Home

nadias grandparents

Αυτό δεν είναι τραγούδι #651
Dj της ημέρας, η Νάντια Παπαδοπούλου

Η ανάμνηση της είναι συνυφασμένη με πολλά (που δε χωρούν εδώ ούτε μπορώ ούτε και θέλω να τα χωρέσω), αλλά παραδόξως όχι με μουσική. Χωμένη μέσα στη μικροσκοπική της κουζίνα τις περισσότερες ώρες, μέσα σε μυρωδιές γνώριμες, δε θυμάμαι να έβαζε μουσική ν’ ακούει (πράγμα τώρα που το σκέφτομαι αρκετά παράξενο, δεδομένου του αλέγρου, ζωντανού χαρακτήρα της), μάλλον η τηλεόραση τις πιο πολλές φορές ήταν η «παρέα» που ακουγόταν από το σαλόνι… Εγώ όταν ήμουν εκεί (συχνά πυκνά δηλαδή), της έβαζα καμιά κασέτα ή cd, ανάλογα τα μουσικά μου κολλήματα ανά περίοδο, και καθόμουν μαζί της κάνοντάς της παρέα, τραγουδώντας (εγώ) και κουβεντιάζοντας, ενώ εκείνη αεικίνητη μεγαλουργούσε μέσα στη στενή κουζίνα. Σε μια από αυτές τις (ετερόκλητες σχεδόν πάντα) συλλογές μου, υπήρχε το τραγούδι αυτό.

Θυμάμαι να το σιγοτραγουδάει, εικάζω ότι το ήξερε ως παραδοσιακό. Τη θυμάμαι να σχολιάζει επίσης (συνειρμικά προφανώς, λόγω μιας κάποιας αδιόρατης ομοιότητας στο στυλ) ότι της άρεσε και το «Τα σμυρνέικα τραγούδια», «αυτού του παλικαριού με την κοτσίδα, πως το λένε..» (ναι, τον Θαλασσινό εννοούσε). Έκτοτε το παλιό αυτό μικρασιάτικο τραγούδι, συνδέθηκε μέσα μου μαζί της, αφού κανένα άλλο δεν τα είχε ως τότε καταφέρει (και κανένα άλλο δεν πρόλαβε μετά). Δεν ξέρω καν αν της άρεσε το τραγούδι ή αν απλώς το ήξερε και το σιγοτραγούδησε μαζί μου τότε. Δεν βάζω συχνά να το ακούσω, αλλά επανέρχεται στο μυαλό μου συνέχεια, άρρηκτα πια συνδεδεμένο μαζί της. Δεν είμαι σίγουρη αν είναι σπάραγμα μνήμης μιας σκηνής τυχαίας που διεκδικεί διαστάσεις ανάμνησης, ή απλώς μια αυθαίρετη δική μου σύνδεση, από την ανάγκη μου να συνδέσω πρόσωπο με κάποια μουσική. Ο δωρικός χαρακτήρας του κομματιού και η ανατριχιαστική (για μένα) φωνή της Μαρίζας Κωχ συντελούν σίγουρα και προσθέτουν συγκινησιακό φορτίο.

…Από τύχη δεν ήμουν μαζί στο μικρό μπορντώ αυτοκίνητο που έγινε σμπαράλια εκείνο το απόγευμα της 21ης Ιουνίου του 2006 στον παράδρομο της εθνικής. Τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, που για εκείνους δεν νύχτωσε ποτέ. Λόγω έρωτα δεν ήμουν, είχα προτιμήσει να μείνω στην Αθήνα να περάσω το Σαββατοκύριακο με το αμόρε, αντί να πάω με τον παππού και τη γιαγιά στο εξοχικό. Δε σταμάτησα ποτέ να σκέφτομαι, τόσο ότι αν είχα πάει ίσως να μην είχε τίποτα συμβεί (αν οδηγούσα εγώ), όσο και την πιθανότητα να ήμουν στο πίσω κάθισμα (αν ο παππούς με το πείσμα του επέμενε να οδηγήσει εκείνος) και να τους είχα ακολουθήσει στο ξαφνικό και βίαιο φευγιό τους στο πουθενά. Το γεγονός ότι συνέβη «μια κι έξω, όρθιοι», όπως εκείνη συνήθιζε να λέει και να εύχεται ως καλύτερο τρόπο θανάτου για «τους γέροντες” δεν απάλυνε τον πόνο ποτέ, ούτε στάθηκε παρηγοριά.

Σε λίγο καιρό κλείνουν 10 χρόνια, όχι όμως σήμερα. Αν ήταν σήμερα, αυτό δε θα ήταν τραγούδι, αλλά «μνημόσυνο». Αλλά ίσως πάλι και να είναι, τρόπον τινά. Και δεν ξέρω πόσα χρόνια θα περάσουν ακόμα ώσπου να πάψω να περιμένω στην κοινή μας γιορτή το τηλέφωνο να χτυπήσει. Τις άλλες μέρες δεν το περιμένω, το έχω πια συνηθίσει. Αλλά στη γιορτή μας, ακόμα. Κι αν χτυπούσε, τελικά, δε νομίζω να μου έκανε καθόλου εντύπωση. Πόσο κοινότοπο μου ακούγεται το «σα να μην πέρασε μια μέρα». Και πόσο αληθινό, όμως…

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s