Home

Αυτό δεν είναι τραγούδι #753
Dj της ημέρας, η Βυζαντία Πυριόχου-Γκυ

Καθημερινή πρωί, καλοκαίρι, αρχές Αυγούστου.

Είμαι εφτάμιση ετών και αυτό το μισο δίπλα στο εφτά είναι ζωτικής σημασίας.

Σηκώνομαι από το κρεβάτι μου – έχω ένα γαλάζιο σεντόνι με σκούρα μπλε στάχυα, πολύ μαλακό – και μαζεύω από κάτω την Κουνκουνίτα, τη λαγουδίτσα που κοιμόμαστε μαζί. Έχει δυο μανταρίνια ζωγραφισμένα μέσα στ’ αυτιά και το κλωστάκι που έχει για στόμα κρέμεται στο πλάι. Την έχω πετάξει στον ύπνο, ονειρευόμουν πειρατές, της σκάω ένα φιλάκι να μην παραπονιέται.

Κατεβαίνω στον κάτω όροφο, γκρινιάζω λίγο στη Μαμά Μελίνα, πίνω ένα γάλα και ανεβαίνω ξανά στο δωμάτιο να ντυθώ.

Έχω ένα καταπληκτικό σχέδιο. Να φοράω μόνο άσπρα κοντομάνικα φανελάκια και σορτσάκια όλο το καλοκαίρι – κρίμα που είναι ήδη Αύγουστος και έχω χάσει δύο μήνες από το σχέδιο. Υπάρχει πολύ ειδικός λόγος γι’ αυτό το σχέδιο: θέλω να μοιάζω με χαρούμενο, υγιές κοριτσάκι που διαφημίζει γάλα. Η εικόνα είναι πεντακάθαρη στο μυαλό μου: σχεδόν θα αστράφτω από υγεία. Δεν έχω πολλά φανελάκια, το σχέδιο κρατά τρεις μέρες, αλλά νιώθω υπέροχα.

Θέλω να βγω στην πλατεία να παίξω, αλλά έχω ξυπνήσει πολύ νωρίς.

Κάθομαι δίπλα στη γιαγιά μου, στον καναπέ, έχει παιδικά, Sesame Street στην ΕΡΤ2, η γιαγιά μου θέλει και λίγο να δει και την Πόλη, χαζεύω κι εγώ, θέλω να περάσει η ώρα να δω Αστροφεγγιά, είμαι ερωτευμένη με τον Καφετζόπουλο. Όταν βαριέμαι, ανοίγω τις Χαρούμενες Διακοπές που κάθονται στα πόδια μου. Έχει ένα παιχνίδι, δύο αχλάδια («τούτα τα όμορφα αχλάδια, κάντα μονοκοντυλιά, δύσκολη πολύ δεν είναι αυτή η δουλειά!») τα καταφέρνω και σκάω από περηφάνια.

Σαν κυλάει το πρωινό, λίγο μετά τον Καφετζόπουλο (που τον τρώει το χτικιό) βγαίνω στην πλατεία. Βρίσκω τα παιδιά, τους φίλους μου, παίζουμε κρυφτό και μπάλα και τσιγαροποτά, το πολίτικλυ κορέκτ δεν το ξέρουμε ακόμα, άρα ξεστομίζουμε Μάλμπορο! Άμστελ! Κάμελ! με αθωότητα. Πού και πού κάποιος φεύγει για λίγο, να αγοράσει εκείνα τα Κάμελ του παιχνιδιού για τη μαμά του από την ταβέρνα παραδίπλα, που εκτελεί χρέη καπνοπωλείου.

Έρχεται το μεσημέρι, οι μαμάδες φωνάζουν σκόρπια ονόματα, γυρίζω, τρώω αυγά με ντομάτα και πατάτες τηγανιτές, βουτάω το βιβλίο μου, διαβάζω τον Γιωργάρα το Γαργάρα, στο κρεβάτι ή χάμω στρωματσάδα, έχει παράδοξη δροσιά ή μήπως είναι τα γέλια με το φασολόζουμο που πίνει ο Γιωργάρας που με δροσίζουν. Πάνω στη χώνεψη, φοράω μαγιώ, σαγιονάρες και τρέχω στο μπορντώ Ρενώ 4, που το λένε Κίτσο, χωνόμαστε όλοι μέσα, πλην της αδερφής μου που ακόμα δεν έχει γεννηθεί, και πάμε Καλαμάκι.

Βουτιές, μακροβούτια, βατραχοπέδιλα, πόδια πανάλαφρα όταν βγάζω τα βατραχοπέδιλα, τούμπες κωλοτούμπες και ψωμάκια γλυκάνισο της Μαμάς Μελίνας. Ανεβαίνω στους ώμους του Μπαμπά Μόντε, με πετάει στον αέρα, σκάω στο νερό, η μύτη μου αγγίζει το βυθό, η μαμά φοβάται λίγο, η γιαγιά πλατσουρίζει στα ρηχά, ο παππούς έρχεται και φεύγει με το μηχανάκι, όχι με τον Κίτσο, έχει δικά του ωράρια ο παππούς. Φεύγουμε. Όλα τα πράγματα τα κουβαλάει η μαμά. Ό,τι και να κάνω δεν καταφέρνω να μη γεμίζω άμμο τα πόδια μου ως το αυτοκίνητο, ο μπαμπάς δεν το πιστεύει, λέει πως το κάνω επίτηδες, χαλάω δύο μπουκάλια νερό να τα ξεπλύνω πριν μπω στ’ αμάξι.

Ξεπλενόμαστε με νερό από το πιθάρι, παγωμένο, μου κόβει την ανάσα, βάζω άσπρο φανελάκι, διαφημίζω γάλατα, φτιάχνω μια ζωγραφιά, βάζω λεζάντες, τη χαρίζω στη γιαγιά, απόγευμα, βγαίνω στην πλατεία, το κρυφτό είναι καλύτερο το απόγευμα, ειδικά όταν σουρουπώνει, και μένω τελευταία, δεν με βρίσκει κανείς, με τρώει εκείνη η μοναξιά του Φτου Ξελευτερία. Η γιαγιά της Γιώτας μας λέει Θα φάτε, παιδιά; εμείς λέμε Ναι, είναι φτωχιά και δεν το ξέρουμε, μας φτιάχνει σε όλα μας φρύσσες με στιφτή ντομάτα, θα της λείψουν αλλά περισσότερο θα της λείψουμε εμείς, αν δεν τις φάμε εκείνες τις φρύσσες.

Νυχτώνει στην πλατεία, τα κορίτσια αρχίζουν τα μυστικά και τα αγόρια τα πειράγματα, είμαστε πολλοί, είμαστε παιδιά και δεν το ξέρουμε ότι σε μερικά χρόνια παιδιά πλέον δεν θα παίζουν σε κείνη την πλατεία. Κλεινόμαστε στον τηλεφωνικό θάλαμο, μας πετάνε κουκουνάρες, γελάμε, έρχεται ο ρεβιθάς και αγοράζουμε μπουκέτα με ρεβίθια που τα τρώμε αδειάζοντας τα τσόφλια στα παρτέρια.

Ο κυρ Αλέκος, ο πλανόδιος σινεματζής, έχει φέρει μια ταινία, την προβάλλει στον τοίχο του Αλοίμονου, ο Αλοίμονος βγαίνει λίγο στην αυλή, κοιτάζει, χαμογελάει, ξαναμπαίνει μέσα. Οι γονείς έχουν βγάλει καρέκλες και σκαμπό, εμείς, κατάχαμα, στα χώματα, σύχρηστο το άσπρο φανελάκι του γάλατος, με σουβλάκια από την ταβέρνα-καπνοπωλείο, οι κυρίες κλαίνε γιατί παίζει Βούρτση, οι κύριοι επίσης αλλά πιο κρυφά, εμείς δεν καταλαβαίνουμε τίποτα, θέλουμε Μιχαλόπουλο και Ρένα Παγκράτη, γελάμε και τρέχουμε γύρω γύρω. Ο κυρ Αλέκος γυρίζει τη μανιβέλα, το φεγγάρι κάνει βόλτα, η ζωή περνάει, η Αστροφεγγιά τελειώνει, η Μαμά Μελίνα φωνάζει το όνομά μου, γυρίζω, χώνομαι στην αγκαλιά της, αύριο θα κάνω ποδήλατο, αύριο θα δέσω τα μαλλιά μου (σιγά μην τα δέσω) αύριο θα πω Φτου Ξελευθερία Για Όλους. Κι ας μη με βρει κανείς.

Το βράδυ στο γαλάζιο σεντόνι σφίγγω την Κουνκουνίτα και τραγουδάω.

Το λιοντάρι που με περιμένει τις νύχτες στο κρεβάτι το κατατρόπωσα και πάλι.

 

 

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

Κράτα το

Κράτα το

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s