Βουβό κύμα

Αυτό δεν είναι τραγούδι #404
Dj της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Κατέβηκε στο Παραπόρτι μόνος του, ντάλα μεσημέρι. Σχεδόν κανείς στην παραλία. Καλύτερα· δεν ήταν για κόσμο σήμερα (όπου το σήμερα νοείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου). Έκαστε βαρύς στην άμμο κι άναψε τσιγάρο. Δεν φυσούσε, αλλά στο Παραπόρτι είχε φουσκοθαλασσιά, όπως πάντα. Το κύμα εκεί δεν ήταν ποτέ θεαματικό, με αφρούς και ηχητικά εφέ – ήταν βουβό, δυσοίωνο.

Σκεφτόταν διαρκώς αυτό που είχε διαβάσει από βραδύς, ότι ο θάνατος είναι εκτός εμπειρίας, δεν τον βιώνεις, οπότε είναι παράλογο να τον φοβάσαι. Δεν ήταν σίγουρος: ίσως το φοβερό να μην είναι ο ίδιος ο θάνατος, αλλά οι επιθανάτιες στιγμές, η γνώση του αναντίστρεπτου. Αλλά και πάλι, αφού το τέλος επίκειται, ο φόβος περισσεύει. Τουλάχιστον ο φόβος-προστάτης, ο αποτρεπτικός. Δεν είχε καταλήξει. Και δεν είχε νόημα να πει, «ας περιμένουμε να δούμε», γιατί δεν θα έβλεπε, όσο και να περίμενε. Δεν θα γνώριζε ούτε την ύστατη συνειδητή στιγμή. Άβολο.

Όταν ο ήλιος άρχισε να τον ενοχλεί, έβγαλε το μπλουζάκι και τα παπούτσια, σιγούρεψε την πετσέτα με πέτρες και βούτηξε. Γύρισε ανάσκελα, έκλεισε τα μάτια και άφησε το ρεύμα να τον παρασύρει. Τι έκανε μόνος του στο νησί; Διακοπές. Από τι; Από κάτι αναστρέψιμα (;) συνεχές. Όπως; Τους Ολυμπιακούς Αγώνες που μήνες τώρα είχαν κάνει κατάληψη στην Αθήνα; Μια πρόταση γάμου που πήρε μόνο μία ψήφο (τη δική του); Τον θάνατο της καλύτερής του φίλης; Ίσως τίποτα από τα παραπάνω, ίσως και όλα αυτά μαζί.

Αισθανόμενος τα βλέφαρά του πυρακτωμένα, άνοιξε τα μάτια. Είχε απομακρυνθεί πολύ, καιρός να γύριζε. Κολύμπησε με δύναμη για λίγο, αλλά η θάλασσα αντιστεκόταν: αντί να πλησιάζει στην ακτή, απομακρυνόταν κι άλλο. Ζόρισε τον εαυτό του παραπάνω, με αποτέλεσμα να τον πιάσουν κράμπες και στα δύο πόδια. Γύρισε πάλι ανάσκελα για να ηρεμίσει και να καταλαγιάσουν οι συσπάσεις. Κι όλο απομακρυνόταν. Δοκίμασε μόνο με τα χέρια, αλλά μάταια. Χωρίς πανικό συνειδητοποίησε ότι μπορεί και να μην γύριζε πίσω ζωντανός, αλλά και πάλι δεν θα γνώριζε. Γέλασε με γέλιο τρελό, ήπιε νερό, πνίγηκε. Πνιγόταν!

Σκέφτηκε να φωνάξει «βοήθεια», αλλά δεν θα τον άκουγε κανείς. Έπειτα, ντρεπόταν: τι πάει να πει βοήθεια; Άφησε το ρεύμα να τον πάει όπου ήθελε. Όχι πως παραιτήθηκε – απλώς αφέθηκε.

Το κύμα τον έβγαλε στο Κάστρο. Χρησιμοποιώντας μόνο τα χέρια του, πιάστηκε από τα βράχια και με κόπο πολύ σύρθηκε έξω από το νερό. Γρατζουνίστηκε άσχημα, αλλά τα είχε καταφέρει. Έμεινε εκεί μέχρι να περάσουν κάπως οι πόνοι στα πόδια. Οι άλλοι λουόμενοι, σαν τις σαύρες ακίνητοι στα βράχια, δεν κατάλαβαν τίποτα. Η δική του σχεδόν μοιραία εμπειρία, σκέφτηκε, είχε να κάνει κυρίως με τη διατήρηση της αξιοπρέπειας. Πόσο αξιοπρεπές είναι ένα πτώμα; Μάλλον καθόλου. Αλλά ποτέ δεν είδε τον εαυτό του πνιγμένο, δεν είχε μπει στη θέση του πανεπόπτη ούτε όταν πραγματικά πίστευε ότι θα πνιγόταν, εντελώς αναξιοπρεπώς. Και σίγουρα δεν πέρασε όλη του ζωή μπροστά από τα μάτια του σε καμία φάση αυτής της πρόβας θανάτου. Άλλο έπαθε: παρέμεινε αφύσικα ψύχραιμος, αυστηρά συγκεντρωμένος σε στόχο που δεν είχε συνειδητά θέσει: να βγει ζωντανός. Ήταν σαν το μισό του μυαλό να παρατηρούσε ατάραχο, αλλά με θαυμασμό, το άλλο του μισό που προσπαθούσε πάση θυσία να σωθεί. Αποδείχτηκε στην πράξη ότι ο μηχανισμός της επιβίωσης δεν ήταν ένα ακόμα λογισμικό, αλλά το λειτουργικό. Απίστευτος ο εγωισμός των γονιδίων!

Με την πάροδο του χρόνου, οι σφυγμοί του έπεσαν σε διψήφια επίπεδα, αλλά είχε αρχίσει να καίγεται στους ώμους και το πρόσωπο. Σηκώθηκε και με πολύ αργές κινήσεις –δήθεν χαλαρός, όχι σακατεμένος– πήρε το δρόμο του γυρισμού μέσα από τη Χώρα. Αποφάσισε να μην γυρίσει στο Παραπόρτι για τα πράγματά του, δεν θα άντεχε· άλλωστε, το σπίτι ήταν πιο κοντά. Έκανε απολογισμό των ενδεχόμενων απωλειών: μακό, παπούτσια,  πετσέτα, τσιγάρα, αναπτήρας, βιβλίο, γυαλιά, λίγα μετρητά. Μικρό το κακό – με την εξαίρεση των γυαλιών: μύωψ εξ απαλών ονύχων, δεν θυμόταν ποτέ να έχει βγει έξω χωρίς να τα φοράει, και τώρα όλα του φαίνονταν θολά, αν και με τρόπο ευχάριστο: σαν μια αδιαφορία για τα πάντα που δεν κέρδισε αλλά του χάρισαν.

Για να διανύσει το ένα χιλιόμετρο από  τον Αφανή Ναύτη μέχρι το σπίτι, έκανε πάνω από μία ώρα. Είχε καεί και αφυδατωθεί. Τα χέρια του ήταν καταγδαρμένα. Και περπατούσε σαν άτομο με σοβαρά κινητικά προβλήματα. Καθώς δεν έβλεπε γύρω του παρά περιγράμματα ανθρώπων, δεν είχε καταλάβει ότι ο κόσμος τον κοιτούσε περίεργα. Κάποιοι τον χαιρέτησαν κι εκείνος τους αντιχαιρέτησε χωρίς να τους αναγνωρίζει. Το μυωπικό του βλέμμα δεν εστίαζε πουθενά. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν πώς να κρύψει από τους άλλους πόσο επώδυνο ήταν το κάθε του ξυπόλυτο βήμα στις καυτές πλάκες του κεντρικού δρόμου. Αργότερα θα παραδεχόταν στον εαυτό του ότι η μόνη του έγνοια ήταν η απόκρυψη του προβλήματος, το άγος τού υποφέρειν δημοσίως. Η αξιοπρέπεια, η έξωθεν καλή μαρτυρία, το ευτάκτως θεαθήναι: αιώνιες προτεραιότητες. Δεν βρήκε υποστηρικτικό λόγο ούτε στους Στωικούς ούτε στους Επικούρειους· ούτε στον Ιώβ, βέβαια! Δεν μπορούσε να εκλογικεύσει τη συμπεριφορά του, κι αυτό σκέπαζε ακόμα και την ίδια την εμπειρία της προ των πυλών ανυπαρξίας· ακόμα και τα εγκαύματα και τους πόνους παντού. Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ο μόνος του καημός ήταν να περάσει (αλλού, οπουδήποτε) απαρατήρητος. Λάθε βιώσας.

Ακριβώς έξω από σπίτι διασταυρώθηκε με μια παρέα ιλαρών παραθεριστών που επέστρεφαν από την παραλία. Κάποιος κρατούσε ένα γιγαντιαίο cd-player που έπαιζε στα κόκκινα. Αναγνώρισε το τραγούδι: ήταν το «Time is running out» των Muse: «I think I’m drowning / Asphyxiated / I wanna break this spell / That you’ve created». Τραγική ειρωνεία; Σχεδόν, σκέφτηκε. Όπως όλα στη ζωή του: σχεδόν. Μία σχεδόν ειρωνική τραγωδία.

Στο σπίτι, αφού ήπιε ένα λίτρο νερό, άνοιξε το ραδιόφωνο για να σκεπάσει τον χλευαστικό βόμβο των τζιτζικιών, για να σπάσει την αν-ησυχία, για να ξεχάσει το άηχο κύμα, το κάλεσμα. Ξάπλωσε ανάσκελα γυμνός στα δροσερά πλακάκια κι άφησε τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Μετά τις διαφημίσεις, ο παραγωγός του τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού έβαλε μια σχετικά πρόσφατη συντριβή, το «Θάλασσά μου σκοτεινή», αφιερωμένο εξαιρετικά. Άνοιξε τα μάτια του μέσα στο μισοσκόταδο, τα δάκρυα έμειναν μετέωρα στα τσουρουφλισμένα του τσίνορα. «Τα είχα όλα μια φορά / Μα ήθελα παραπάνω / Τι να τα κάνω τώρα πια / Απόψε που σε χάνω». Παραήταν εξουθενωμένος για να σηκωθεί να το κλείσει. Το άκουσε αναγκαστικά όλο, το έζησε ξανά το καλοκαίρι της απώλειας. Ο χρόνος είναι ο καλύτερος σκιτζής: αυτό ήταν το τελευταίο που σκέφτηκε πριν του κάνει τη χάρη ο Μορφέας.

***

Το επόμενο πρωί κατέβηκε στο Παραπόρτι για να βεβαιωθεί ότι τα πράγματά του είχαν όντως χαθεί. Όλως περιέργως, τα βρήκε όλα στη θέση τους. Κάθισε στην άμμο κι άναψε τσιγάρο. Από το άδειο κι έρημο beach bar το αεράκι έφερε ένα τραγούδι που δεν είχε ξανακούσει. Καινούργιος Cave; Έστησε αυτί: «Through the windswept coastal trees / Where the dead come rising from the sea (…) Oh baby, don’t you go / All supernatural on me / Supernaturally». Φυσικά. Υπερφυσικά!

Η θάλασσα δεν φαινόταν απειλητική σήμερα. Σηκώθηκε και την πλησίασε. Ομοιοπαθητική, σκέφτηκε, γιατί όχι; Αν πέσεις απ’ το ποδήλατο, ξανανέβα αμέσως. Ζωή-ποδήλατο: ταίριαζε. Όμως δεν είχε δύναμη ούτε για να ξεντυθεί. «Ομοιοπαθής», της είπε, κι έτσι όπως ήταν, με τα ρούχα, βούτηξε στα βαθιά.

11846753_934100383299038_7573439023506301183_n

Εικόνα εξωφύλλου: Sheryl Brown

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.