Περιττή αισθηματικότης

area-tarlabasi1.jpg

Έγκλημα στην Πόλη #16 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Την άρτι αφιχθείσα είδηση από την Αμερική την έγραψαν, τη δεύτερη εβδομάδα του Φεβρουαρίου του 1945, με λιγότερα ή περισσότερα σχόλια, όλες οι εφημερίδες. Κάποιες μάλιστα και στην πρώτη σελίδα.

Για κάποιους ανεξήγητους λόγους, η επιθυμία μίας νεκρής Αμερικάνας θεωρήθηκε ιδιαιτέρως συγκινητική. Στην Αλαμπάμα ζούσε η Κλαιρ Μπράουν μέχρι τις αρχές Ιανουρίου του 1945, όταν μια ξαφνική ασθένεια της στέρησε τη ζωή σε ηλικία μόλις 35 ετών. Χήρα στα 22 χρόνια της, δεν πρόλαβε καλά καλά να θρηνήσει για το χαμό του νεότατου αγαπημένου της συζύγου και δέχτηκε τη στενή πολιορκία του πάμπλουτου κτηματία κυρίου Μπράουν.

Μεσήλικας ο κτηματίας, φίλος του πατέρα της, την αγαπούσε από τότε που τη γνώρισε παιδούλα να καλπάζει με το άλογο της, υπερήφανη και αγέρωχη Αμαζόνα, στα κτήματα του πατέρα της. Η Λολίτα Αμαζόνα όμως, παρόλο που είχε διακρίνει το θαυμασμό και το κάτι παραπάνω από θαυμασμό στο βλέμμα του κυρίου Μπράουν και του έριχνε πότε πότε και κάνα ενθαρρυντικό βλέμμα κι αυτή, γρήγορα αισθάνθηκε την καρδιά της να καλπάζει για τον όμορφο και νεαρό συνεργάτη του πατέρα της Τζον Κινγκ. Έγιναν οι γάμοι και τα γλέντια, βρήκαν κοινό ρυθμό καλπασμού οι καρδιές και τα σώματα της δεκαοχτάχρονης νύφης και του εικοσιπεντάχρονου γαμπρού και η ευτυχία κατοίκησε σπίτι τους για τέσσερα χρόνια. Και ύστερα ήρθε ο θάνατος για εκείνον και η μοναξιά και η λύπη για εκείνην. Έτσι λοιπόν, μετά από οκτώ μήνες δέχτηκε να παντρευτεί τον κύριο Μπράουν και έζησε δεκατρία χρόνια υπό τη σκεπή της δικής του αγάπης και της δικής του ευτυχίας.

Όταν ο κύριος Μπράουν, απαρηγόρητος από το θάνατό της, ενημερώθηκε για τη διαθήκη της, έμεινε εμβρόντητος. Μεγάλη η απογοήτευση και η πίκρα του. Η αγαπημένη του σύζυγος που κυριολεκτικώς λάτρεψε, στη διαθήκη της ζητούσε να ταφεί η καρδιά της στον τάφο του Τζον Κινγκ, του πρώτου συζύγου της, και το σώμα της στον οικογενειακό τάφο του κυρίου Μπράουν. Η φράση της διαθήκης «η καρδιά μου ουδέποτε έπαυσε να ανήκει στον αγαπημένο μου Τζον» άφησε τον κύριο Μπράουν άφωνο. «Περιττή αισθηματικότης», δήλωσε απλώς και έδωσε εντολή να ικανοποιηθεί η επιθυμία της συζύγου του.

Ετών 35 ήταν και η Ρατζιά όταν διάβασε την είδηση στην εφημερίδα. Τη διάβασε και την ξαναδιάβασε, συγκίνηση μεγάλη αισθάνθηκε, και χωρίς και η ίδια να μπορεί να το εξηγήσει έβαλε τα κλάματα. Η Κλαιρ Μπράουν, από τόσο μακριά, από την Αλαμπάμα της Αμερικής, που η Ρατζιά ούτε στο χάρτη δεν την είχε εντοπίσει ποτέ της, με μια ζωή τελείως διαφορετική από τη δική της, λες και τώρα είχε ντυθεί τη δική της ψυχή. Με την καρδιά της ήδη πια θαμμένη αλλού και το σώμα της αλλού, ήταν τώρα η αδελφή ψυχή της Ρατζιά. Διότι, ενώ καρδιά και σώμα συγκατοικούσαν επιτυχώς στην περίπτωση της Ρατζιά, αλλού ήταν δοσμένη η καρδιά και αλλού αιχμάλωτο το σώμα της. Στο Tarlabaşı, στην οδό Menekse, στα «οπίσθια του Πέραν», όπως περιέγραφαν την περιοχή κάποιοι Ρωμιοί, ζούσε το δράμα της και έπνιγε τον καημό της στους δεκάδες τούρκικους καφέδες που έπινε την ημέρα. Παλιότερα τον απογευματινό καφέ τον «έβλεπε» καθημερινά η γειτόνισσά της και της έλεγε τα μελλούμενα. Τώρα, από τον φόβο της μη μαθευτεί της καρδιάς της ο νταλγκάς, ούτε στη γειτόνισσα δεν πήγαινε επίσκεψη με το αναποδογυρισμένο φλιτζανάκι του καφέ και τον ντελβέ να στάζει κόμπο κόμπο τη ζωή της πάνω στο πιατάκι.

Δημόσιος υπάλληλος ο άντρας της, στην ίδια υπηρεσία υπάλληλος και ο φίλος του ο Σουκρή. Ανύπαντρος αυτός κι ας κόντευε τα σαράντα. Μπαινόβγαινε τα τελευταία τέσσερα χρόνια συχνά σπίτι τους, από τότε δηλαδή που άρχισαν να δουλεύουν οι δύο άντρες στο ίδιο γραφείο κι έγιναν φίλοι καλοί. Ευχάριστος ο Σουκρή, είχε το χάρισμα να διηγείται ιστορίες με τέτοια παραστατικότητα που η Ρατζιά νόμιζε ότι τις ζούσε η ίδια. Τον κοιτούσε και τον άκουγε μαγεμένη γεμίζοντας τα στενόμακρα ποτήρια των αντρών με ούζο και σερβίροντας τους απαιτούμενους μεζέδες.

Δεν θυμόταν στα πόσα χρόνια γνωριμίας τους ήρθε και κλείδωσε η καρδιά της με την καρδιά του Σουκρή. Από τότε άρχισε και το δράμα, όχι μόνο το δικό της αλλά και εκείνου. Δυο ερωτοχτυπημένες καρδιές τόσο κοντά και δύο σώματα τόσο μακριά. Το σώμα της ανήκε δικαιωματικά στο σύζυγό της. Κι αυτός λες και το έκανε επίτηδες, γιατί είχε καταλάβει το δράμα που παιζόταν μπροστά στα μάτια του κάθε τόσο και λιγάκι στο μικρό σαλόνι του σπιτιού του, διεκδικούσε όλο και πιο έντονα, όλο και πιο συχνά το σώμα της. Και αυτή το έδινε με υποταγή και ενοχή και λύτρωση και αρκετή ομολογουμένως ευχαρίστηση. Άσ’ τα να πάνε δηλαδή, τέτοιο μπέρδεμα που λέμε. Αλλά η καρδιά της στου Σουκρή τα χέρια αφημένη. Μα ποιος μπορεί να το αντέξει αυτό, είτε στη Δύση είτε στην Ανατολή; Ήταν σίγουρο ότι αργά ή γρήγορα θα ξεσπούσε θύελλα μεγάλη.

Και έτσι έγινε, ο άντρας της ανακοίνωσε στον Σουκρή ότι ήταν ανεπιθύμητος σπίτι του και να μην ξανάρθει. Βαρέως το έφερε ο Σουκρή, πληγώθηκε η καρδιά του. Σε ώρα που ήξερε ότι έλειπε σίγουρα ο άντρας της, της χτύπησε την πόρτα. «Έλα μαζί μου, τώρα», της είπε αποφασιστικά. Ήταν σκληρό αυτό το τώρα για τη Ρατζιά, ίσως αν της είχε δώσει λίγο χρόνο να εξελισσόταν η ιστορία διαφορετικά. Μα αυτό το επιτακτικό «τώρα» τα χάλασε όλα. Μπορεί να το είχε ονειρευτεί στις αισθηματικές της φαντασιώσεις η Ρατζιά, όπως όλοι όμως ακροβατούν στο σχοινί των φαντασιώσεων τους, έτοιμοι να βγάλουν φτερά και να πετάξουν αλλά προσγειώνονται τελικά με τα πόδια να πατάνε γερά στη γη, είπε το μεγάλο της ζωής της όχι. Το περίστροφο βγήκε από την τσέπη του Σουκρή, το χέρι του τεντώθηκε στο ύψος της καρδιάς του και στράφηκε στο ύψος της καρδιάς της Ρατζιά. Τρεις απανωτοί πυροβολισμοί ακούστηκαν και η Ρατζιά αισθάνθηκε αλλού να είναι η καρδιά της και αλλού το σώμα της. Πρόλαβε όμως να δει προς τα ύψη να οδεύει η καρδιά της και στο πάτωμα να πέφτει το σώμα της. Επειδή όμως άλλο Αλαμπάμα και άλλο Ιστανμπούλ, ουδείς χαρακτήρισε το έγκλημα του ερωτευμένου Σουκρή και το θάνατο της διχασμένης Ρατζιά ως αποτέλεσμα περιττής αισθηματικότητας. Απλώς όλοι συμφώνησαν ότι ο έρωτας τυφλώνει τον ερωτευμένο αλλά ποτέ τις σφαίρες.

* * *

area-tarlabasi1

Εικόνα: Tarlabaşı / Ταρλαβάσι, c. 1940

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.