Στα μπαρμπέρικα κελαηδούσαν τα καναρίνια

bst

Έγκλημα στην Πόλη #12 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Ο Τζαβίτ Οναλάν ήταν 25 χρόνια κουρέας. Όχι ένας οποιοσδήποτε κουρέας, ήταν ένας μπαρμπέρης ολκής. Και το κουρείο του δεν ήταν ένα απλό κατάστημα, ήταν ένας κοινωνικός χώρος  που σέβονταν και τιμούσαν οι πελάτες.

Στη λεωφόρο   Hamidiye του Sirkeci  ήταν το μπαρμπέρικο του Τζαβίτ, με την πινακίδα Çankaya, όπως ονομάζεται το κέντρο της Άγκυρας,  να δεσπόζει πάνω από την είσοδο και τη μεγάλη τζαμαρία. Μπαρμπέρικο με όνομα, όχι παίξε γέλασε. Τρεις καρέκλες  κουρείου είχε στη σειρά, σπάνιο πράγμα για την εποχή, μία ή δύο το πολύ είχαν τα περισσότερα κουρεία, 3 επί 4 το σύνηθες μέγεθός   τους. Μα το δικό του ήταν ένα ευρύχωρο κουρείο 4 επί 5, για αυτό και οι τρεις καρέκλες και οι μεγάλοι καθρέπτες και τα αναπαυτικά καθίσματα στον απέναντι τοίχο για τους αναμένοντες τη σειρά τους. Σε κεντρικό σημείο το μπαρμπέρικό του, πολλοί οι μόνιμοι πελάτες αλλά δεν έλειπαν και οι έκτακτοι, η δουλειά δεν σταματούσε σχεδόν ποτέ. Μόνο την ώρα της προσευχής, το μεσημέρι, νωρίς το απόγευμα και μόλις άρχιζε να νυχτώνει που πήγαινε στο τζαμί ως πιστός μουσουλμάνος,  έμενε μόνος ο νεαρός για τις βοηθητικές δουλειές, το τσιράκι, να κρατάει ανοιχτό το κουρείο μέχρι να επιστρέψει το αφεντικό. Ως αφεντικό  λοιπόν που ήταν ο Τζαβίτ, είχε προσλάβει για  κάλφα, βοηθό, τον Αλή Ερκιούλ. Καλός και έμπειρος κουρέας και ο Αλή, δεν υστερούσε ούτε σε γνώσεις, ούτε σε τεχνική. Γρήγορος και επιδέξιος, αλλά  σιωπηλός  και αμίλητος, λέξη δεν έπαιρνες από τα χείλη του, βλοσυρός και αγέλαστος πάντα. Και το χειρότερο δεν έπαιζε τάβλι. «Δεν ξέρω τάβλι» είχε πει ορθά κοφτά την πρώτη φορά που σε κάποιο κενό της δουλειάς, του είχε προτείνει ο Τζαβίτ να παίξουνε. Αυτό ήταν πράγματι από τα ανέλπιστα. Το τάβλι για τους μπαρμπέρηδες,  αλλά και για τους πελάτες, ήταν το σήμα κατατεθέν κάθε μπαρμπέρικου. Τοποθετημένο στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά από τις καρέκλες όπου κάθονταν  όσοι περίμεναν τη σειρά τους, με τα πούλια του να ζεσταίνονται από δεκάδες χέρια κάθε μέρα, ήταν το κερασάκι που έκανε την επίσκεψη στο κουρείο ακόμα πιο χαλαρωτική και ευχάριστη. Μόλις ζέσταινε ο καιρός, καρέκλες, τραπεζάκι και τάβλι έβγαιναν στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην τζαμαρία του κουρείου και λιάζονταν μαζί με τους πελάτες. Αλλά ο Αλή δεν αγαπούσε το τάβλι, αγαπούσε  τα καναρίνια που κελαηδώντας όλη τη μέρα μέσα στα χρυσά κλουβιά τους ομορφαίναν το κουρείο. Κλουβιά με πουλιά είχαν τότε όλα τα μπαρμπέρικα, ήταν μια παλιά οθωμανική συνήθεια που οι κουρείς τιμούσαν ακόμα με ευλάβεια.  Τα φρόντιζε τα καναρίνια με πολλή αγάπη ο Αλή, και όταν του δινόταν η ευκαιρία καθόταν και στύλωνε τα μάτια του στα κλουβιά, κρατώντας αγκαλιά την άλλη μεγάλη του αγάπη, το μπουκάλι με το ούζο.

Ο Τζαβίτ ήταν ένας σύγχρονος μπαρμπέρης, οι καιροί είχαν αλλάξει, δεν χρειαζόταν πια να κάνει τον οδοντογιατρό,  ούτε να βάλει βδέλλες στους πελάτες για να φύγει το χτικιό, ούτε καν να καθαρίσει τα αυτιά τους με εκείνο το χάλκινο μικρό χωνί και το τσιράκι να κρατάει τη λεκάνη για τα νερά που έφτυνε πίσω το πονεμένο αυτί, όπως έκαναν οι παλιοί μπαρμπέρηδες. Ευτυχώς οι κουρείς είχαν πια απαλλαγεί από την τέλεση του sünnet, της περιτομής, έργο και ευθύνη που έπεφτε πάνω τους παλιότερα, κυρίως στα χωριά.  Όμως τις ευεργετικές ιδιότητες του σκόρδου τις εμπιστευόταν ακόμα. Το καλύτερο μείγμα έφτιαχνε με βάση το σκόρδο, τα υπόλοιπα υλικά που έβαζε δεν τα είχε εκμυστηρευτεί ποτέ  σε κανέναν, και άλειφε τα κεφάλια των πελατών. Και αυτοί, οι φαλακροί αλλά και όσοι είχαν μαλλιά και όσοι τα έβλεπαν να αραιώνουν κάθε μέρα πιο πολύ, με μεγάλη υπομονή παραδίδονταν αδιαμαρτύρητα στον μυρωδάτο κόσμο του σκόρδου, το καλύτερο φάρμακο κατά της τριχόπτωσης.

Ο Τζαβίτ λάτρευε το κούρεμα, ήταν μία ιεροτελεστία που απολάμβανε κάθε φορά με την ίδια ευχαρίστηση. Η ιεροτελεστία του κουρέματος άρχιζε από την αρμονική συνύπαρξη των απαιτούμενων στο ράφι κάτω από τον καθρέφτη, μπροστά από την καρέκλα που ανεβοκατέβαινε ανάλογα με το ύψος του πελάτη. Το τσίγκινο κουτί με την πούδρα και τη βούρτσα για το άπλωμά της, το τάσι με το σαπούνι και το πινέλο, τα  ξυράφια με την ξύλινη λαβή, το δερμάτινο ακονιστήρι, η φθαρμένη ορθογώνια πέτρα για ακόμα καλύτερο ακόνισμα, τα ψαλίδια, οι χτένες,  το μπακιρένιο δοχείο σε σχήμα αχλαδιού για το βρέξιμο των μαλλιών, το γυάλινο βάζο με το στενό στόμιο για να βγαίνει λίγο λίγο το βαμβάκι,  το μικρό χάρτινο κουτί με τις παραμάνες για να στερεωθεί το μαγικό πανί που εμπόδιζε τις τρίχες να εισχωρήσουν σε ρούχα και σώμα, το χαρακτηριστικό κυκλικό αλλά και με γωνίες μπουκάλι της κολόνιας Boğaziçi με άρωμα λεμόνι, τα τσιμπιδάκια για την αφαίρεση των άτακτων τριχών από μύτη και αυτιά. Πολλές φορές η απομάκρυνση των ενοχλητικών μικρών τριχών γινόταν με μία  μεταλλική μασιά που στην άκρη της το φλεγόμενο βρεγμένο με οινόπνευμα βαμβάκι, έκαιγε ότι είχε φυτρώσει σε λάθος μέρος.

Εάν όλα αυτά ήταν στη θέση τους, έβγαιναν  από το ντουλάπι κάτω από το ράφι η πετσέτα και το προστατευτικό πανί και άρχιζε το κούρεμα. Αφού χτενίζονταν καλά τα βρεγμένα μαλλιά τα μακάσια, τα ψαλίδια δηλαδή, άρχιζαν να επιτελούν προσεκτικά αλλά γρήγορα το έργο τους, πρώτα εξουδετερώνοντας τα περιττά μαλλιά  πίσω, μετά στο πλάι και τέλος πάνω και μπροστά. Η διαδικασία καλλωπισμού του  σβέρκου ήταν η τελευταία πινελιά, αφού απλωνόταν η λευκή πούδρα για να ξεχωρίζουν οι  σκούρες τρίχες, με ένα λεπτό  λεπίδι έπεφταν στο πάτωμα κι αυτές. Ακολουθούσε το χτένισμα με μια χτένα με βαμβάκι πλεγμένο στα δόντια της για να απορροφηθεί το νερό, ελαφρύ μασάζ με την κολόνια και το τελικό χτένισμα των μαλλιών. Το ξύρισμα είχε και αυτό τις απαιτήσεις του και χρειαζόταν αντίστοιχη  δεξιοτεχνία, αλλά ο Τζαβίτ το παραχωρούσε σχεδόν πάντα στον Αλή, αναλαμβάνοντας το επόμενο κούρεμα ή παίζοντας πρώτα μία παρτίδα τάβλι.

Οι συζητήσεις, πολιτικές και μη, κυριαρχούσαν στο κουρείο. Ήταν κέντρο διάδοσης ειδήσεων, απόψεων, κουτσομπολιών. Πολλοί περνούσαν να αφήσουν μήνυμα σε φίλο ή γνωστό τους «Abi,αδελφέ, πες στον Τουργκούτ ότι θα τον περιμένω την Κυριακή»,  άλλοι άφηναν δέματα και επιστολές «Usta, μάστορα, όταν έρθει ο Μαχμούτ να του το δώσεις».

Εκείνες τις ημέρες του Ιανουαρίου του 1947, ένα από τα θέματα που συζητιόνταν πολύ ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να μειώσει την τιμή του ούζου. Ο Τζαβίτ ήταν αντίθετος και ο Αλή υπέρ της απόφασης. Μέρες ολόκληρες κράτησε η διαμάχη τους, χωρίστηκαν και οι πελάτες στα δύο, άλλοι υποστήριζαν τον Τζαβίτ, άλλοι τον Αλή.

Το πρωί της Τρίτης, στις 21  Ιανουαρίου 1947, ο Τζαβίτ διάβασε μεγαλόφωνα τις δηλώσεις στο κοινοβούλιο του ανεξάρτητου βουλευτή  Adnan Adıvar για  την τιμή του ούζου. Ο βουλευτής, γιατρός και καταξιωμένος διανοούμενος με την πλούσια δράση στο πλευρό του Ατατούρκ στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας που στη συνέχεια διαφώνησε μαζί του, υποστήριζε ότι: «πρέπει να σταματήσει η κατανάλωση ποτών στα μπαρ, των οποίων ο αριθμός στην Πόλη όλο και αυξάνεται, γιατί οι άντρες επιστρέφουν μεθυσμένοι στα σπίτια τους. Η ακρίβεια  του ποτού είναι ένα μέτρο για να περιορισθεί η κατανάλωση του. Θα επιμείνω για να παραμείνει η τιμή του ούζου ακριβή ακόμα και αν πρόκειται να σπάσουν στο κεφάλι μου τα ποτηράκια  που θα μείνουν αδειανά από την ακρίβεια αυτή».

Ξέσπασε έντονη λογομαχία μεταξύ των δύο μπαρμπέρηδων, ο Τζαβίτ είπε στον Αλή ότι τον απολύει γιατί είναι μεθύστακας, ο Αλή θυμήθηκε τα τρία τελευταία μεροκάματα που του χρωστούσε  ο Τζαβίτ, οι πελάτες τους φώναζαν να σταματήσουν, το τσιράκι  βρήκε την ευκαιρία να μην σκουπίσει τις τρίχες από το πάτωμα και τα καναρίνια κελαηδούσαν χαρούμενα όπως πάντα.  Ο Αλή, επιδεικνύοντας, περιέργως πώς, γρηγορότερα  αντανακλαστικά,  χρησιμοποίησε  πρώτος το ξυράφι και ως μέγας δεξιοτέχνης, αφού αυτός το είχε δουλέψει  περισσότερες φορές σε μάγουλα και γένια,  τραυμάτισε θανάσιμα τον Τζαβίτ. Με το ψαλίδι στο χέρι έπεσε στο πάτωμα ο  ιδιοκτήτης του Çankaya την ώρα που ο Αλή στύλωνε για τελευταία φορά τα μάτια του στα κλουβιά με τα καναρίνια.

* * *

bst COVER

Εικόνα: «Το ξύρισμα», Berk Senturk

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.