Βλαβερός ο οίνος χωρίς ρεβίθια και κουκιά

12714413_10207730059505428_847755694_n

Έγκλημα στην Πόλη #19 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Ο Χαμντί γνώρισε τον Χουσεΐν στις αλάνες όπου έπαιζαν μπάλα, μακριά γαϊδούρα και έκαναν αγώνες δρόμου με τα τσέρκια των βαρελιών. Ειδικός στο τσέρκι ο Χουσεΐν κατάφερνε να τρέχει πάνω κάτω στην αλάνα κρατώντας ελαφρά το τσέρκι με δύο δάχτυλα και αυτό υπάκουο και λαχανιασμένο κυλούσε δίπλα του χωρίς να πέφτει. Γύριζε το τσέρκι γρήγορα σαν γρανάζι μηχανής και γύριζε τρέχοντας γύρω από τον φίλο του και ο Χαμντή κάνοντας συχνά πυκνά στροφές γύρω από τον εαυτό του και επευφημώντας και ενθαρρύνοντας τον Χουσεΐν σε μια άγνωστη σε αυτόν όπως και στα υπόλοιπα αγόρια γλώσσα. Ο Χαμντί ήταν Κούρδος, πιο πολύ ίσως Τούρκος στην καρδιά και στο μυαλό από ό, τι θα υπέθεταν πολλοί, αλλά όταν η συγκίνηση και η χαρά γέμιζαν τα πνευμόνια του με τον δικό τους αέρα, η γλώσσα του ξεχνούσε τη γοητευτική αρμονία των φωνηέντων και των συμφώνων της τουρκικής γλώσσας και ανάβλυζε μόνο τον ήχο των κουρδικών.

Στο Hasköy, Χάσκιοϊ όπως το έλεγαν οι Ρωμιοί που δυσκολεύονταν να προφέρουν αυτό το “ö”, το ακόμα πιο στρογγυλεμένο από το στρογγυλεμένο όμικρον — στο Χάσκιοϊ λοιπόν, στο παλιό βυζαντινό Πικρίδιο με τις πολλές μονές και εκκλησίες, μεγάλωσαν τα δυο αγόρια. Όχι βέβαια εισπνέοντας τον αέρα της παρακμής του βυζαντινού μεγαλείου αλλά τη δύναμη και την αποφασιστικότητα της Τουρκικής Δημοκρατίας να ριζώσει και να ανδρωθεί η τουρκική εθνική συνείδηση. Ρωμιοί, Αρμένιοι και Εβραίοι και λιγότεροι Τούρκοι ζούσαν στην περιοχή προτού στρίψει μεγαλοπρεπώς ο 19ος αιώνας και γυρίσει την πλάτη του σε όσα νέα δεδομένα έφερνε μαζί του ο 20ός. Το Χάσκιοϊ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες εβραϊκές περιοχές της Πόλης. Εβραίοι Σεφραδίτες, Ρωμανιώτες, Ασκεναζίμ και Καραΐτες αποτελούσαν το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού. Εκεί, στις βόρειες όχθες του Κερατίου κόλπου, απέναντι από τον Μπαλατά και το Φανάρι, οι Ρωμιοί και οι Αρμένιοι άφησαν τη σφραγίδα τους ήδη από τον 17ο αιώνα, αφού κάτοχοι καπηλειών πολλοί από αυτούς, χάρισαν από τότε στο Χάσκιοϊ τον τιμητικό τίτλο «ο παράδεισος των 100 καπηλειών».

Οι περισσότεροι Ρωμιοί μετακινήθηκαν, κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προς το κέντρο, στις γειτονιές γύρω από το Ταξίμ. Την εποχή που οι δύο φίλοι μόλις έχουν αντικρίσει αμφότεροι τα 19 τους χρόνια, στο Χάσκιοϊ κατοικούν μόνο 61 ρωμαίικες οικογένειες και λειτουργεί μόνο ένα τριτάξιο δημοτικό ελληνικό σχολείο με 13 μαθητές. Ο Χαμντί και ο Χουσεΐν δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για την καταγωγή των ανθρώπων που συναντούν καθημερινά στα μέρη τους. Όλοι τούς φαίνονται ίδιοι. Κυρίως οι άντρες. Βασικά έχουν μόλις αρχίσει να εντρυφούν στην επιστήμη της διαλογής των γυναικών. Πρώτα από όλα, μαθαίνουν να τις εντοπίζουν. Στους δρόμους, στα μπακάλικα, τα μανάβικα, τα ψιλικατζίδικα, τα κομμωτήρια, στις αυλές των σπιτιών, ακόμα και πίσω από κλειστές πόρτες και μισάνοιχτα παράθυρα. Μετά ακολουθεί το επόμενο βήμα, να ξεχωρίσουν τις όμορφες από τις άσκημες. Και τέλος με μεγάλη προσοχή οφείλουν να ανακαλύψουν, ανάμεσα στις όμορφες εννοείται, τις πιο καταδεχτικές. Δηλαδή τις πιο εύκολες, σε απλή κατανοητή γλώσσα, είτε αυτή η γλώσσα είναι τα τουρκικά είτε τα κουρδικά. Διότι τον έρωτα αναζητούν οι δύο φίλοι, το πάθος, να τρέμει το φυλλοκάρδι τους μπροστά σε μια γυναίκα, να πέφτουν στα πατώματα και στα μιντέρια από τον καημό τους το μεγάλο, αλλά να γεύεται και το σαρκίο τους κάνα κοκαλάκι πότε πότε. Δεν ζητούσαν δα να φάνε ολόκληρο το βόδι.

Δεν τον είχαν βρει ακόμα τον καημό τους, αλλά στα καπηλειά της περιοχής πηγαίναν κάθε βράδυ να πίνουν και για αυτόν να κουβεντιάζουν. Είχαν αλλάξει βέβαια ιδιοκτήτες και πέντε και έξι φορές τα καπηλειά του Χάσκιοϊ, αλλά το κρασί ήταν πάντα κρασί και οι πελάτες πιο εύποροι, δεν χρειαζόταν πια να καταφεύγουν στους υποτυπώδεις οίνους — στον μηλίτη, στον φοινικίτη, στον κυδωνίτη, στον σταφιδίτη και στον απιδίτη στους οποίους κατέφευγαν οι φτωχοί Βυζαντινοί για να δροσίσουν το διψασμένο λαρύγγι τους. Αλλά η παράδοση, παράδοση. Δεν αλλάζουν τόσο εύκολα οι συνήθειες και οι αντιλήψεις και ας έχουν περάσει η μία αυτοκρατορία μετά την άλλη από τα μέρη αυτά. Και την εποχή που οι δύο νέοι προσπαθούν να εξημερώσουν το συκώτι τους να μην αντιδρά και στέλνει μηνύματα στο στομάχι τους που θέλει σώνει και καλά να ανακατεύεται κι αυτό στις μεγάλες οινοποσίες τους, το αντίδοτο στη μέθη στα καπηλειά παρέμενε το ίδιο. Ψημένα ρεβίθια και κουκιά και λούπινα σερβίριζαν οι κάπηλοι και τα καταβρόχθιζαν οι δύο φίλοι να έρθει λίγο να ισιώσει το κεφάλι τους πάνω στο σώμα πριν επιστρέψουν σπίτι τους. Και αύριο μέρα ήταν, άρα και βράδυ θα γινόταν σίγουρα να ξαναπιάσουν το ποτήρι και τον αμανέ για τον έρωτα που ακόμα δεν είχαν συναντήσει. Γιατί και οι δυο τους ακόμα δεν γνώριζαν ότι μέχρι να πιουν τρεις, το πολύ πέντε καράφες, στο παρά πέντε θα βρίσκονται να αποχαιρετήσουν τη νιότη και να βαδίσουν, το ίδιο ανώριμοι όπως όλοι οι λοιποί εκπρόσωποι του ανθρωπίνου γένους, στην περίοδο της ωριμότητάς τους.

Και ο έρωτας; Και το πάθος; Και τα βάσανα του έρωτα; Μια ανεπαίσθητη σκιά στον πάτο του ποτηριού. Στις 6 Μαρτίου του 1947 το βράδυ, ο Χαμντί και ο Χουσεΐν αποφάσισαν να πάνε να ψάξουν την τύχη τους στον έρωτα σε κάποιο καπηλειό στο Πέρα. Άλλο πράγμα τα καπηλειά στο ευρωπαϊκό κέντρο της Πόλης. Πιο ραφινάτα, πιο χαρούμενη η ατμόσφαιρά τους, πιο γλεντζέδες οι θαμώνες. Και το σημαντικότερο: γυναίκες πολλές, σχεδόν σε κάθε τραπέζι υπήρχε μία ή και περισσότερες. «Μάλλον αυτές θα είναι από τις εύκολες» σκέφτηκαν και οι δύο συγχρόνως, αλλά δεν το ομολόγησε ο ένας στον άλλον. Βάλθηκαν να πίνουν και να παρακολουθούν τις γυναίκες σιωπηλοί. Η μοίρα όμως που δώρα μοιράζει και μετά πίσω τα απαιτεί, έφερε κάποια στιγμή το βλέμμα τους πάνω στην ίδια γυναίκα. Καρφώθηκαν και οι δυο και λύγισε η καρδιά τους, γουργούρισε η κοιλιά τους, την ίδια στιγμή για μια γυναίκα ξένη που με άλλους χαριεντιζόταν κι ούτε ένα βλέμμα δεν τους είχε ρίξει. Όταν κοιτάχτηκαν κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί, δεν χρειάστηκε να πούνε ούτε λέξη. Κάποιος δήλωσε μετά ότι άκουσε μια φράση μόνο να λέει ο καθένας. «Δικιά μου, μην τολμήσεις» είπε ο Χουσεΐν, «δικιά μου, κάτω τα χέρια σου», απάντησε ο Χαμντί. Πρώτος ο Χαμντί τράβηξε από το ζωνάρι του το μαχαίρι και δεύτερος άρπαξε από το τραπέζι το μαχαίρι ο Χουσεΐν . Στο πάτωμα βρέθηκαν αιμόφυρτοι οι δύο φίλοι και για άλλη μια φορά συγχρονισμένοι γύρισαν και κοίταξαν το τραπέζι όπου καθόταν η ανύποπτη για το δράμα που είχε προκαλέσει γυναίκα. Το τραπέζι ήταν άδειο.

* * *

12714413_10207730059505428_847755694_n

Εικόνα: Χάσκιοϊ

* * *

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.