Εδώ πατσάς, εκεί πατσάς, πού είναι ο πατσάς;

18731ccc61983dd469f8f29ed93888d8

Έγκλημα στην Πόλη #9 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Ο Μεμίς γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα χωριό της Κεντρικής Ανατολίας, όχι πάρα πολύ μακριά από την Άγκυρα. Σπίτια 420 και ψυχές 2.150 είχε το χωριό. Σχολείο απέκτησε το 1930, εκεί τελείωσε το δημοτικό ο Μεμίς και στη συνέχεια φοίτησε στο Αγροτικό Ινστιτούτο της γειτονικής κωμόπολης. Με το δίπλωμα του δασκάλου στο χέρι πήγε στην Πόλη να βρει την τύχη του.

Δάσκαλος δεν ήθελε να γίνει. Ήξερε πολύ καλά ότι θα δεινοπαθούσε χρόνια ολόκληρα περιφερόμενος από χωριό σε χωριό, προσπαθώντας να πείσει τους αγρότες να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Παλεύοντας με τις προκαταλήψεις αιώνων, με την εξουσία των χοτζάδων και των αγάδων, που δεν ήθελαν να αλλάξει τίποτα στον τόπο τους, και την άγνοια και τον φόβο των φτωχών εξαθλιωμένων κατοίκων, που φοβόντουσαν το καινούριο που είχε φέρει στη χώρα το όραμα του Ατατούρκ. Αντίθετα, εκείνος ήθελε να ανασάνει τον νέο αέρα του εκμοντερνισμού της Τουρκίας, να βρεθεί μέσα στη δίνη των αλλαγών και των εξελίξεων, να συμβάλλει κι αυτός με τη σειρά του στη μεταμόρφωση της χώρας του. Αυτός που είχε ζήσει στο πετσί του τη δύναμη της αδράνειας και της βαθιάς πίστης στην παράδοση που κρατούσε στο τέλμα τη ζωή εκατομμυρίων χωρικών της Ανατολίας, ήθελε να ξεφύγει για πάντα από αυτήν την οπισθοδρομική κατάσταση. Και ο καλύτερος τρόπος να ξεφύγει και να ζήσει την ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας ήταν να πάει να ζήσει στην Ιστανμπούλ, την καρδιά του νέου πνεύματος.

Όταν άρχισε να διαβάζει τα διηγήματα του Mahmut Makal στο περιοδικό Varlık που εκδιδόταν στην Πόλη, δεν μετάνιωσε καθόλου για την επιλογή που είχε κάνει. Τα διηγήματα του Mahmut Makal το 1950 κυκλοφόρησαν και σε μορφή βιβλίου, είχαν μεγάλη απήχηση. Για πρώτη φορά οι κάτοικοι των πόλεων μάθαιναν από πρώτο χέρι την αληθινή, τη δύσκολη, τη θαμμένη στους προηγούμενους αιώνες, ζωή των εκατομμυρίων αγροτών της Ανατολίας. Δάσκαλος σε διάφορα απομακρυσμένα και απομονωμένα χωριά ο συγγραφέας Mahmut Makal έφερε στην επιφάνεια όλον αυτόν τον «πεθαμένο ζωντανό» κόσμο, που η αστική σύγχρονη Τουρκία, βασικά, προσπαθούσε να ξεχάσει και να αφήσει πίσω της.

Στην Ιστανμπούλ λοιπόν ο Μεμίς βρήκε δουλειά ως λογιστής σε μια εταιρεία. Ευπρεπής ο μισθός, του επέτρεψε να παντρευτεί πολύ γρήγορα και να ανοίξει το δικό του σπιτικό στην περιοχή Φατίχ. Η συζυγική του ζωή κυλούσε ήσυχα, το πρότυπο της εποχής ταίριαζε και σε αυτόν και στη γυναίκα του, τη Φατός. Αυτός, ο αφέντης που φέρνει τα λεφτά, νοικοκυρά εκείνη, η αφέντρα στο σπίτι της. Κι όταν λέμε μια γυναίκα είναι αφέντρα στο σπίτι της, βασικά εννοούμε αφέντρα στην κουζίνα της. Αυτός είναι ο βωμός της, ουδείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα να ασχημονήσει εις βάρος του. Μόνο αυτή μπορεί να τον λερώσει, να τον ασχημίσει, ακόμα και να τον βεβηλώσει με ανάρμοστα μαγειρέματα της σκέψης της, την ώρα που μαγειρεύει.

Ο Μεμίς ποτέ δεν έδειξε τη διάθεση να καταπατήσει τον ιερό χώρο της συζύγου του. Ό, τι ήθελε η καρδιά και το στομάχι του να γευτεί, αρκεί να το ζητούσε, σε δυο, το πολύ σε τρεις μέρες το είχε στο πιάτο του. Εκτός από το αγαπημένο του φαγητό, τον πατσά. Αυτός ήταν απαγορευμένος. «Ποτέ δεν θα σου φτιάξω πατσά, τον σιχαίνομαι» του είχε πει από την αρχή της σχέσης τους. Για την Φατός η δήλωση αυτή δεν σήκωνε διαπραγμάτευση. Δεν ήταν σαν την άλλη, εκείνην που του είχε πει «εγώ αυτό στο κρεβάτι μας δεν πρόκειται ποτέ να το κάνω». Αυτό, άλλαξε γνώμη και το έκανε. Αλλά πατσά, όχι δεν θα του έφτιαχνε ποτέ. Τόσα πατσατζίδικα γεμάτη η Πόλη, ας τον έτρωγε εκτός σπιτιού.

Μα για τον Μεμίς ο πατσάς δεν ήταν ένα απλό φαγητό. Ήταν ένα βίωμα. Η σούπα του φτωχού, η θρεπτική σούπα που έκανε χίλια ένα θαύματα. Τα χίλια αφορούσαν στην υγεία και το ένα στην απόλαυση του ουρανίσκου. Πρώτα καθάριζε προσεκτικά η γιαγιά του Μεμίς τα αρνίσια ποδαράκια, έπρεπε να τα καψαλίσει προσεκτικά να καούν και οι πιο μικρές τρίχες. Στη συνέχεια τα έπλενε και τα έβαζε να βράσουν για πολλή ώρα. Η μυρωδιά του σκόρδου, του δυόσμου και της καυτής πιπεριάς που πρόσθετε στο νερό, γέμιζαν το σπίτι. Όταν τα ποδαράκια έβγαιναν από το νερό και η γιαγιά αφαιρούσε το γεμάτο κολλαγόνο ζελέ που ήταν κολλημένο πάνω τους, το έβαζε πίσω στην κατσαρόλα, πρόσθετε μπόλικο αλάτι και πιπέρι, ξύδι και λεμόνι, ο μικρός τότε Μεμίς, ήξερε ότι η σούπα ήταν σχεδόν έτοιμη.

Το απόγευμα της 7ης Ιανουαρίου του 1947 ο Μεμίς ήρθε σπίτι με τέσσερα αρνίσια ποδαράκια τυλιγμένα σε εφημερίδα. Αφού η Φατός δεν ήθελε να φτιάξει πατσά, θα τον έφτιαχνε μόνος του. Μπήκε στην κουζίνα και άρχισε να ετοιμάζει τη σούπα. Όταν μπήκε θυμωμένη η Φατός την πρώτη φορά στην κουζίνα και του είπε να σταματήσει ό, τι έκανε και να πετάξει τα ποδαράκια στα σκουπίδια, δεν της έδωσε σημασία. Τη δεύτερη φορά μπήκε έξαλλη και τότε άρχισε ο μεγάλος καυγάς. Έβραζε αυτή από θυμό, έβραζε αυτός από αγανάκτηση και έβραζαν και τα ποδαράκια εμπλουτίζοντας τον ζωμό με το ωφέλιμο κολλαγόνο τους. Αρπάζει την κατσαρόλα η Φατός και αδειάζει το περιεχόμενό της στο κεφάλι του Μεμίς.

Με κολλημένο το ζελέ στα μάγουλα και στο μέτωπό του, πολλά χρόνια νωρίτερα από την εποχή που γυναίκες αλλά και άντρες θα πλήρωναν όσα όσα για να ενισχύσουν με κολλαγόνο την επιδερμίδα του προσώπου τους, ο Μεμίς κατέφυγε στον μόνο τρόπο που βρήκε εκείνη τη στιγμή πρόσφορο για εκδίκηση. Με την ίδια μεθοδικότητα που έφτιαχνε πριν λίγο τη σούπα πατσά, έσπασε με ένα σφυρί όλα τα τζάμια του σπιτιού. Δεν άφησε κανένα, ακόμα και το μικρό παραθυράκι του μπάνιου το έσπασε κι αυτό. Στη συνέχεια πήρε ένα κομμάτι γυαλί και κυνήγησε τη γυναίκα του από δωμάτιο σε δωμάτιο, απειλώντας την ότι θα της χαράξει το πρόσωπο. Η αστυνομία που ήρθε ειδοποιημένη από τους γείτονες, όπως συμβαίνει σε πολλές παρόμοιες ιστορίες, οδήγησε στο τμήμα το ανδρόγυνο. Και το βραδινό χειμωνιάτικο κρύο, μπαίνοντας μέσα από τα σπασμένα παράθυρα, εξαφάνισε τελείως και το τελευταίο ίχνος της μυρωδιάς του πατσά.

* * *

Εικόνα: Φατίχ, c. 1940

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.