Τσίμπα τα γυναικεία οπίσθια, ποτέ τα ζάρια

aksaray karakolu1

Έγκλημα στην Πόλη #18 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Δεκαεφτά χρονών ο Χουρσίτ Σακάρια έφυγε από το σπίτι του στην Kütahya και ήρθε στην Πόλη να κάνει την τύχη του. Δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να βρει δουλειά. Συμπαθητικός νέος, μαζεμένος, λιγομίλητος τον προσέλαβαν να βοηθάει στην κουζίνα στο καζίνο DO-RE-MI των αδελφών Μπατζανός. Καζίνο τότε ονομάζονταν τα νυχτερινά κέντρα με φαγητό και μουσική, καμία σχέση με τους χαρτοπαιχτικούς ναούς της τύχης, του πάθους και της εξάρτησης.

Ένα βράδυ διασκέδασης στο καζίνο του Αλέκου Μπατζανός —ή αλλιώς Μπατσανόπουλος— και του μικρότερου αδελφού του Γιώργου, σήμαινε προφανώς να φύγεις τις πρώτες πρωινές ώρες με κάποια χρήματα λιγότερα στην τσέπη σου, αλλά χαλάλι, τόσα κι άλλα τόσα άξιζε μια βραδιά στη μέθη της φωνής του Αρμένιου Αγκόπ. Μια φωνή που αγκάλιαζε στοργικά την πολίτικη λύρα —τον κεμεντζέ— του Αλέκου και το ούτι του Γιώργου και έκανε τις μουσικές συνθέσεις των δύο αδελφών να δονούν και τις πιο σκληρές καρδιές των θαμώνων. Γιατί, ως γνωστόν τοις πάσι, και οι πιο σκληρές καρδιές, σε ένα πισωγύρισμα του δοξαριού του βιρτουόζου, ζυμάρι γίνονται και μαλακώνουν.

Τα δύο αδέλφια συμμετείχαν την εποχή εκείνη σχεδόν καθημερινά στα προγράμματα τουρκικής παραδοσιακής έντεχνης μουσικής του κρατικού ραδιοφώνου. Η οικογένειά τους καταγόταν από τη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης και ήταν οικογένεια επαγγελματιών μουσικών. Οι παππούδες τους έπαιζαν κλαρίνο και πολίτικη λύρα, ο πατέρας τους Χαράλαμπος, γνωστός ως Λάμπρος, έπαιζε λαούτο και ο θείος τους, Αναστάσης, πολίτικη λύρα. Μα η πολίτικη λύρα του Αλέκου ήταν το κάτι άλλο. Στα χέρια του το μικρό αυτό όργανο, που το ύψος του δεν ξεπερνούσε τα 40 εκατοστά, το αγαπημένο όργανο της κλασικής οθωμανικής μουσικής, με το σώμα του από καστανιά, το καπάκι από πεύκο, τα κλειδιά από έβενο, το δοξάρι από τριανταφυλλιά, με μία δέσμη από τρίχες αλόγου στερεωμένη πάνω του, με τις χορδές από έντερο, σαν το λυχνάρι του Αλαντίν γεννούσε όνειρα και θαύματα και συναισθήματα ανομολόγητα.

Άκουγε τη μουσική και τη χρυσή φωνή του Αγκόπ ο Χουρσίτ στην κουζίνα και ευχαριστούσε τον Αλλάχ που όλα πήγαιναν καλά στη ζωή του. Λίγα τα χρήματα που έβγαζε βέβαια αλλά ακόμα πιο λίγα τα έξοδά του. Φαγητό έτρωγε στο καζίνο και για να μείνει είχε νοικιάσει πάμφθηνα ένα δωμάτιο στον μεντρεσέ Kavurhane στην περιοχή Aksaray. Από τότε που η Τουρκική Δημοκρατία έκλεισε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τους μεντρεσέδες, τα μουσουλμανικά αυτά ιεροσπουδαστήρια μετατράπηκαν σε φτηνά καταλύματα όπου προσέφευγαν κυρίως οι νέοι που έρχονταν όλο και σε μεγαλύτερα κύματα από την Ανατολία στη μεγαλούπολη. Οι παλιοί «σοφτάδες», οι μαθητές των μεντρεσέδων, «αυτοί που αγαπάνε τη γνώση» στα τουρκικά, στο χώρο όπου ζούσε και περνούσε τις ελεύθερες ώρες του παρέα με άλλους νέους συγκάτοικούς του ο Χουρσίτ, εντρυφούσαν στην ισλαμική φιλοσοφία, ηθική και θεολογία, μάθαιναν την αραβική γλώσσα, καλλιγραφία, μαθηματικά.

Ο Χουρσίτ το σωτήριο γι αυτόν έτος 1947 που ευτύχησε να ζει στην πόλη των πόλεων —που δεν θα ήταν τελικά και τόσο σωτήριο—, μάθαινε άλλα σημαντικά πράγματα της ζωής. Δύο από αυτά τον γοήτευσαν και έκλεψαν για πάντα την καρδιά του: ο οίνος και το μπαρμπούτι. Έμαθε τα κατατόπια στο Aksaray και όταν δεν δούλευε τριγυρνούσε στην πλατεία και τα σοκάκια και έψαχνε να βρει αυτό που ποθούσε. Και αυτό που έψαχνε δεν ήταν βέβαια τα ίχνη του Karamanoğlu Bey όταν ο Πορθητής Fatih Sultan Mehmet τον ανάγκασε να μεταφέρει με το ζόρι όλο του το μπεϊλίκι και τους κατοίκους του μακρινού Aksaray της Ανατολίας που βρισκόταν στην ηγεμονία του, στον τόπο αυτόν, όπου τώρα ο Χουρσίτ έψαχνε να βρει φτηνό κρασί και παρέα να παίξει με μανία μπαρμπούτι. Απολύτως λογικό το να μην τον ενδιαφέρουν ούτε οι παλιοί Μπέηδες, ούτε τα μπεϊλίκια. Έλα όμως που όταν ριχνόταν με τα μούτρα στα ζάρια, όλα της φυλής του τα νταϊλίκια ξυπνούσαν μεμιάς και σαν ο μοναδικός Μπέης των ζαριών, της τύχης και της απαιτούμενης τεχνικής ήθελε να είναι ο ευνοούμενος της ειμαρμένης.

Εξίσου λογικό να μην ενδιαφέρεται καθόλου ο Χουρσίτ για το εάν και οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί υπήρξαν και αυτοί λάτρεις των τυχερών κύβων. Δεν είχε ακούσει ποτέ το ρητό «πάντα ο Δίας φέρνει τη σωστή ζαριά» ούτε αναρωτήθηκε ποτέ πόσα χρόνια νωρίτερα ο Albert Einstein είδε τον θεό «να μην παίζει ζάρια στο σύμπαν» ή πόσα χρόνια αργότερα ο Stephen Hawking θα έβλεπε τον ίδιο θεό «να παίζει τουλάχιστον μια φορά ζάρια, τη στιγμή της δημιουργίας». Ούτε βέβαια είχε ποτέ ακούσει την παροιμιώδη φράση του Ιουλίου Καίσαρα την ώρα που διέσχιζε τον ποταμό Ρουβίκωνα και γεννιόταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία «ο κύβος ερρίφθη». Εδώ, στην κήπο συνήθως του μεντρεσέ Kavurhane, μπροστά στη στρωμένη κουβέρτα πάνω στο υγρό χώμα και με τα ζάρια σφιχτά κλεισμένα στην ιδρωμένη του παλάμη, γεννιόταν για τον Χουρσίτ η δική του αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία της τύχης.

Το παιχνίδι με την τύχη ήταν αυτό που αγαπούσε. Να την προκαλεί την τύχη, να την έχει εκεί στο χέρι του, να την ελευθερώνει με κάθε ζαριά, να της δίνει φτερά και να βλέπει τα κελεύσματα και τα γυρίσματά της εκεί μπροστά του, πάνω στην παλιά βρώμικη κουβέρτα. Ήθελε να κερδίζει βέβαια πάντα, αλλά την τύχη τη σεβόταν πάνω από όλα, και όταν εκείνη δεν τον ευνοούσε δεν το έπαιρνε κατάκαρδα. Αντιθέτως κατάκαρδα έπαιρνε τις μπαμπεσιές των συμπαικτών του. Θύμωνε με τους ψευτόμαγκες που προσπαθούσαν να κάνουν κόλπα στο ρίξιμο των ζαριών. Το μπαρμπούτι ήταν παιχνίδι για μάγκες αληθινούς, σωστούς με μπέσα, αρχές και φιλότιμο. Δεν ήταν παιχνίδι εξαπάτησης, όπως οι δαχτυλήθρες που έπαιζαν οι παλιότεροι και το καημένο το κορόιδο έπρεπε να βρει σε ποια από τις τρεις δαχτυλήθρες βρισκόταν το στραγάλι, η φακή ή το ρεβίθι. Στο μπαρμπούτι τα κουκιά και τα ρεβίθια ήταν συγκεκριμένα και με της τύχης το χέρι γραμμένα στις πλευρές του ζαριού. Έτσι κι έβλεπε ο Χουρσίτ τον άλλον να κρατά το ζάρι σφιχτά με τον μέσο και τον αντίχειρα και να κάνει το ζάρι περιστροφές περίεργες πριν αναπαυθεί στην τελική του στάση, άρχιζε τις φωνές «σπάσ’ τα και ξαναρίχτ». Και αυτό μπορούσε να γίνει πολλές φορές, εάν η υποψία ότι δεν ρίχνει ο άλλος τίμια τα ζάρια έμπαινε και στρογγυλοκαθόταν στο μυαλό του. «Μην τσιμπάς τα ζάρια» ήταν η φράση που έλεγε πιο συχνά στη διάρκεια μιας παρτίδας μπαρμπουτιού. Για αυτό και οι συγκάτοικοι και φίλοι του με τους οποίους έπαιζε πιο συχνά του είχαν δώσει το παρατσούκλι «ο μην τσιμπάς τα ζάρια», κι εκείνου δεν του κακοφαινόταν γιατί ήταν τιμή για αυτόν να τον θεωρούν προστάτη της αξιοπιστίας των ζαριών. «Να τσιμπάτε των γυναικών τα οπίσθια, αλλά ποτέ να μην τσιμπάτε τα ζάρια», έλεγε όταν είχε τα κέφια του.

Εκείνη τη νύχτα της 23ης Μαϊου 1947 δεν είχε ομολογουμένως καθόλου τα κέφια του. Ψυχρή η βραδιά και η υγρασία αφόρητη, η μάλλινη κουβέρτα ήταν υγρή κι αυτή, γονατιστός πάνω της περίμενε τη σειρά του να παίξει. Το μπουκάλι με το κρασί περνούσε από χέρι σε χέρι. Οι τρεις συγκάτοικοί του, ο Τσακήρ, ο Μουχαρέμ και ο Χουσεΐν έριχναν τα ζάρια ο ένας μετά τον άλλον με τα γνωστά —όχι και τόσο κόσμια— επιφωνήματα των μπαρμπουτζήδων. Όταν ακούστηκε θυμωμένη η φωνή του Χουρσίτ «μην τσιμπάς τα ζάρια» και συνοδεύτηκε από βαριές βρισιές για μάνες, μητέρες και μανούλες, η βρεγμένη κουβέρτα γέμισε από κορμιά και χέρια και πόδια να δέρνουν και να δέρνονται. Κάπου εκεί θα είχε τελειώσει η βραδιά, με μώλωπες και εκδορές, θυμωμένες ματιές και οργισμένα λόγια, εάν ο Χουρσίτ δεν έβγαζε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του το μαχαίρι. Στην καρδιά ακριβώς δέχτηκε το πλήγμα ο Τσακίρ και εξέπνευσε χωρίς να προλάβει να πει ούτε ένα άισιχτιρ, πάνω στην τσαλακωμένη κουβέρτα. Ο Χουσεΐν με μαχαιριές στην κοιλιά και στα χέρια μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Ο Χουρσίτ τριγύριζε όλη τη νύχτα στα σοκάκια του Aksaray και, όταν συνελήφθη το πρωί και οδηγήθηκε στο τμήμα, χαϊδεύοντας με το ένα χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του τα ζάρια, ισχυρίστηκε ότι ο Τσακίρ αυτοτραυματίσθηκε και πέθανε. Τέτοιο ψέμα δεν το άντεξαν ούτε οι κύβοι της τύχης και της ατυχίας. Και δεν τον προειδοποίησαν ότι το μπαρμπούτι, το κατεξοχήν παιχνίδι της φυλακής, εκεί πίσω από τα σίδερα έχει σκληρούς, πολύ σκληρούς κανόνες.

* * *

aksaray karakolu1

Εικόνα: το αστυνομικό τμήμα του Aksaray

* * *

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.