Είμαι τσιγάρο σχολικό

File written by Adobe Photoshop¨ 4.0
File written by Adobe Photoshop¨ 4.0

Σημειώσεις μιας Φιλολόγου

—της Ρούλας Καλαρά—

Στην Τζένη, στην Έφη, στον Τάσο, στην Κούλα, στη Λίτσα, στην Αριστέα, στην Εύη, στην Κλέα
και σε όλους τους άλλους που πέρασαν από το υπόγειο «Χημείο» μας 

Στα (ενίοτε και κυριολεκτικά) υπόγεια της προσωπικής μου ιστορίας στα θρανία, είτε ως μαθήτριας είτε ως καθηγήτριας, εκτυλίσσεται και μια άλλη, παράλληλη ιστορία, που μοιάζει με θρίλερ: η ιστορία μου ως καπνίστριας. Δύο ιστορίες που γράφτηκαν μαζί, αλλά δεν τέλειωσαν και μαζί. Η σχέση μου με το κάπνισμα άρχισε στην ΣΤ’ τάξη του Γυμνασίου. Εκεί που διάβαζα για τις εξετάσεις, δίπλα μου βρισκόταν ένας καλόγηρος και στον καλόγηρο βρισκόταν το τσεπάκι με τα τσιγάρα του πατέρα μου. 22 Αντινικότ! Δυο τρία κάθε νύχτα, όταν έμενα μόνη μου για να αποστηθίσω τις χιλιάδες λέξεις των Λατινικών. Αυτό ήτανε…

Στο Πανεπιστήμιο έπεσα πάνω στην αρχή της Μεταπολίτευσης, εποχή που ντουμάνιασε ο τόπος. Ακόμα και μέσα στα αστικά λεωφορεία καπνίζαμε. Ακόμα και στις αίθουσες των Σχολών την ώρα του μαθήματος. Θα θυμάμαι πάντα πώς κατάφερα να περάσω το πιο αντιπαθητικό μου μάθημα, τη Βυζαντινή Ιστορία, στο τελευταίο έτος. Τότε κάπνιζα Καρέλια, το λευκό κλασικό πλακέ κουτί. Είχα γράψει λοιπόν, στη μια πλευρά ημερομηνίες και ονόματα μαχών και στην άλλη διάφορους διοικητικούς όρους. Και πέσανε όλα. Κάπνιζα κι έγραφα. Κι αντέγραφα. Ανενόχλητη. Ως φοιτήτρια Φιλοσοφικής, τίμησα τα τσιγάρα Δελφοί, που είχαν απάνω στο κίτρινο πακέτο ανάγλυφο το κεφαλάκι του Απόλλωνα. Ως οργανωμένη σε αριστερή νεολαία, τίμησα τα Κιρέτσιλερ και τα στριφτά! Μέχρι που άραξα στα Καρέλια για χρόνια.

Όσοι ήμασταν μαθητές επί Χούντας και φοιτητές στα αμφιθέατρα της Μεταπολίτευσης, όταν διοριστήκαμε, αρχές της δεκαετίας του ’80, επί ΠΑΣΟΚ, ελάχιστη σχέση είχαμε με το παραδοσιακό μοντέλο του Δημοσίου Υπαλλήλου. Από κάθε άποψη. Στο πρώτο Λύκειο που βρέθηκα, στην επαρχία, οι νέοι καθηγητές καμιά φορά τύχαινε να καπνίζουμε μαζί με τους τελειόφοιτους μαθητές μας. Κανείς δεν παραξενευόταν. Κάποιοι το θεωρούσαν και επαναστατική, απελευθερωτική πράξη. Εξάλλου, δεν υπήρχαν τότε αντικαπνιστές. Ακόμα και οι μη καπνιστές συνάδελφοι θεωρούσαν αυτονόητο και φυσικό το να καπνίζουμε μες στα μούτρα τους. Πολύ αργότερα, όταν είχα μετατεθεί από χρόνια στην Αθήνα πια, άρχισαν οι τσακωμοί και οι γκρίνιες ανάμεσα στους καπνίζοντες και τους μη καπνίζοντες στα γραφεία των καθηγητών και στο τέλος καταλήξαμε σε ξεχωριστά γραφεία.

Οι μαθητές απ’ την πλευρά τους κάπνιζαν στην άκρη της αυλής ή στις τουαλέτες. Σε πολλά Λύκεια βέβαια είχαν κερδίσει το δικαίωμα να έχουν δικό τους καπνιστήριο. Κάποτε, η παραχώρηση καπνιστηρίου υπήρξε και αίτημα, μεταξύ άλλων, σε μαθητικές καταλήψεις. Αλλά και αργότερα, σε εποχές που απαγορεύτηκε το κάπνισμα στους μαθητές, εξακολουθούσαν να υπάρχουν άτυπα καπνιστήρια στα Λύκεια και, όποτε συλλαμβάνονταν μαθητές καπνίζοντες, δεν ακολουθούσε η παραδειγματική τιμωρία τους. Οι «κείμενες διατάξεις» μιλούσαν για την αντιμετώπιση του προβλήματος με παιδαγωγικούς τρόπους και όχι με τιμωρία. Το οποίο σήμαινε, πρακτικά, τίποτα. Έτσι, το κάπνισμα συνεχίστηκε σε ημιπαράνομες συνθήκες, ενίοτε με εφόδους καθηγητών στις τουαλέτες, συνήθως άκαρπες ή αναποτελεσματικές, λόγω συστημάτων ειδοποίησης. Ντουμάνι ο τόπος και κανείς με τσιγάρο.

Μέσα στη δεκαετία του 2000, η αντικαπνιστική καμπάνια έχει πια φτάσει και στα σχολεία, η νομοθεσία αυστηροποιείται και γίνονται δραστικές αλλαγές στις σχέσεις καπνιστών-μη καπνιστών καθηγητών. Αρχίζουν οι υστερικές αντιδράσεις και ο μεγάλος διωγμός. Εγώ, στο Γυμνάσιο όπου βρισκόμουν τότε, απέκτησα τη συνήθεια να κάθομαι στα διαλείμματα και στα κενά μου στην αυλή. Είχα βρει ένα πεζουλάκι και είχα εγκατασταθεί με το τασάκι μου και με τα όλα μου. Άλλοι κάπνιζαν στους διαδρόμους. Έλα όμως, που ήμασταν ορατοί και αποτελούσαμε αρνητικό πρότυπο για τα παιδιά. Όλοι απαιτούσαν να εξαφανιστούμε κι εμείς και τα τσιγάρα μας. Αίθουσα όμως, διαθέσιμη για δεύτερο γραφείο δεν υπήρχε. Έπρεπε να βρούμε άλλη λύση, για να επέλθει ηρεμία και να ειρηνεύσει το τοπίο. Δεν θέλαμε άλλωστε να προκαλούμε.

Και τη βρήκαμε τη λύση. Παλιότερα, στο σχολείο μου υπήρχε επιστάτης. Οι επιστάτες τότε, συνήθως, έμεναν μέσα στα σχολεία, σε ιδιαίτερο διαμέρισμα με τις οικογένειές τους. Έτσι και σε μας. Στην εξωτερική πλευρά του συγκροτήματος, σε σημείο μη ορατό από το Γυμνάσιο, υπήρχε σχεδόν κρυμμένο ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα, στα έγκατα της γης σχεδόν, εγκαταλελειμμένο από χρόνια. Ε, εμείς το ανακαλύψαμε! Βρήκαμε το κλειδί και μπήκαμε μέσα: υγρασία, μούχλα, σκοτάδι και απαίσια μυρωδιά. Διαλέξαμε το πιο κρυφό και πιο σκοτεινό δωμάτιο, 6-8 τετραγωνικά όλο κι όλο, και αναλάβαμε τις μετατροπές. Ντύσαμε τους τοίχους με αφίσες και φωτογραφίες δικές μας από σχολικές εκδρομές και γιορτές. Βάλαμε στη μέση ένα γραφείο γεμάτο τασάκια και γύρω γύρω καρέκλες από τις αίθουσες. Γεμίσαμε τον τόπο αρωματικά κεριά και λιβάνια. Σαν εκκλησία έμοιαζε, άσε που υπήρχε και μια εικόνα. Και σε ένα φαρδύ πρεβάζι το μοναδικό παραθυράκι βάλαμε μπουκάλια με ποτά, κρυμμένα πίσω από κάδρα, βιβλία και γλάστρες. Σε μια άκρη τοποθετήσαμε κι ένα ραδιοκασετόφωνο. Έτοιμος ο τάφος του Ινδού. Έτσι ονομάσαμε το χώρο. Κι έξω από την πόρτα βάλαμε και πινακίδα: «ΧΗΜΕΙΟΝ».

Αυτό το υπόγειο έγινε σιγά σιγά η όαση των δύο τελευταίων πέτρινων χρόνων χρόνων της θητείας μου. Και έπαψε σύντομα να είναι απλώς το καπνιστήριο των εκδιωγμένων καπνιστών. Εκεί μαζεύονταν όλοι οι φίλοι καθηγητές, μια παρέα καπνιζόντων και μη, σε κάθε κενό, σε κάθε ευκαιρία. Ήταν ο χώρος της απομόνωσής μας από όσους αντιπαθούσαμε, από τη γραφειοκρατία και την τυπικότητα, από τη σχολική ρουτίνα, από την γκρίνια και τη μιζέρια του γραφείου των καθηγητών. Ήταν η ελευθέρα ζώνη μας. Με κάθε ευκαιρία, πεταγόμασταν και χωνόμασταν εκεί, έστω και για ένα τσιγάρο μετά μουσικής. Φτάσαμε να βρισκόμαστε πολύ πριν από το πρωινό κουδούνι εκεί και μερικές φορές να φεύγουμε το απόγευμα.

Το τι κουβεντιάστηκε, το τι κοροϊδεύτηκε, το τι γιορτάστηκε στην υπόγα μας δεν περιγράφεται. Κάθε μέρα αναλάμβανε και άλλος να φέρει εφόδια: ρακές, πατατάκια, μεζεδάκια και τέτοια. Είχαμε κανονίσει και το πρόγραμμα ώστε να συμπίπτει τουλάχιστον ένα κενό όλης μαζί της παρέας — και έτσι ζούσαμε. Κλειδιά είχαμε μόνο εμείς. Ακόμα αναρωτιέμαι πώς μπόρεσε να περάσει κάτω από τα ραντάρ και να επιβιώσει δύο χρόνια ο Τάφος του Ινδού. Όταν βγήκαμε στη σύνταξη δύο από τους ιδρυτές, άλλαξε και η διεύθυνση του σχολείου, έσκασε και η χρεωκοπία — ο τάφος κλειδώθηκε και δεν ξαναπάτησε κανείς. Πρόσφατα που πήγα στο σχολείο, έξι χρόνια μετά την αποχώρησή μου, σε ένα συρτάρι του παλιού μου γραφείου στην αίθουσα των καθηγητών βρήκα κρυμμένο ένα τσίγκινο κουτάκι που έγραφε επάνω: υπόγα. Το άνοιξα και μέσα ήταν το κλειδί μου.

* * *

H Ρούλα Καλαρά θυμάται επεισόδια και σκηνές από τη θητεία της στο δημόσιο ελληνικό σχολείο, στο οποίο εργάστηκε επί 30 συναπτά έτη. Ιστορίες αστείες, σκληρές, τραγελαφικές, φαιδρές ή στενάχωρες, όπως ακριβώς και το ελληνικό σχολείο που τόσα χρόνια τώρα περιμένει τη μεταρρύθμιση που δεν γίνεται.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία  Σημειώσεις μιας φιλολόγου

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

3 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.