά μεγέθη της καθημερινότητας (κόστος ζωής, βασικά είδη διατροφής, διασκέδαση, υπηρεσίες, μισθοί, ενοίκια, προίκες) στη μεταπολεμική Ελλάδα. Οι πληροφορίες προφανώς ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. (Αυτό είναι τόσο αυτονόητο που δεν χρειάζεται υποστήριξη.) Αποδελτίωσα όλες τις σχετικές αναφορές και με απλή αριθμητική τις έκανα συγκρίσιμες με τη σημερινή πραγματικότητα, για να διαπιστώσουμε (με στοιχεία της pop culture – που πάει να πει, έγκυρα!) αν ήταν όντως τόσο καλοί εκείνοι οι παλιοί καιροί. Η μέθοδος που ακολούθησα είναι απλή και μου φαίνεται σωστή (αλλά όρκο δεν παίρνω γιατί τα οικονομικά δεν είναι το φόρτε μου): υπολόγισα (βάσει των πληροφοριών από την Τριλογία του Καΐρου) την αξία της χρυσής λίρας και την τιμή βασικών προϊόντων, υπηρεσιών κ.λπ. τότε, το 1952. [Εδώ ανοίγω μεγάλη αγκύλη για την ιστορία, αλλά και για να μην χαθείτε μέσα στα πολλά μηδενικά: η δραχμή μέχρι την 20η/6ου/1954 ήταν ακόμα πληθωρική – όχι κατοχικά πληθωρική, αλλά πάντως πληθωρική. Τότε ήταν που, δια νόμου, οι 1.000 δραχμές εξισώθηκαν με 1 δραχμή. Είχε προηγηθεί η ιστορική υποτίμηση του Μαρκεζίνη – την 9η/4ου/1953– που έριξε τη δραχμή κατά 100% σε σχέση με το δολάριο: η ισοτιμία από 15.000 δραχμές ανά δολάριο πήγε στις 30.000. (Και έναν χρόνο μετά, όταν χάθηκαν τα μηδενικά, στις 30 δραχμές, όπου έμεινε για δεκαετίες – μέχρι το 1982.) Παρ’ όλα αυτά, το επιχείρημα που θα στηρίξω στην Τριλογία του Καΐρου δεν επηρεάζεται από αυτές τις εξελίξεις γιατί οι ταινίες είχαν γυριστεί κατά πάσα πιθανότητα πριν την υποτίμηση (η οποία, ούτως ή άλλως, δεν ενδιαφέρει γιατί είχε να κάνει με τις διεθνείς ισοτιμίες) και σίγουρα πολύ πριν την εξάλειψη των μηδενικών. (Να κλείσει η αγκύλη, επιτέλους!)] Στη συνέχεια, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τα αντίστοιχα σημερινά μεγέθη, συνέκρινα τις τιμές με βάση όχι τα ευμετάβλητα νομίσματα (δραχμή διαφόρων φάσεων και ευρώ) αλλά τη –σταθερότερη– χρυσή λίρα, η οποία, εξαιτίας των οχτώ μεταπολεμικών υποτιμήσεων της δραχμής, ήταν η βάση όλων των μεγάλων συναλλαγών. Υπολόγισα (το πώς θα το δείτε παρακάτω) ότι η χρυσή λίρα μεταξύ 1952-1953 αντιστοιχούσε σε 200.000-225.000 δραχμές. Γνωρίζοντας, από την άλλη, ότι σήμερα η χρυσή λίρα αντιστοιχεί σε 250 ευρώ (όπου 1 ευρώ, θυμίζω, αντιστοιχεί σε 340,75 δραχμές του 2002), μπόρεσα εύκολα να κάνω τις απαραίτητες αναγωγές.

santa_tsikita_4

Ας δούμε τώρα τις σχετικές πληροφορίες από την Τριλογία του Καΐρου:

235px-Wiki_cinema_votsalo

[Α1] Από διάλογο του Μανώλη Σκουντρή με τη Βέτα, μαθαίνουμε ότι το 1952 το λάδι είχε 16.800 δραχμές η οκά. Η οκά αντιστοιχεί σε 1.282 γραμμάρια. Άρα ένα κιλό λάδι είχε 13.100 δραχμές. Δηλαδή, 14,55 ευρώ. Ακριβό το λάδι.

[Α2] Σε διάλογο των ίδιων χαρακτήρων αναφέρεται ότι το φως που έκαιγε για λίγα λεπτά της ώρας άνευ λόγου («Γι’ αυτό τους έχουμε τους διακόπτες δίπλα στην πόρτα. Μπαίνεις, χραπ. Βγαίνεις, χραπ».), θα επιβάρυνε τον λογαριασμό του ηλεκτρικού κατά 1.000 δραχμές (δηλαδή, 1,1 ευρώ). Το ποσό ακούγεται μεγάλο, αλλά τα στοιχεία δεν επαρκούν για να βγει ασφαλές συμπέρασμα για το κόστος του ηλεκτρικού.

[Α3] Από τη σκηνή όπου η υπηρέτρια Σοφία γυρίζει από τον χασάπη, μαθαίνουμε ότι μισή οκά μοσχαράκι έκανε περίπου 20.000 δραχμές. (Η Σοφία έχει αγοράσει μιάμιση οκά μοσχαράκι. Ο Μανώλης το βρίσκει πολύ και λέει στη Βέτα: «Άντε να πέσουμε με μούτρα απάνω στο μοσχάρι. Άντε να φάμε τη μισή οκά· να φάμε τα 300 δράμια· τη μία οκά! Τα άλλα τα ρέστα τι θα τα κάνουμε δηλαδή, θα τα πετάξουμε; (…) Όχι και να πετάμε τα εικοσαχίλιαρα στο δρόμο!»). Αυτό μας κάνει 31.200 δραχμές το κιλό. Δηλαδή, 34,7 ευρώ. Πανάκριβο το κρέας!

[Α4] Την καρφίτσα-αντίκα από δεύτερο χέρι, την οποία ορέγεται η Βέτα, την κοστολογούν στις 100 λίρες («Ούτε με 100 λίρες δεν την κάνεις», λέει η Βέτα στον Μανώλη) – η κυρία που την πουλούσε ζητούσε 30, αλλά επειδή είχε ανάγκη θα της την έπαιρναν με 20. Ούτε αυτή η πληροφορία είναι αξιοποιήσιμη (αν και 100 λίρες, ισοδυναμούν με 25.000 ευρώ: πολλά λεφτά για μια καρφίτσα) γιατί δεν ξέρουμε τι σόι κόσμημα ήταν αυτό που είχε έστειλε πεσκέσι στη λεγάμενη ο Σουγκουρσούν Χαν, εκείνος «ο βρομο-Τάταρος που ροκάνισε τις χερούκλες του».

[Α5] Αργότερα, στο γραφείο, ο Μανώλης λέει στον Γιώργο ότι τα Χριστούγεννα πήγε με τη Βέτα σε ένα καμπαρέ για ρεβεγιόν και πλήρωσε ταμπλ-ντοτ (που δεν το ’φαγαν κιόλας) 620.000 δραχμές, ποσό που αντιστοιχεί σε σχεδόν 700 ευρώ! Πάρα πολλά λεφτά για δύο άτομα.

[Α6] Καθώς ο Γιώργος προσπαθεί να πείσει τον Μανώλη να τον ακολουθήσει στο γλέντι μετά τσιλιμπουρδίσματος («Βρε αδερφέ, θα αρτυθούμε;») με το Μουστοκούλουρο και τη ΒορειαμερικανάραΠα πα πα πα πα, Μανώλη!»), υπολογίζουν προκαταβολικά το κόστος της βραδιάς. Για τέσσερα άτομα καταλήγουν κάπου ανάμεσα στις 400.000 και 600.000 δραχμές συνολικά (ο Γιώργος μιλάει για 200.000 ο καθένας και ο Μανώλης λέει: «Ας πάνε και 250.000. Άντε, 300.000, Γιώργο. Μετριάζω το τσιγάρο! (…) Θα κόψω από δω, θα κόψω από κει, στο μήνα πάνω θα τα βγάλω».). Το γλέντι που σχεδίαζαν θα περιλάμβανε απεριτίφ, φαγητό, καμπαρέ, βενζίνη και σεπαρέ σε εξοχικό κέντρο για τα περαιτέρω. Το ποσό αντιστοιχεί σε 444-666 ευρώ. Σχεδόν ένας σημερινός βασικός μισθός! (Εδώ είναι δύσκολη η σύγκριση, αφενός γιατί εξαρτάται από το πώς το αντιλαμβάνεται κανένας το «γλέντι με γυναίκες» και αφετέρου γιατί τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Θα επανέλθω.)

[Α7] Όταν ο Γιώργος λέει ότι θα καταλήξουν τις μικρές ώρες σε καμιά εξοχή (Κηφισιά, Καλαμάκι), ο Μανώλης, που δεν ξέρει ότι η Μάργκαρετ «έχει μια Καντιλάκ από δω ίσα με απέναντι», λέει ότι μόνο το αυτοκίνητο (εννοεί το ταξί) θα στοιχίσει 200.000. Δηλαδή, 222 ευρώ για να πάνε από το κέντρο στην Κηφισιά και πάλι πίσω. Η πληροφορία δεν είναι αξιοποιήσιμη γιατί λείπουν οι λεπτομέρειες . Πάντως, απλησίαστα τα μεταφορικά!

[Α8] Τελικά, γίνεται το γλέντι όπου ξοδεύουν όλα τους τα μετρητά και τις 50 λίρες του Παναγιωταρέα! Βέβαια, τα περισσότερα σκορπίστηκαν στον βρόντο, αλλά όλο και κάτι μαθαίνουμε για τις πραγματικές τιμές (και κυρίως για την αξία της λίρας). Δυστυχώς, δεν μας λένε πόσα πλήρωσαν στο Ατενέ για φαγητό, αλλά ο Μανώλης σχολιάζει ότι ο λογαριασμός ήταν «φωτιά και λαύρα». Μαθαίνουμε, όμως, ότι στο καμπαρέ Ρίο πλήρωσαν 4.500.000 δραχμές γιατί και τα έσπασαν και κέρασαν όλο το μαγαζί. Ο Μανώλης, στα πρόθυρα εγκεφαλικού,  μας πληροφορεί ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί με 20 λίρες. Άρα η λίρα τότε είχε 225.000 δραχμές. (Το κρατάμε αυτό.)

[Α9] Ο Μανώλης στο Ρίο έδωσε 317.000 για ένα πανέρι με λουλούδια («Μήπως αγόρασα και το οικόπεδο που βγαίνουν τα λουλούδια;» αναρωτιέται), 29 λίρες πουρμπουάρ στην ορχήστρα και 1 λίρα για να πάρει το καπέλο του από την γκαρνταρόμπα. Αυτές οι πληροφορίες δεν μας λένε τίποτα, γιατί ο τσίριο Μανώλης είχε γίνει κουρούμπελο από τα ουίσκια, οπότε μοίραζε τις λίρες σαν πασατέμπο. Εντούτοις, μαθαίνουμε ότι το καπέλο του κόστιζε 75.000 δραχμές και με 1 λίρα μπορούσε να πάρει άλλα τρία. («Το καπέλο μου κάνει 75.000 δραχμές. Γιατί δεν πήγαινα στου Λαμπρόπουλου να πάρω άλλα τρία;»). Άρα, επιβεβαιώνεται το προηγούμενο συμπέρασμα ότι η χρυσή λίρα το 1952 αντιστοιχούσε σε 225.000 δραχμές.

401b41223f58bd7b013f5b2d09df00ad

[Β10] Από διάλογο μεταξύ του Φώτη και του Μιχάλη μαθαίνουμε ότι η τυρόπιτα είχε 2.000 δραχμές (2,5 ευρώ), το κουλούρι 500 δραχμές (0,625 ευρώ) και ένα ξύρισμα κόστιζε 5.000 δραχμές (6,25 ευρώ). Το ξύρισμα δεν δίνει συγκρίσιμο μέγεθος γιατί τότε ήταν υπηρεσία της καθημερινότητας μεγάλου μέρους του αντρικού πληθυσμού, ενώ σήμερα θεωρείται πολυτέλεια: τα ελάχιστα μπαρμπέρικα που προσφέρουν ξύρισμα, το χρεώνουν παραπάνω κι από το κούρεμα: από 7 έως 15 ευρώ (στο Κολωνάκι), δηλαδή ακριβότερα απ’ ό,τι το 1953. Αλλά η υπηρεσία έχει αλλάξει στάτους (π’ ανάθεμα τους χίπστερ!), συνεπώς δεν γίνεται να μπει στη συζήτηση.

[Β11] Λίγο αργότερα, από διάλογο των ίδιων χαρακτήρων μαθαίνουμε ότι παίρνουν μισθό 1.500.000 δραχμές τον μήνα, δηλαδή 1.875 σημερινά ευρώ. Καθόλου άσχημα! Μα τότε, γιατί πεινούσε ο Φώτης Φαγκρής;

[Β12] Αργότερα, ο Μπάμπης Φαγκρής προσφέρει 50 λίρες –«Δέκα εκατομμύρια!» προσθέτει εμφατικά– στον Φώτη για να παντρευτεί, με λευκό γάμο, την Τσικίτα. Από εδώ προκύπτει ότι το 1953 η λίρα αντιστοιχούσε με 200.000 δραχμές. (Κατά πώς φαίνεται, κάπως είχαν βελτιωθεί τα πράγματα μεταξύ των ταινιών [Α] και [Β].)

[Β13] Προς το τέλος, ο κύριος Παναγάκος κάνει αύξηση στον Φώτη: αντί για 1.500.000 του δίνει 2.000.000 τον μήνα. Δηλαδή, 2.500 σημερινά ευρώ. Με τα σημερινά δεδομένα, ήταν άρχοντας! Και όμως, ίσα που τα έβγαζε πέρα. Γιατί άραγε;

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΕΤΩΝ 39

[Γ14] Ο Τηλέμαχος λέει στον Σταμάτη ότι η αδερφή του έχει προίκα ένα τριώροφο (με τρία διαμερίσματα) αξίας 2.000 λιρών και 200 λίρες μετρητά. Εντάξει η προίκα (50.000 ευρώ), αλλά το τριώροφο 500.000 ευρώ; Σοβαρά; Το 1953; Και μετά μιλάμε εμείς για φούσκα στην αγορά ακινήτων!

[Γ15] Ο Τηλέμαχος αποκαλύπτει, από παρεξήγηση, στον Εφοριακό ότι νοικιάζει παράνομα(«Δήθεν εκ φιλοξενίας – και κάθε μήνα πέφτει το λιρί!») το τριώροφο για 135 λίρες τον χρόνο («60 το απάνω, 45 το μεσαίο, ένα 30άρι από το κάτω»). Δηλαδή, ετήσιο εισόδημα 33.750 ευρώ από τρία διαμερίσματα. Ακριβά τα ενοίκια. Αλλά το συμπέρασμα δεν είναι ασφαλές: ο Τηλέμαχος, κατά δήλωσή του, τα φούσκωσε στον Εφοριακό – χώρια που δεν ξέρουμε λεπτομέρειες για διαμερίσματα, ούτε πού βρισκόταν το ακίνητο (αν και, κρίνοντας από δικό του, ιδιόκτητο σπίτι, κρατάει κανείς μικρό καλάθι).

2015

Πάμε τώρα στο 2015.

(I) Η τιμή πώλησης της χρυσής λίρας σήμερα είναι 250 ευρώ.

(II) Ένα κιλό λάδι κάνει περίπου 5 ευρώ (έχει φτηνότερα, έχει και ακριβότερα – πάω κατά μέσο όρο).

(III) Ένα κιλό μοσχαράκι κάνει, κατά μέσο όρο πάλι, περίπου 10 ευρώ.

(IV) Ένα γλέντι σαν αυτό που υπολόγιζαν να κάνουν οι Σκουντρής και Καρανάσος θα στοίχιζε σήμερα μεταξύ 350-400 ευρώ. (Εδώ υπολογίζω –αυθαίρετα, ομολογουμένως– ποτά, φαγητό για τέσσερα άτομα, μουσική σκηνή, βενζίνη και δύο δωμάτια σε ξενοδοχείο για παράνομα ζευγάρια.)

(V) Με τις σημερινές τυρόπιτες δύσκολα βγάζεις άκρη γιατί υπάρχουν δεκάδες είδη. Πάλι θα καταφύγω σε μια μέση τιμή: 1,20 ευρώ.

(VI) Το κουλούρι έχει σήμερα 0,50 ευρώ.

(VΙΙ) Με τα υπόλοιπα (κόσμημα, ηλεκτρικό, ταμπλ-ντοτ, ταξί, σπασίματα, πουρμπουάρ, λουλούδια, καπέλο) δεν μπορεί να γίνει σύγκριση, είτε γιατί δεν επαρκούν τα στοιχεία (όπως είδαμε παραπάνω) είτε γιατί τα δεδομένα έχουν αλλάξει (λ.χ., άλλο πράγμα το καπέλο τότε, άλλο σήμερα).

page187_1

Επειδή δεν προσφέρονται όλες οι πληροφορίες για συγκρίσεις, θα περιοριστώ στις σίγουρες: λάδι, μοσχαράκι, τυρόπιτα, κουλούρι – και στο γλέντι για τέσσερα άτομα (αναγκαστικά στο περίπου). Επίσης, ξέρω τις ισοτιμίες της λίρας, τότε και τώρα. Ώρα για τον συγκριτικό πίνακα. Για να είναι συγκρίσιμα τα μεγέθη, όπως ήδη εξήγησα, τα έχω όλα ανάγει στη χρυσή λίρα.

Ιδού:

Αρχές της Δεκαετίας του 1950 2015
Λάδι 0,058 0,02
Μοσχαράκι 0,14 0,04
Τυρόπιτα 0,01 0,0048
Κουλούρι 0,0025 0,002
Γλέντι για 4 άτομα 2,5 (μ.ο.) 1,5 (μ.ο.)

Είναι φανερό ότι, σε απόλυτες τιμές, όλα είναι από φτηνότερα έως πολύ φτηνότερα το 2015. Έτσι, ίσως, εξηγείται γιατί οι φαινομενικά μεγαλύτεροι μισθοί του παρελθόντος ήταν στην πράξη μισθοί πείνας.

Συμπέρασμα: Η κατάσταση έχει βελτιωθεί. Τα προϊόντα (λόγω της τυποποίησης) είναι καλύτερης ποιότητας και φτηνότερα. Οι υπηρεσίες καλύτερες και φτηνότερες. Το επίπεδο ζωής έχει σαφώς ανέβει: ζούμε περισσότερο και καλύτερα. Ακόμα και μετά από πέντε χρόνια ύφεσης, με την ανεργία κοντά στο 30%,  με μεγάλες μειώσεις εισοδημάτων –το μαύρο μας το χάλι, με δυο λόγια–, είμαστε καλύτερα από τους γονείς και τους παππούδες μας στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

santa_tsikita_exofyllo

Και τι σημαίνει αυτό; Όχι πολλά πράγματα, αλλά σημαίνει κάτι. Πάμε καλύτερα· ο κόσμος μας βελτιώνεται συνεχώς. Πολλά μπορεί να πει κανείς για τις σύγχρονες αστοχίες, παραβλέψεις, αδικίες, ανισότητες, υπερβολές σε όλα τα υπαρκτά –και ανύπαρκτα– επίπεδα: πολιτικό, οικονομικό, εκπαιδευτικό, υγειονομικό, οικολογικό, κοινωνικό, τεχνολογικό κ.ο.κ. Και όμως: μόλις μερικές δεκαετίες πριν ήταν όλα χειρότερα! Εκείνα «τα χρόνια τα αλάνικα / που τραβάγαν τα σκυλιά με τα λουκάνικα» είναι μύθος τρολαριστός. Αν, λόγω ηλικίας, δεν έχετε δική σας γνώμη, ρωτήστε τους μεγαλύτερους στο περιβάλλον σας να σας πουν. Μόνο μην τους αφήσετε να σας παρασύρουν στην κατηφόρα της νοσταλγίας. Φτάνει πια με τα κροκοδείλια δάκρυα των νοσταλγών των good old times! Έλεος με την αυτομαστίγωση! Ο μόνος έγκυρος λόγος που έχουμε για να νοσταλγούμε το παρελθόν είναι ότι τότε ήμασταν νεότεροι. Κανένας άλλος! (Και είναι, νομίζω, ο βασικός λόγος των κάθε είδους νοσταλγών, είτε το παραδέχονται είτε όχι. Ανθρώπινο, δεν αντιλέγω. Αλλά φτάνει!) Για κάθε έναν λόγο που μπορεί να επικαλεστεί ο νοσταλγός, υπάρχει ισχυρότατος αντίλογος από τον πραγματιστή. Από την άλλη, βέβαια, είναι γεγονός ότι υπάρχει τεράστιο πρόβλημα με την αυξανόμενη συσσώρευση πλούτου στα χέρια ολοένα και πιο λίγων (για να μην πω τίποτα για την κατάσταση στον τρίτο κόσμο –έχω επίγνωση ότι το επιχείρημα γέρνει μονόπαντα· δεν είναι καν δυτικοκεντρικό: είναι σαφέστατα ελληνοκεντρικό–, αλλά το πλαίσιο αναφοράς δεν προσφέρεται για κάτι περισσότερο). Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός (το γεγονός!) ότι οι φτωχοί σήμερα είναι σε καλύτερη μοίρα από τους φτωχούς μόλις εξήντα χρόνια πριν. «Και είναι αυτός λόγος να πανηγυρίζεις;» ακούω κάποιους να ρωτούν με το ζωνάρι λυμένο. Ε, ναι, είναι. Δεδομένων των συνθηκών (αλλά και ανεξάρτητα από αυτές) είναι και παραείναι! Το αν ο καπιταλισμός θα λύσει –ή θα του «λύσουν»– τα εγγενή του προβλήματα, το αν πρέπει να ξαναδιαβάσουμε αλλιώς τον Μαρξ και την ιστορία, το αν πρέπει να βρούμε νέες λύσεις σε παλιά και νέα προβλήματα είναι ζητήματα που μας απασχολούν – και πρέπει να μας απασχολούν. Όμως, άλλο αυτό και άλλο η κάλπικη νοσταλγία, αυτή η μάστιγα.

Εν κατακλείδι, ποτέ δεν κατάλαβα την ερώτηση: «σε ποια εποχή θα ήθελες να ζεις;» Η καλύτερη απάντηση είναι: «στο μέλλον». Αφού αυτό δεν γίνεται, ας το καταλάβουμε: ζούμε στην καλύτερη δυνατή εποχή της ανθρωπότητας. Από κάθε άποψη. Και αύριο τα πράγματα θα είναι ακόμα καλύτερα. Η εξέλιξη δεν γνωρίζει τι θα πει υποχώρηση: είναι ιστορικά μη αντιστρέψιμη. Πώς το έλεγε ο Ρεμπώ; «Πρέπει να είμαστε απολύτως στο πνεύμα της εποχής». Αυτό.

hqdefault

* * *

COVER

Εικόνα εξωφύλλου: Βασίλης Λογοθετίδης και Ίλια Λιβυκού στην Κάλπικη λίρα του Γιώργου Τζαβέλλα (1955)

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Vintage

Το dim/art στο facebook

One thought on “Κάλπικη Νοσταλγία

  1. Παράθεμα: Βασίλης Λογοθετίδης, ηθοποιός | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s