Home

13219739_10208588646129557_1456364389_n

Έγκλημα στην Πόλη #28 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Ουσκουντάρ – Üsküdar στα τουρκικά, πιθανότατα ονομασία προερχόμενη από την περσική λέξη Ουσκιουδάρ που σημαίνει αγγελιοφόρος. Σκούταρι στα ελληνικά με καταγωγή ενδεχομένως από το σκουτάριον, είδος ασπίδας που έφερε η φρουρά η οποία επόπτευε την περιοχή που θεωρούνταν σημαντικός συγκοινωνιακός κόμβος. Η Χρυσούπολις των πρώτων βυζαντινών αιώνων, η οποία σύμφωνα με το μύθο πήρε το όνομά της από τον πρώτο οικιστή της πόλης, τον Χρύσο, γιο του Αγαμέμνονα και της Χρυσηίδας. Απλώνεται στην ασιατική πλευρά, στο νότιο άκρο του Βοσπόρου απέναντι από το ευρωπαϊκό Μπεσίκτας. Οι Οθωμανοί αξιοποίησαν το Σκούταρι ως γέφυρα προς την Ανατολή. Στα μέσα του 17ου αιώνα, σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπή, υπήρχαν εβδομήντα μουσουλμανικές γειτονιές, έντεκα ελληνικές και αρμενικές και μία εβραϊκή. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Σκαρλάτος Βυζάντιος κατέγραψε συνολικά εβδομήντα δύο γειτονιές συνολικού πληθυσμού 60.000 περίπου κατοίκων, στην πλειονότητά τους μουσουλμάνων. Στα τέλη του 19ου αιώνα καταγράφονται 80.750 κάτοικοι, 65.000 μουσουλμάνοι, περίπου 6.500 Ρωμιοί, 7.450 Αρμένιοι και 1.800 Εβραίοι. Το 1940 ο πληθυσμός του Ουσκουντάρ συμπεριλαμβανομένων και των γύρω χωριών ανερχόταν στους 54.960 κατοίκους.

Το 1944 ένας από τους κατοίκους του ήταν ο Μεχμέτ. Είκοσι πέντε χρόνια ήδη ζούσε στην περιοχή Χαρέμ Ισκελεσί -Harem İskelesi στο Σκούταρι. Τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια δούλεψε μεροκαματιάρης σε ξένα μποστάνια. Αλλά επειδή φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι όποιου κάνει το σκατό του παξιμάδι, κατάφερε με φοβερές στερήσεις να αποκτήσει το μικρό κτήμα ενός μοναχικού γέρου που παιδιά δεν είχε, ανίψια δεν είχε, γυναίκες νόμιμες ή παράνομες δεν είχε, και του το πούλησε σε χαμηλή τιμή με τον όρο να τον κρατήσει, εκεί στο μικρό σπίτι μαζί του και να τον φροντίζει μέχρι να πεθάνει. Ο Μεχμέτ σκεπτόμενος ότι ο γέρος χρόνια πολλά δεν είχε μάλλον μπροστά του και γρήγορα θα τον άφηνε μόνο και αφέντη στη δική του πια γη, δέχτηκε. Για να ζήσουν και οι δυο δε άνετα στο μικρό σπίτι, τον έβαλε τον γέρο και, με τα χρήματα που του έδωσε ο Μεχμέτ για να αγοράσει το κτήμα, ανακαίνισε το σπίτι και πρόσθεσε και δύο επιπλέον δωμάτια, έφτιαξε και έναν αχυρώνα, κοτέτσι, ένα σπιτάκι για τα κουνέλια του και μια ευπρεπή αυλή με λουλούδια και μυρωδάτα βότανα. Σκοπός βέβαια του Μεχμέτ δεν ήταν να τα φτιάξει όλα αυτά για να ζήσει καλύτερα με τον γέρο. Με τα δικά του χρήματα εξάλλου έκανε ό,τι έκανε, δεν αισθανόταν ενοχή καμία που άλλο είχε στο μυαλό του και όχι την καλοπέραση του γέρου.

Να παντρευτεί είχε αποφασίσει ο Μεχμέτ και, όπως κάθε σοβαρός γαμπρός την εποχή εκείνη, το πρώτο που σκέφτηκε ήταν ότι κορίτσι από τον τόπο του έπρεπε να πάρει. Και μια και δυο κίνησε και πήγε στο χωριό του στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και γύρισε σε δυο εβδομάδες με τη γεμάτη ευγνωμοσύνη Ρεμζιέ που ζούσε τα τελευταία χρόνια μέσα στην κατάθλιψη της γεροντοκόρης, γιατί όλοι στο χωριό τη θεωρούσαν πια στα είκοσι τέσσερά της χρόνια καταδικασμένη στην αιώνια αγαμία. Τεράστια ρετσινιά, πώς να την αντέξει δεν ήξερε η Ρεμζιέ, σχεδόν δεν έβγαινε από το σπίτι της, κανέναν δεν ήθελε να συναντήσει στα σοκάκια του χωριού. Κυρίως τις συνομήλικες φίλες της που ήδη έσερναν ένα σωρό κουτσούβελα πίσω τους, ένα μωρό στην αγκαλιά και πιθανότατα και κάποιο στην κοιλιά τους. Στεγνή και στέρφα θα έμενε η μήτρα η δικιά της και ατσαλάκωτα τα σεντόνια στο άδειο της κρεβάτι για πάντα. Γι’ αυτό όταν έφθασε ο Μεχμέτ στο χωριό και πήρε και το δικό της τ’ αυτί το λόγο του ερχομού του, κάτι σκίρτησε μέσα της. Κάτι σαν ελπίδα — ήδη σαραντάρης αυτός, όπως της είπανε οι γειτόνισσες που και μιλιά είχαν και οξύτατη ακοή όταν χρειαζόταν, δήλωσε στις θείες και στις ξαδέρφες του ότι δεν ήθελε για γυναίκα κάποιο μικρό κοριτσάκι, ήθελε μια γυναίκα σε ηλικία γυναίκας ολοκληρωμένης, με δύναμη και αντοχή, εργατική και με λίγες απαιτήσεις.

Τυχερή η Ρεμζιέ, δεν ήταν καμιά κοκαλιάρα, καμιά ασθενική και αδύναμη κοπελίτσα, ήταν μια υγιέστατη νταρντάνα με σφιχτή σάρκα και γερά οστά. Όσο για τις απαιτήσεις, τι απαιτήσεις να έχει η καημένη; Η μόνη της απαίτηση και το μόνο της όνειρο ήταν να φύγει από αυτόν τον τόπο που τόσο την είχε πληγώσει, το συντομότερο δυνατό. Όντως πολύ γρήγορα έγιναν όλα, ο γάμος και οι ετοιμασίες για την μετεγκατάστασή της στο Ουσκουντάρ. Τίποτα δεν ήξερε στην πραγματικότητα για τον σύζυγο, ούτε κι αυτός βέβαια για αυτήν, αλλά ευτυχώς κανείς από τους δύο δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται να γνωρίσει πιο καλά το έτερό του ήμισυ. Τα λίγα που καταλάβαιναν ο ένας για τον άλλον αρκούσαν και περίσσευαν για να ζήσουν μαζί και να κάνουν οικογένεια. Όταν ήρθαν όλες οι φίλες της να την αποχαιρετήσουν, ούτε τις ίδιες πια ζήλευε ούτε τα μυξιάρικα παιδιά τους. Όταν θα επέστρεφε κάποια χρόνια αργότερα στο χωριό της θα είχε τα δικά της παιδιά να κυνηγάει στα λασπωμένα σοκάκια του χωριού, να τα ταΐζει με το ζόρι και να τα νανουρίζει σιγοτραγουδώντας το περίφημο κλασικό τουρκικό τραγούδι “Üsküdar’ a gider iken aldı da bir yağmur” – «Πηγαίνοντας στο Ουσκουντάρ ξέσπασε βροχή».

Επειδή συμπτώσεις έχει πολλές η ζωή που όσο και να προσπαθείς δεν μπορείς να τις ερμηνεύσεις, μια δυνατή βροχή έπιασε μόλις πέρασαν τα εικονικά σύνορα του Σκούταρι και μπήκαν με το ταξί φορτωμένο τα πράγματα της νύφης στην τελική ευθεία για να φτάσουν στο σπίτι του γαμπρού στη γειτονιά Χαρέμ Ισκελεσί. Της άρεσε αμέσως το σπίτι της Ρεμζιέ, άφησε τον Μεχμέτ και τον οδηγό του ταξί να πάνε μέσα τα πράγματά της και εκείνη πήγε, αγνοώντας τη βροχή, να εξερευνήσει τα πέριξ του σπιτιού. Ξετρελάθηκε με το μποστάνι και με το περιποιημένο κοτέτσι και τις δυο αγελάδες που μούγκρισαν καλωσορίζοντάς την μόλις μπήκε στον αχυρώνα. Γύρισε σπίτι χαρούμενη με ένα μεγάλο χαμόγελο να δεσπόζει στο πρόσωπό της. Ξαφνιάστηκε είναι η αλήθεια μόλις είδε τον γέρο καθισμένο στο τραπέζι της κουζίνας να συζητάει με τον άντρα της. Δεν είχε ιδέα ποιος ήταν αυτός ο γέρος, δεν της είχε αναφέρει τίποτα σχετικό ο Μεχμέτ, πατέρας του δεν μπορούσε να είναι γιατί ήξερε ότι οι γονείς του είχαν πεθάνει όταν αυτός ήταν 19 χρονών, τότε που άφησε το χωριό και ήρθε στην Ιστανμπούλ. Την άλλη μέρα το πρωί τα είχε μάθει όλα, όμως σιγά -σιγά τα συνειδητοποίησε, πέρασε αρκετός καιρός για να καταλάβει και να αποδεχτεί ότι ο Μεχμέτ ήθελε μεν να κάνει οικογένεια, αλλά βασικά και κύρια ήθελε να απαλλαγεί τελείως από τη φροντίδα του γέρου. Μια σύζυγος ήταν η καλύτερη λύση.

Ύστερα από λίγο καιρό κατάλαβε η Ρεμζιέ και άλλα πολλά, κατάλαβε ότι μια γυναίκα γεροδεμένη και δυνατή και ανθεκτική στις αγροτικές εργασίες ήταν ό,τι καλύτερο για τον σαρανταπεντάρη πια Μεχμέτ που είχε κουραστεί να φυτεύει, να κλαδεύει, να ποτίζει να μαζεύει τα λαχανικά, να τα φορτώνει στο καρότσι του και να βγαίνει στους δρόμους να τα πουλήσει. Τώρα απαιτούσε να είναι έτοιμα όλα, τακτοποιημένα στο καρότσι για να σηκωθεί ο ίδιος από την καρέκλα της κουζίνας, όπου σχεδόν όλη μέρα κουβέντιαζε με τον γέρο και άκουγαν ραδιόφωνο, και να αναλάβει υπηρεσία. Έκανε υπομονή η Ρεμζιέ, περίμενε πότε θα σπείρει το σπόρο του ο άντρας της στη μήτρα της και θα ανθίσει η κοιλιά της, θα γεμίσει το ήδη πλούσιο στήθος της γάλα, θα ομορφύνουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, θα πάρει η σπονδυλική της στήλη εκείνη τη γοητευτική κλίση των εγκύων όταν αρχίζει να μεγαλώνει η κοιλιά. Θα βάζει το ένα της χέρι με χάρη πίσω στη μέση της, τάχα μου να τη στηρίξει, και το άλλο χαμηλά εκεί που αρχίζει το ιερό φούσκωμα της κοιλιάς, σκεφτόταν με χαρά, ελπίδα και ανυπομονησία και θα δείχνει ευαίσθητη και εύθραυστη και, δεν μπορεί, θα την απαλλάξει τότε ο Μεχμέτ από τις δουλειές τις σκληρές και θα την προσέχει σαν πολύτιμο και σπάνιο ευαίσθητο φυτό που θα του δώσει τον ανεκτίμητης αξίας καρπό του. Όμως ενώ κάθε τόσο φύτρωναν και νέα λαχανικά και τα μάζευε και μετά φύτευε άλλα και μετά τα μάζευε και αυτά, περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια χωρίς να ευδοκιμήσει τίποτα στο ξεραμένο τοπίο της κοιλιάς της. Όταν ήρθαν και τα τριάντα και τα έκλεισε κι αυτά, η απογοήτευση ήρθε και αυτή μαζί και θρονιάστηκε εκεί λίγο πιο πάνω από την κοιλιά, στο μέσον ακριβώς της καρδιάς της.

«Θα φύγω», δήλωσε μια μέρα στον Μεχμέτ, μπροστά και ο γέρος, με ύφος που δεν σήκωνε κουβέντα. «Θα πάω για δυο-τρεις μήνες στο χωριό, στη μάνα μου και μετά βλέπουμε, θα φύγω σε μια εβδομάδα, κανόνισε τις δουλειές σου», του είπε και βγήκε αμέσως από την κουζίνα.

Έφυγε λίγο νωρίτερα, στις τρεις μέρες πάνω εξαφανίστηκε, μια μέρα που έβρεχε πολύ στο Ουσκουντάρ, ακριβώς όπως την ημέρα που πάτησε για πρώτη φορά τα λασπωμένα χώματά του. Ρωτούσε ο γέρος τι έγινε, ρωτούσαν οι γείτονες — «τσακωθήκαμε και με εγκατέλειψε, με άφησε και έφυγε», έλεγε εκείνος. Πέρασαν τρεις εβδομάδες, η ζωή για τον Μεχμέτ και τον γέρο συνεχιζόταν όπως πριν, προτού έρθει η Ρεζμιέ στη ζωή και των δυο. Στις τρεις λοιπόν ακριβώς εβδομάδες από την εξαφάνισή της, σε μαγγανοπήγαδο στη γειτονιά Τοπχανελήογλου του Σκούταρι, σε αρκετή απόσταση από το σπίτι του Μεχμέτ, βρέθηκε πτώμα γυναίκας σε αποσύνθεση. Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι επρόκειτο για το πτώμα γυναίκας 30 περίπου ετών, σε κατάσταση αρχόμενης εγκυμοσύνης, η οποία είχε δολοφονηθεί πριν από τρεις εβδομάδες, κάποιος της είχε κόψει το λαιμό με μαχαίρι.

Οι έρευνες και οι ανακρίσεις της αστυνομίας συνεχίστηκαν καμιά δεκαριά μέρες, μέχρι που έμαθε ένας αστυνομικός ότι κάποια Ρεμζιέ σύζυγος του Μεχμέτ που έμενε σε ένα μικρό κτήμα στο Χαρέμ Ισκελεσί είχε μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Όταν ειδοποίησαν τον Μεχμέτ να έρθει στο αστυνομικό τμήμα του Ουσκουντάρ για να του πάρουν κατάθεση εκείνος δεν εμφανίστηκε. Θεωρώντας την άρνησή του να εμφανιστεί στο τμήμα ως δήλωση ενοχής, την επομένη, στις 25 Φεβρουαρίου 1944, οι αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι του να τον συλλάβουν. Βρήκαν τον γέρο ολομόναχο να κλαίει ασταμάτητα, χωρίς να είναι σε θέση να τους δώσει καμία πληροφορία. Τον Μεχμέτ τον βρήκαν μετά από λίγο στον αχυρώνα κρεμασμένο από το δοκάρι της οροφής με το σχοινί που έδενε τα κασόνια με τα λαχανικά στο καρότσι του.

* * *

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

One thought on “Πηγαίνοντας στο Ουσκουντάρ ξέσπασε βροχή

  1. Παράθεμα: Πηγαίνοντας στο Ουσκουντάρ ξέσπασε βροχή | Κωνσταντινούπολη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s