
Έγκλημα στην Πόλη #7 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40
—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—
Τα παντοπωλεία «Νέα Αγορά» και «Ερμής» ήταν περίφημα. Το παντοπωλείο «Ερμής», από τα παλαιότερα ρωμαίικα παντοπωλεία, λειτουργούσε αδιαλείπτως από το 1870. Η «Νέα Αγορά» ήταν πολύ νεότερη και το έδειχνε. Ένα μοντέρνο πολυκατάστημα τροφίμων, μεγάλη επιτυχία των αδελφών Καταναίων, όπως τους αποκαλούσαν όλοι. Ιδιοκτησία των αδελφών Νικολάου και Ιωάννη Κατάνου και τα δύο, βρίσκονταν στην αγορά του Καλιοντζί-κουλούκ. Στην οδό Θεάτρου ο «Ερμής» και στην οδό Χαμάλμπασι η «Νέα Αγορά».
Εκτός από την ψαραγορά, το περίφημο Μπαλούκ-παζάρ, εκεί ήταν συγκεντρωμένα τα καλύτερα αλλαντοπωλεία, κρεοπωλεία, τυροπωλεία, χαβιαράδικα. Εκεί ήταν το αλλαντοπωλείο των Αδελφών Κάζα, όπου έβρισκες, εκτός από τα είδη αλλαντοποιίας, «χοιρινά ήμερα και άγρια και γουρουνόπουλα του γάλακτος», το παντοπωλείο «Άρτεμις» των Κανάκη και Ευστρατίου Βαφειάδη, τα παντοπωλεία «Τουννέλ» και «Ταξίμ Κοοπερατίφ» του Ιωάννη Βαφειάδη, το βουτυροπωλείο του Σπύρου Νικόπουλου.
Στην ίδια περιοχή επίσης βρισκόταν το πασίγνωστο κατάστημα χαβιαριού και αλιπάστων Τρελλίδη, που προμήθευε όλη την Τουρκία, και το κατάστημα Ελευθεριάδη, που ειδικευόταν κι αυτό στα χαβιάρια, καθώς και το χασάπικο του Γ. Αναστασιάδη, φημισμένο για τη charcuterie του, και το πιο παραδοσιακό χασάπικο του Πρόκου. Μέσα στην πανδαισία αυτή των εδεσμάτων δεν θα έπρεπε να παραληφθεί και το παλαιότερο οινοπωλείο του Σταυροδρομίου, καθώς και η κάβα εκλεκτών κρασιών του Παναγιώτη Φραγκάκη. Η είδηση ότι παρέλαβε νέα «φθασίματα» από την Ίμβρο και την Τένεδο κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα, με αποτέλεσμα συχνά πυκνά η κοσμοσυρροή να προκαλεί το αδιαχώρητο στο κατάστημα. Παραδίπλα, το οινοπωλείο του Παντελή Μοκόπουλου διέθετε, εκτός από εξαιρετικό κοκκινέλι και «αγνή, τονωτική, δυναμωτική, αθηναϊκή» ρετσίνα.
Στα παντοπωλεία των Καταναίων μπορούσε κανείς να βρει ό,τι εκλεκτότερο διέθετε η Λαχαναγορά σε φρούτα και λαχανικά. Πάντα φρέσκα, πάντα νόστιμα, τοποθετημένα όμορφα και με τάξη που θα τη ζήλευε και η βιτρίνα του καλύτερου κοσμηματοπωλείου. Ουρά οι πελάτες, ανάλογα με την εποχή, να αγοράσουν φρούτα που μύριζαν φρούτα και λαχανικά που είχαν τη γνήσια γεύση των λαχανικών. Ποιο ήταν το μυστικό των δύο αδελφών που έκανε τα μικρά παιδιά να θέλουν να «κλέψουν οπώρας» από το τμήμα οπωρικών και κηπευτικών των καταστημάτων τους; Απλό αλλά σημαντικό το μυστικό τους: να στέλνουν στην Λαχαναγορά τον καλύτερο ψωνιστή. Έτσι έλεγαν τότε τον υπάλληλο που αναλάμβανε να διαλέξει και να αγοράσει τα καλύτερα φρούτα και λαχανικά από την κεντρική Λαχαναγορά.
Ο Αναστάσιος είχε αναλάβει τους τελευταίους τρεις μήνες το έργο αυτό. Και σύμφωνα με τις μαρτυρίες όλων το έφερε επιτυχώς εις πέρας. Το αετίσιο μάτι του εντόπιζε αμέσως το καλό, το καλύτερο και το άριστο. Υπολόγιζε τη διάρκεια ζωής τους και δοκίμαζε τη γεύση τους, ζύγιζε με μια ματιά το βάρος αλλά και το κάλλος τους. Στα δε παζάρια, ακαταμάχητος. Διαπραγματευόταν την τιμή με την ησυχία του, πίνοντας τσάι και τρώγοντας στραγάλια, και πετύχαινε πάντα τη χαμηλότερη.
Υπάλληλος στο τμήμα οπωρικών του «Ερμή» ήταν ο αλβανικής καταγωγής Εσρέφ. Είχε διατελέσει και ο ίδιος ψωνιστής ένα διάστημα, θέση που του άρεσε πολύ, αλλά κάτι δεν πήγε καλά και τελικά ξαναβρέθηκε υπάλληλος στο μανάβικο του «Ερμή». Αντιπαθούσε τον Αναστάσιο που τον αντικατάστησε στη σημαντική θέση του ψωνιστή. Επειδή όμως η απογοήτευση και η ζήλια πάντα θα βρουν έναν τρόπο να παγιδεύσουν το μυαλό, παγιδεύτηκε κι ο Εσρέφ στα συναισθήματά του και την πλήρωσαν τα ζαρζαβατικά που αγόραζε από την Λαχαναγορά ο Αναστάσιος. Με συστηματική κωλυσιεργία κρατούσε τα φρέσκα μέσα στα κιβώτια περισσότερο χρόνο κι όταν πια τα τοποθετούσε στα ράφια, η σάρκα τους ήταν έτοιμη να διαρραγεί και οι χυμοί τους, πολτός δύσοσμος, να προκαλέσει ρίγη αποστροφής και στον λιγότερο απαιτητικό πελάτη. Μια, δυο, τρεις του Εσρέφ έγιναν αντιληπτές οι προθέσεις. Όχι μόνο δεν έγινε ψωνιστής στη θέση του ψωνιστή Αναστάσιου αλλά εκδιώχθηκε και από τη θέση του πωλητή.
Την Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 1945 ο Αναστάσιος όπως κάθε μέρα πρωί πρωί βρέθηκε στη Λαχαναγορά να διαλέγει τα καλύτερα. Τον ίδιο όμως δεν τον περίμεναν τα καλύτερα. Οπλισμένος με περίστροφο τον περίμενε ο Εσρέφ. Μόλις συναντήθηκαν άρχισε να τον βρίζει και να τον κατηγορεί ότι εξαιτίας του έμεινε άνεργος και ότι αν δεν είχε εμφανιστεί εκείνος, ψωνιστής θα ήταν αυτός. Με την παρέμβαση τρίτων η φιλονικία διακόπηκε. Ταραγμένος ο Αναστάσιος κατευθύνθηκε προς το καφενείο της Λαχαναγοράς να πιει έναν βαρύ γλυκό τούρκικο καφέ να συνέλθει. Ούτε τον καφέ δεν πρόλαβε. Τον σταμάτησε ο Εσρέφ και τον πυροβόλησε τρεις φορές σχεδόν εξ επαφής. Η δυνατή φωνή του ακούστηκε σε όλη τη Λαχαναγορά «έτσι κανονίζονται οι μεταξύ ανδρών ανοιχτοί λογαριασμοί».
Ουδείς από τους αυτόπτες μάρτυρες ήταν σε θέση να διαβεβαιώσει αν ο Αναστάσιος άκουσε τη γεμάτη τεστοστερόνη δήλωση του φονιά. Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Δεν εξακριβώθηκε η ακριβής στιγμή που έκλεισε και ο τελευταίος προσωπικός λογαριασμός του με τη ζωή. Ο Εσρέφ παραδόθηκε στο αστυνομικό τμήμα του Κιουτσούκ Παζάρ και την επόμενη μέρα η κοινή διεύθυνση των παντοπωλείων «Ερμής» και «Νέα Αγορά» εξέδωσε τη λακωνική ανακοίνωση: Ο φονεύς απεχώρησεν οικειοθελώς προ επταμήνου εκ της υπηρεσίας του και δεν απελύθη. Τα καταστήματα επί μακρόν διάστημα έμειναν χωρίς ψωνιστήν εις την Λαχαναγοράν και εις την συνέχειαν προσέλαβον εις την υπηρεσίαν των τον Αναστάσιον. Ο δε φονεύς επέστρεψεν εις την θέσιν του πωλητού.
* * *
Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.
* * *


Σχολιάστε