
Έγκλημα στην Πόλη #22 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40
—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—
Τα θεάματα συγκινούν. Σ’ αυτά συγκαταλέγεται κι ο καυγάς. Έχει αυτός τους θεατάς του, οι οποίοι σπανίως είναι ολίγοι. Καυγάς, που θα περιορισθή έστω και σε δυνατές φωνές, κινεί ενδιαφέρον κι αμέσως σχηματίζεται υπερώον. Οι θεαταί αφθονούν. Δύο να μαλώσουν στον δρόμο, αμέσως βλέπουν να τους κυκλώνουν θεαταί, που ενδιαφέρονται να μάθουν γιατί μαλώνουν. Ο ένας από τους θεατάς ρωτά τον άλλον, για τα αίτια του καυγά και περιμένει συνέχεια. Υπάρχει κόσμος που μαλώνει με την μεγαλείτερη ευκολία. Αμέσως «προσβέλνεται». Στην επιφάνεια είναι το φιλότιμο του και θίγεται στην στιγμή. Οι δρόμοι της Πόλης ακούν αρκετούς καυγάδες, στο Σταυροδρόμι δε στάδιο για καυγάδες είναι το Καλλιοντζή Κουλούκ, όπου πάντοτε υπάρχουν πρόθυμοι θεαταί, έτοιμοι να τηρήσουν αυστηρή ουδετερότητα, αν έξαφνα η φιλονεικία φθάση στα χέρια. Περαστικός κόσμος σταματά να σεργιανίση τον καυγά, άνθρωποι που πηγαίνουν να ψουνίσουν μετατρέπονται σε θεατάς, ενώ τους περιμένουν στα σπίτια τους και υπάλληλοι μαγαζιών βγαίνουν να μάθουν τα καθέκαστα και να πληροφορήσουν τους συναδέλφους των, που δεν αποκλείεται να ανυπομονούν να τα μάθουν. Παρακολουθούν τον καυγά, με όσο ενδιαφέρον θα παρακολουθούσαν κινηματογραφική ταινία και γελαστοί κατόπι απομακρύνονται απ’ τον τόπο του καυγά, ευχαριστημένοι, διότι δεν καθυστέρησαν σε ενημερότητα. Σε ορισμένα κέντρα, κυρίως δε σε αγορές, ένα δυο φορές την ημέρα υπάρχουν σεάνς, χωρίς εννοείται μαχαίρια, φαλτσέτες, πέτρες και μπαστούνια, αφού μάλιστα τα τελευταία προ πολλού κατηργήθησαν κι είναι μετρημένοι αυτοί που κρατούν μπαστούνι και μεταξύ των οποίων είναι κι ο γνωστός παλαιός διδάσκαλος, που έμεινε πιστός στο ψάθινο καπέλλο. Ο καυγάς ως θέαμα και ως φιλολογία συγκινεί, συγκεντρώνει θεατάς, οι οποίοι κάποτε αποτελούν και την κριτική, που ποικίλει σε αμεροληψία, αναλόγως των χαρακτήρων του ακροατηρίου, που επαναλαμβάνει φράσεις με πιθανότητα ο καυγάς να επεκταθή και σ’ αυτό.
Αυτά γράφει σχετικά με την καυγατζίδικη φύση του ανθρώπου στις 10 Ιανουαρίου 1943 ο αρθρογράφος της στήλης «Στο φτερό» της ρωμαίικης εφημερίδας Απογευματινή. Και ορθώς τα γράφει, διότι ο καυγάς ανεβάζει την αδρεναλίνη στα ύψη και όσων καυγαδίζουν και όσων παρακολουθούν και συμμετέχουν εκ του ασφαλούς στα πάθη και στα παθήματα των άλλων. Και την αδρεναλίνη του ουδείς μίσησε ποτέ κανείς, τη δόξα και το χρήμα μπορεί πολλοί να μίσησαν, αλλά τη γλύκα της αυξημένης αδρεναλίνης, είναι γνωστό σε ανατολή και δύση, δεν απαρνιέσαι εύκολα.
Όμως οι πάσης φύσεως καυγάδες δεν ήταν πάντα αναίμακτοι. Το 1948 έγιναν στην Πόλη 577 μαχαιρώματα με κλασικό μαχαίρι ή με άλλα αντικείμενα που οδήγησαν στον θάνατο 59 άτομα. Η στατιστική αποφεύγει τις λεπτομέρειες και δεν μπορεί να ξέρει κανείς πόσοι τραυματισμοί ή θάνατοι έγιναν με κουζινομάχαιρα, με σουσταλίδικους σουγιάδες, με σφαίρα περιστρόφου, με λοστούς, σφυριά και βιδολόγους, κοινώς κατσαβίδια. Η στατιστική επίσης δεν ενημερώνει αναλυτικά πόσοι θύτες, άνδρες και γυναίκες, που ζούσαν αρμονικά και φαινομενικά αποτελούσαν του ιδεώδεις συζύγους, από θυμό συσσωρευμένο, ζήλια, ή και από πλήξη και βαρεμάρα ακόμα, τραυμάτισαν ο ένας το άλλο του ήμισυ, μέχρι θανάτου ή έστω μέχρι νοσοκομείου και αστυνομικού τμήματος. Διότι, όπως επισημαίνει και ο αρθρογράφος της Απογευματινής, «καμμιά ΟΗΕ και Συμβούλιον Ασφαλείας δεν θ’ αφοπλίση ποτέ τον υιό της Αφροδίτης, που μετατρέπει, τα βέλη του σε “σαλντιρμά” (επίθεση) κι εξοπλίζει ωρισμένην κατηγορίαν ερωτευμένων».
«Τι εστί έρως;» Xιλιάδες απαντήσεις γράφτηκαν σε λευκώματα, ποιήματα, επιστημονικά συγγράμματα, αλλά ικανοποιητική απάντηση δεν δόθηκε καμία. Το ίδιο συμβαίνει και με το τι εστί «από αγάπη σε βάζω κάτω και σε σφάζω». Ευτυχώς, χάος η ψυχή του ανθρώπου — κι έτσι μπορούμε να ερωτευόμαστε και να πορευόμαστε ευτυχείς, χωρίς να έχουμε απαντήσεις. Μα ο Νιαζήογλου Χασάν απαντήσεις περίμενε από τη γυναίκα του την Αζιμέ Ναζμιέ. Να καταλάβει ήθελε γιατί τον παράτησε, γιατί τον έδιωξε από το σπίτι, γιατί προσέφυγε στα δικαστήρια και πίεζε μάλιστα τον δικηγόρο της να βγει γρήγορα το διαζύγιο. Σε κάνα μήνα το πολύ είχε πει ο δικηγόρος θα έχει βγει το διαζύγιο. Ήταν αρχές Ιανουαρίου όταν ο δικηγόρος το είπε αυτό, άρα αρχές Φεβρουαρίου θα ήταν και τυπικά μόνος, με χαρτί και σφραγίδα επίσημη θα ήταν διωγμένος για πάντα μακριά από τη Ναζμιέ και τον γιο του Οζτζάν. Η οικογένειά του θα είχε διαλυθεί ανεπιστρεπτί.
Λαχανοπώλης πλανόδιος ο Χασάν, δεν έλειψε ποτέ τίποτα από τη γυναίκα και το παιδί του. Τα έβγαζε μια χαρά πέρα, δούλευε βέβαια και 12 και 15 ώρες την ημέρα αλλά δεν παραπονιόταν. Ξημερώματα πήγαινε στα μποστάνια στα περίχωρα της Πόλης και έπαιρνε ό,τι έβρισκε και γέμιζε τα καλάθια και τα τελάρα και βάραινε το κάρο και το κακόμοιρο το άλογο, ταλαιπωρημένο και κουρασμένο κι αυτό όσο και το αφεντικό του, με το ζόρι το έσερνε στα σοκάκια του Κουρτουλούς. Εκεί, στα παλιά Ταταύλα, ζούσε και ο ίδιος με την οικογένειά του αρκετά ευτυχής, τόσο που να μην πάρει είδηση πότε οι διαθέσεις της γυναίκας του άλλαξαν, στράφηκε εναντίον του, δήλωσε ότι δεν άντεχε άλλο αυτή τη μίζερη ζωή κοντά του, ότι ξόδεψε μαζί του τα καλύτερά της χρόνια χωρίς κέρδος κανένα και ζήτησε διαζύγιο. Κακήν κακώς έφυγε κι αυτός από το σπίτι, νοίκιασε μια κάμαρα σε απομακρυσμένο σημείο στα Ταταύλα, σε μια αυλή όπου μπορούσε να έχει και το άλογο και το κάρο του, κι έπεσε σε μαύρη κατάθλιψη.
Την αγαπούσε τη γυναίκα του, κάθε μέρα μακριά της ήταν για αυτόν σκέτο μαρτύριο. Του έλειπε και ο γιος του βέβαια, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν πολυασχολήθηκε μαζί του ποτέ. Τον παρακολουθούσε να μεγαλώνει όπως βλέπεις ένα δεντράκι να ψηλώνει, χωρίς να ενδιαφέρεται τι αισθάνεται, τι σκέπτεται, τι θέλει ο γιος του. Τίποτα δεν γνώριζε για το παιδί του ο Χασάν, τον χαρακτήρα, την προσωπικότητά του. Μόνο η Ναζμιέ στο μυαλό και στην καρδιά του όλη την ώρα, δεν υπήρχε χώρος για άλλον.
Στους δρόμους όλη τη μέρα λοιπόν ο Χασάν, στους δρόμους του Κουρτουλούς τώρα πια, να διαλαλεί και να πουλάει φρέσκα λαχανικά. Γιατί τα παλιά ρωμαίικα Ταταύλα στην ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης, πάνω από τη βόρεια όχθη του Κερατίου, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά τον Ιανουάριο του 1929 μετονομάστηκαν σε Κουρτουλούς, δηλαδή «απελευθέρωση». Ονομασία που ουδεμία σχέση έχει, όπως πολλοί εχθροί των Τούρκων εννοούν, με την απελευθέρωση της περιοχής από τους Ρωμιούς και τους Αρμένιους κατοίκους της, οι οποίοι εξάλλου παρέμειναν στην περιοχή και μετά το ξαναχτίσιμό της. Κουρτουλούς ονομαζόταν η ακτή του Κερατίου στην οποία αποβιβάζονταν αιχμάλωτοι – δούλοι, οι οποίοι με σουλτανική εντολή ανάλογα με τις γνώσεις τους, απελευθερώνονταν και αναλάμβαναν εργασίες κυρίως στους ταρσανάδες του Κερατίου.
Τον 16ο κυρίως αιώνα, επί σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄, οι αιχμάλωτοι από Κρήτη, Μάνη, Κυκλάδες και Επτάνησα, δημιούργησαν τον πρώτο συνοικισμό δίνοντας του το όνομα Ταταύλα, από τους σταύλους των Γενουατών που ζούσαν στον Γαλατά. Η τουρκική λέξη τάβλα, που σημαίνει σταύλος, ελληνοποιημένη με το άρθρο “τα” χάρισε στην περιοχή την αιωνιότητα, αφού η ονομασία Ταταύλα έχει κατοχυρωθεί από την ιστορία με την ανεξίτηλη σφραγίδα της Ρωμιοσύνης της Πόλης.
Στο πιοτό το έριξε λοιπόν ο Χασάν, το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου 1943, για να ξεχάσει την επικείμενη έκδοση του διαζυγίου. Κι εκεί, ανάμεσα σε δυο ποτήρια ντούζικο, κατάλαβε ότι τώρα έπρεπε να δράσει και να αποτρέψει το κακό. Μετά το διαζύγιο δεν θα μπορούσε να ανατρέψει τον χωρισμό. Με το κλειδί του που το είχε διαρκώς στην τσέπη του για να αισθάνεται ότι το σπίτι ήταν πάντα δικό του, άνοιξε την πόρτα και προχώρησε σιγά προς την κρεβατοκάμαρα. Όταν άνοιξε την πόρτα βρήκε τη Ναζμιέ ξαπλωμένη στο κρεβάτι να γελάει με κάτι που προφανώς μόλις της είχε πει ο γείτονάς τους ο Φαζλή, που καθόταν στην καρέκλα απέναντι από το κρεβάτι. Ο Χασάν δεν ήξερε τι να κάνει. Κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει όταν είδε στη γωνία του δωματίου τον γιο του Οζτζάν να παίζει με τα τενεκεδένια στρατιωτάκια του. Η παρουσία αυτού του παιδιού, που η ύπαρξή του τόσα χρόνια δεν τον είχε απασχολήσει, σε αυτή την εικόνα προδοσίας της γυναίκας του τον έφερε εκτός εαυτού. Ε, όχι και μπροστά στο παιδί του ε! Όχι κι ο γιος του συνεργός στην απιστία της!
Καθώς διέσχισε το δωμάτιο βρίζοντάς την οροσπού, πουτάνα, φάνηκε στην αρχή σαν να πήγαινε να αρπάξει το μικρό αγόρι και να το βγάλει όσο πιο γρήγορα μπορούσε από αυτή την αισχρή σκηνή. Η Ναζμιέ πρόλαβε και είδε το τεράστιο μαχαίρι που κρατούσε στο χέρι του, έβαλε τις φωνές και πετάχτηκε από το κρεβάτι, αλλά όπως γίνεται πάντα σε αυτές τις στιγμές ο χρόνος κυλάει με ταχύτητα φωτός. Ο Ναζμιέ και η Φαζλή κείτονταν ήδη αιμόφυρτοι πάνω στο κρεβάτι, ο Χασάν με το ματωμένο μαχαίρι στο χέρι είχε βγει στο δρόμο τρέχοντας ελπίζοντας να εξαφανιστεί τόσο γρήγορα όσο γρήγορα μοίρασε τις μαχαιριές στα δύο θύματα που ένα έμπειρο μάτι θα καταλάβαινε ότι είχαν ήδη σταματήσει εδώ και αρκετά λεπτά να αναπνέουν. Ο επταετής Οζτζάν, πάντα καθιστός στο πάτωμα του δωματίου με ένα στρατιωτάκι στο κάθε χέρι του, στοχεύοντας τους δύο εραστές, έκανε συνεχώς μπαμ μπαμ μπαμ, μέχρι που ήρθαν οι γείτονες και τον απομάκρυναν από το πεδίο της μάχης.
* * *
Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.
* * *



Σχολιάστε