Δ. Εϊπίδης: «Δεν θα εγκαταλείψω το ντοκιμαντέρ»

eipidis1-thumb-large

—της Μαρίας Κατσουνάκη—

Όποιο όνομα σκηνοθέτη κι αν του αναφέρεις έχει σχεδόν μια ιστορία να αφηγηθεί. Ο Δημήτρης Εϊπίδης διοργανώνει κινηματογραφικά Φεστιβάλ και επιλέγει ταινίες από το 1970 μέχρι σήμερα, στο Μόντρεαλ, στο Τορόντο, στη Θεσσαλονίκη, στο Ρέικιαβικ. Του λες για τον Τζάρμους, τον Χάνεκε, τον Εγκογιάν, τον Κιαροστάμι, τον Βέντερς, τον Σοκούροφ, τον Τέρενς Ντέιβις…, ατέλειωτος ο κατάλογος, κι απαντά «μα φυσικά».

Φυσικά, τους ξέρει. Φυσικά, τους είχε προσκαλέσει και ήρθαν στη Θεσσαλονίκη από τα πρώτα βήματα του διεθνοποιημένου Φεστιβάλ (1992) για να παρουσιάσουν τις ταινίες τους στους «Νέους Ορίζοντες».

Φυσικά, πολλούς ανακάλυψε στο Μόντρεαλ όπου δημιούργησε, με τα χεράκια του και μόνος, Διεθνές Φεστιβάλ το 1971. «Σε μια εποχή που η έννοια του Ελληνα μετανάστη στον Καναδά ήταν συνδεδεμένη με το πλύσιμο των πιάτων» λέει. Οχι ότι δεν έπλυνε και ο ίδιος «από δέκα φορές όλα τα πιάτα του Σαν Φρανσίσκο» όταν έφτασε εκεί 18 χρόνων με πρόθεση να σπουδάσει. Και σπούδασε: Αγγλική Λογοτεχνία και Αμερικανικό Θέατρο στο Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο, ύστερα Σκηνοθεσία Θεάτρου στην Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών στη Νέα Υόρκη. Τρίτος σταθμός το Λονδίνο όπου φοίτησε στη Σχολή Κινηματογράφου. «Κράτησαν περισσότερα χρόνια γιατί έπρεπε να δουλεύω παράλληλα. Στο Σαν Φρανσίσκο ήμουν κι εγώ ένας πολύ φτωχός μετανάστης. Καθάριζα πατώματα και κουζίνες. Ακόμη έχω σημάδια στα χέρια μου από σπασμένα ποτήρια».

Είναι το «παιδί μου»

Ο Δημήτρης Εϊπίδης κήρυξε την έναρξη του 18ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Παρασκευή 11 Μαρτίου. «Το Ντοκιμαντέρ το θεωρώ παιδί μου. Το δημιούργησα το 1999, φέτος γίνεται 18 χρόνων. Όταν το ξεκίνησα, το ελληνικό ντοκιμαντέρ ήταν στοιχειώδες. Την πρώτη χρονιά κατατέθηκαν τρία, τέσσερα. Φέτος είναι πάνω από 150». Τον Ιανουάριο μία επιστολή παραίτησης του Δ. Εϊπίδη «ύστερα από 24 χρόνια εργασιακής σχέσης, αλλά και σχέσης ζωής με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης», άφησε ερωτήματα. Φάνηκε κάπως εσπευσμένη (η ανανεωμένη θητεία του λήγει τον Μάρτιο του 2017) παρά το συναισθηματικά γενναιόδωρο ύφος: «…Αισθάνομαι ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να αποχωρήσω από έναν θεσμό, με τον οποίον μοιράζομαι δεσμούς και αναμνήσεις ζωής. Ηρθε η στιγμή να παραδώσω τη σκυτάλη στη νεότερη γενιά (…)»

Ο Δημ. Εϊπίδης είναι φειδωλός στις διευκρινίσεις. Τονίζει απλώς ότι «μέχρι σήμερα δεν είχε χρειαστεί να αφήσει μια θέση» και παραδέχεται ότι έκανε «μεγάλο λάθος να αναλάβει τη γενική διεύθυνση του Φεστιβάλ»:

«Το μόνο που ήθελα ήταν να κάνω τη δουλειά που ξέρω να κάνω. Ήταν σφάλμα μου ότι ανέλαβα τα διοικητικά του Φεστιβάλ, μπορεί να έγιναν και λάθη». Ποια είναι η επίγευση που έχει ύστερα από την απόφαση της παραίτησης; «Πικρία», απαντά χωρίς να σκεφτεί δεύτερη φορά. «Η δουλειά μου προφανώς και μου πρόσφερε μεγάλη χαρά. Ο κύκλος μου όμως δεν έχει κλείσει. Δεν θα εγκαταλείψω το ντοκιμαντέρ. Το ξεκίνησα εκ του μηδενός, τώρα έχει ουρές έξω από τις αίθουσες και sold out προβολές. Ο,τι κάνω από εδώ και πέρα θα το κάνω στη Θεσσαλονίκη. Θέλω να παίξω ένα ρόλο στην επιμόρφωση των νέων ανθρώπων. Δεν θέλω να αλλάξω ζωή. Είναι μαγικό να διαλέγεις μια ταινία που δεν την ξέρει κανείς, ενός σκηνοθέτη που δεν τον ξέρει κανείς, και να έχεις μια κατάμεστη αίθουσα με τον κόσμο να χειροκροτεί ενθουσιασμένο».

Την προσφορά του Δ. Εϊπίδη δεν αναγνώρισε μόνο με επιστολή του o υπουργός Πολιτισμού Αριστείδης Μπαλτάς. Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης θα τον ανακηρύξει επίτιμο δημότη στις 21 Μαρτίου: «Συγκινήθηκα πάρα πολύ. Εβαλε την τελετή κοντά στο Φεστιβάλ αλλά εγώ θα πήγαινα όποτε κι αν μου το ζητούσε».

«Δεν ζω με αυτές τις μνήμες»

Συναντήσαμε τον διευθυντή του Φεστιβάλ με την πρόθεση ενός απολογισμού. Ηταν δύσκολο· όχι μόνο γιατί δεν του άρεσε τόσο η ιδέα όσο και γιατί δεν έχει καθόλου καλή σχέση με τις χρονολογίες, ενώ θυμάται πολύ καθαρά τις ημέρες! Λέει, για παράδειγμα, για την εποχή που αποφάσισε να μεταναστεύσει στον Καναδά:

«Ήμουν στο Λονδίνο, ήταν Κυριακή θυμάμαι πολύ καλά, του 1968 ή του 1969… και διάβαζα στους “Sunday Times” στο μικρό δωμάτιο που νοίκιαζα με την εβδομάδα. Ξεφυλλίζοντας βλέπω μια ολοσέλιδη διαφήμιση “Canada the land of opportunity”. Είχα ζήσει ήδη στο Σαν Φρανσίσκο και στη Ν. Υόρκη. Πήρα βίζα μετανάστη από την πρεσβεία. Φτάνω στο Μόντρεαλ χειμώνα. Μέσα στους πάγους. Νοίκιασα ένα μικρό δωμάτιο, στην εργατική συνοικία. Σιγά σιγά βρήκα δουλειά, ως καθηγητής, δίδασκα σινεμά, 2-3 μέρες την εβδομάδα. Τότε ήταν χωριό το Μόντρεαλ, δεν είχε τίποτα, μόνο αμερικανικές ταινίες στο κέντρο. Είπα “αν μείνω εδώ, θα τρελαθώ”. Εκανα λοιπόν ένα Φεστιβάλ για να… σώσω καταρχάς τον εαυτό μου! Να μπορώ να βλέπω ταινίες, να μένουν οι αισθήσεις μου ενεργές. Με αυτό το κίνητρο οργάνωσα το Φεστιβάλ του Μόντρεαλ. Το χρηματοδότησα με τους μισθούς μου, που τους μάζευα πεντάρα πεντάρα. Βρήκα δύο αίθουσες στη Δημοτική Βιβλιοθήκη και στο Μουσείο Καλών Τεχνών. Είχα έναν μόνον συνεργάτη, χωρίς καμία πείρα. Ηξερα το κινηματογραφικό κύκλωμα στη Ν. Υόρκη και έτσι μου έστειλαν τις ταινίες τους. Από αυτό το Φεστιβάλ είχα 3 δολάρια κέρδος! Τον κατάλογο μάλιστα τον είχα τυπώσει σε έναν Ελληνα τυπογράφο, που ασχολιόταν μόνο με μενού εστιατορίων! Δεν είχε καμία άλλη εμπειρία. Φέτος, λειτουργεί, για 43η ή 44η χρονιά… Είναι δημιούργημά μου. Το φροντίζω ακόμη από μακριά».

Στη Θεσσαλονίκη

Το 1988 άρχισε η συνεργασία του με το Φεστιβάλ του Τορόντο και το 1992 ο Μισέλ Δημόπουλος τον κάλεσε ως συνεργάτη του στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Λέει: «Ηταν Δευτέρα πρωί θυμάμαι όταν με πήρε τηλέφωνο ο Μισέλ, για το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το οποίο μόλις είχε αναλάβει. Τότε γεννήθηκαν οι “Νέοι Ορίζοντες”. Ψάχνω πάντα ένα σινεμά στον αντίποδα του Χόλιγουντ που να έχει την ανθρώπινη ψυχή και εμπειρία».

Οι περισσότερες προβολές γίνονταν από την αρχή, σχεδόν, του θεσμού σε γεμάτες αίθουσες. «Πού οφείλεται η απήχηση;» ρωτάμε. «Αρεσαν οι ταινίες, τι να πω… Η ανθρώπινη εμπειρία είναι εκείνο που μετράει».

«Θα ξεχωρίζατε κάποιες στιγμές;», επανερχόμαστε. «Δεν μπορώ να ξεχωρίσω στιγμές. Ολη μου η ζωή είναι αυτό. Ολη μου η ζωή…». Καθώς αφηγείται, αναβλύζουν εικόνες, σχεδόν κινηματογραφικές: πώς έφερε τον

Γκάτο Μπαρμπιέρι με το κουιντέτο του για να δώσει μια συναυλία («ήμουν στη Ν. Υόρκη, όταν τον συνάντησα και έβρεχε καταρρακτωδώς…»), πότε γνωρίστηκε με τον Τζιμ Τζάρμους, ο οποίος όταν ήρθε στο Φεστιβάλ (το 2013), αποκάλεσε τον Δ. Εϊπίδη «νονό του ανεξάρτητου κινηματογράφου» («μέναμε στην ίδια γειτονιά στη Ν. Υόρκη και πηγαίναμε στο ίδιο ελεεινό, πολύ φτηνό, ουκρανέζικο εστιατόριο, επιλέγοντας το ίδιο πιάτο, μια σούπα…»).

«Δεν ζω με αυτές τις μνήμες πια…», καταλήγει. «Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς οικογένεια, πολύ μοναχικός, ίσως όχι κατ’ επιλογή αλλά η Αθήνα είναι πολύ δύσκολη πόλη. Σαν να μην έχω φίλους. Στη Θεσσαλονίκη είναι αλλιώς».

Ενημερώνει, μορφώνει, ευαισθητοποιεί

«Τι πρέπει να διαθέτει ένας υπεύθυνος για επιλογή ταινιών»; «Διαίσθηση», απαντά ο Δ. Εϊπίδης. «Να αισθάνεται την ταινία μέχρι την άκρη των δαχτύλων του… Προφανώς δεν διαισθάνεσαι μόνο. Πρέπει και να γνωρίζεις. Υπάρχει και κάτι παραπάνω. Δεν ξέρω τι είναι… Η ροή; Οι εικόνες; Οι σιωπές; Οι ήχοι;».

Πόσα χρόνια κάνει αυτήν τη δουλειά; «…Αιώνες! Και δεν θέλω να τελειώσει…».

– Δεν υπάρχει πια και μια «παγκοσμιοποίηση» της κινηματογραφικής βιομηχανίας και των Φεστιβάλ; Σε τι διαφέρει το ένα Φεστιβάλ από το άλλο;

– Όσο διαφέρει και ο διοργανωτής τους.

– Πώς αντιλαμβάνεστε την καλή ταινία;

– Νομίζω ότι η αίσθηση ξεκινάει από τα δάχτυλά μου. Με συνεπαίρνει λίγο λίγο. Δεν ξέρω να το περιγράψω. Με ενδιαφέρει η έρευνα, η ανακάλυψη νέων εκφραστικών δυνατοτήτων μέσα από την εικόνα. Η ανησυχία. Να μη βγαίνει η ταινία από φωτοτυπικό μηχάνημα. Το κατεστημένο σινεμά πια δεν το βλέπω. Οι πιο πολλές ταινίες είναι τόσο προβλέψιμες…

– Μια πρόσφατη δική σας «ανακάλυψη»;

– Ο Λάνθιμος. Τον πρωτοπήρα στο Τορόντο, το 2005.

– Η άνθηση του ντοκιμαντέρ συνεχίζεται με την ίδια ορμή;

– Είναι είδος ανεξάντλητο. Μπορείς πλέον και με μια μικρή κάμερα να βγεις στον δρόμο και να επιστρέψεις έχοντας μια ταινία. Το ντοκιμαντέρ προσφέρει την εναλλακτική ενημέρωση. Είναι ένα είδος σχολείου μέσα από εικόνες. Βλέπεις τι γίνεται σε όλον τον κόσμο. Είναι «εκεί» και είναι προσβάσιμο. Ενημερώνει, μορφώνει, ευαισθητοποιεί.

Ακόμη και σήμερα, που η πραγματικότητα των ειδήσεων, των εικόνων που βλέπουμε καθημερινά, μπορεί να σε κάνει να πιστέψεις ότι το υπερβαίνει. Ομως η ενημέρωση και η εμβάθυνση που προσφέρει το ντοκιμαντέρ δεν υποκαθίσταται από κανένα δελτίο ειδήσεων.

​​Το 18ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου αιώνα άρχισε την Παρασκευή 11 του μηνός και ολοκληρώνεται στις 20. Θα προβληθούν 186 ταινίες, 73 από τις οποίες είναι ελληνικές. Ένα από τα αφιερώματα είναι για τους πρόσφυγες, με 9 ντοκιμαντέρ και γενικό τίτλο «Απόδραση προς την ελευθερία;»

Πηγή: Η Καθημερινή

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Κινηματογραφικά αφιερώματα

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.