Σύντομη μελέτη στις αντιθέσεις

Jump!
Αυτό δεν είναι τραγούδι #578
Dj της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Το 1985 υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία σε κάποιο νησί του Αιγαίου. Εκείνο το καλοκαίρι, όπου κι αν πήγαινα ως εξοδούχος δεν υπήρχε περίπτωση να μην ακούσω ξανά και ξανά ένα ποπ τραγούδι με τίτλο “Live is Life”. Το συγκρότημα το έλεγαν Opus και ήταν από την Αυστρία (αυτό από μόνο του αρκεί: ποπ από την κεντρική Ευρώπη σημαίνει επίπεδο Eurovision – στην καλύτερη περίπτωση). Τεράστια επιτυχία. Και το απόλυτο σκουπίδι, η επιτομή της κακόγουστης, φτηνιάρικης ποπ μουσικής. Προσωπικά, μου πριόνιζε τα νεύρα, με καταρράκωνε ψυχικά. Κάθε φορά που το άκουγα (και το άκουσα πολλές, δυστυχώς), ένιωθα κάποιες νευρωνικές μου συνάψεις να καίγονται, να αυτοαναφλέγονται από απελπισία. Υπέφερα! Η νηπιακή μελωδία ύπουλα κολλητική, ηχητικός ιός. Οι δε στίχοι τόσο κοινότοποι και γλυκανάλατοι που ευχόσουν να μην ήξερες αγγλικά για να μην τους καταλαβαίνεις. Και οι τουρίστες, έλληνες και ξένοι, να το χορεύουν και να το τραγουδάνε μέρα-νύχτα, μέσα στην καλή χαρά. Κόλαση!

Την ίδια χρονιά, κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ με τίτλο Nail από το συγκρότημα Foetus – ουσιαστικά ένα από τα πολλά ψευδώνυμα του Αυστραλού J.G. Thirlwell (γεν. 1960). Οι μουσικοκριτικοί που είχαν άποψη έγραφαν τα καλύτερα. Λ.χ., ο Ζήλος στον Ήχο αφιέρωσε στον Thirlwell σεντόνια για μήνες. Αγόρασα τον δίσκο, έχοντας ακούσει ελάχιστα κομμάτια στο ραδιόφωνο. Περίεργος. Δύσκολος. Καθόλου φιλικός στον ακροατή. Δηλαδή, το καλύτερό μου. Τον έγραψα σε κασέτα και τον άκουγα από το walkman στη σκοπιά. Και πάλι κόλαση – αλλά της επιλογής μου!

Τα θυμήθηκα απόψε αυτά τα δύο δείγματα που βρίσκονταν στα άκρα των ακουσμάτων μας πριν από 30 χρόνια, εξαιτίας μιας συνομιλίας με φίλο που υπηρετούσαμε μαζί τότε στο νησί – ας τον ονομάσω Χ. Μεταξύ άλλων, πάνω στην κουβέντα, θυμηθήκαμε και το επάρατο σκουπιδάκι, για το οποίο ο Χ είπε ότι το πολύ του άρεσε τότε, αν και δεν το είχε ξανακούσει έκτοτε. Τι του άρεσε από δαύτο; ζήτησα να μάθω. Του άρεσε που το χόρευε με ξαναμμένες τουρίστριες στα ευαγή ιδρύματα που συχνάζαμε τα βράδια. Του άρεσε γιατί ήταν κεφακλίδικο, χαρούμενο, μιας χρήσης, άρα ό,τι έπρεπε για τη συγκυρία. «Τι ήθελες να μου αρέσουν δηλαδή, οι ψυχανωμαλίες που άκουγες εσύ τότε;» κατέληξε. Να ’μαι και ψυχάκιας! Σε κάθε περίπτωση, σεβαστή η άποψή του· με έβαλε σε σκέψεις.

Αργότερα, έβαλα και ξανάκουσα το επίδικο άσμα για να λύσω την απορία μου: Μήπως ήμουν κωλοπαιδαρίστικα απόλυτος μέσα στην έπαρση της νεαρής μου ηλικίας; Άλλωστε, μου έχει ξανασυμβεί: πράγματα (και όχι μόνο τραγούδια) που τότε σνόμπαρα με τρέλα, αργότερα παραδέχτηκα ότι δεν ήταν (τελείως) για πέταμα. (Οι λεγόμενες guilty pleasures.) Στο φινάλε, δεν έχω κακές αναμνήσεις από το νησί. Ίσως το τραγούδι να υποδαύλιζε τη νοσταλγία μου – αν όχι για το νησί, για εκείνους τους άλλους που υπήρξαμε εμείς οι ίδιοι τρεις δεκαετίες πίσω. Το άκουσα, λοιπόν. Όσο άντεξα. Και – όχι: παραμένει ένα καταγέλαστο κατασκεύασμα που εξακολουθεί να μου πριονίζει τα νεύρα. (Το δε βιντεάκι χειροτέρεψε την κατάσταση. Όσοι αποφασίσετε να το δείτε, απομακρύνετε τα παιδιά από την οθόνη. Καλού-κακού, απομακρύνετε και την οθόνη.)

Στο καπάκι, έβαλα το “Descent into the Inferno” (αντιπροσωπευτικό δείγμα από τα αγαπημένα μου «βαραδερά», από τα «κουλτουροειδή μπαρμπούτσαλα», κατά τον Χ). Απόλαυση! Ξεπλύθηκαν τ’ αυτιά μου. Στα 80s θεωρούσα υπερβολικές κάποιες διθυραμβικές κριτικές για τον Foetus – και ήταν. Εντούτοις, η περίπτωση του J.G. Thirlwell ήταν και παραμένει αξιοπρόσεκτη. Η μουσική του λειτουργεί.

Με αφορμή τα παραπάνω, σκέφτομαι αν έκανα καλά που ως ακόλαστος νέος (#not) δεν εστίαζα (τουλάχιστον όσο έπρεπε) στις ξαναμμένες τουρίστριες για λόγους τόσο ασαφείς όσο το γούστο τους στη μουσική. Αν έκανα καλά που άκουγα περίεργα πράγματα, τα οποία εντέλει με καθόρισαν ως ακροατή διά βίου. Αν έκανα καλά που δεν ακολούθησα την πεπατημένη (με αποτέλεσμα σήμερα να αντιπαθώ όχι μόνο τα σημερινά σκουπίδια, αλλά και καλλιτέχνες που χαίρουν της εκτίμησης, λ.χ., του Χ, όπως τους κοτσιρομπασαίους και τους πλιατσικοθηβαίους). Καταλήγω στο ότι δεν μετανιώνω για τη στάση μου – διαχρονικά: η ευκολία προσφέρει μούφα ψυχαγωγία. Δεν υπάρχει καλή και κακή μουσική σε όλα τα είδη – αυτές είναι δικολαβίστικες υπεκφυγές. Ούτε τα είδη χωρίζονται σε καλά και κακά. Υπάρχει μόνο μουσική που δεν σου κάνει τίποτα και μουσική που σου κάνει κάτι. Κι αυτό το κάτι, ξαναμμένες μου τουρίστριες και φίλτατέ μου Χ, μένει αιωνίως ζητούμενο, αν συνηθίσεις στο κακό, όταν φτάσεις να νιώθεις οικεία με το κτήνος μέσα σου.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s