Home

099_001

Έγκλημα στην Πόλη #34 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Ο νεαρός Δημήτρης, γέννημα και θρέμμα του Μεγάλου Ρεύματος, του αλλιώς λεγόμενου Αρναούτκιοϊ, με ένα όνειρο κοιμόταν και ξυπνούσε κάθε μέρα: να φύγει μετανάστης στην Αμερική ή την Αυστραλία. Οι κοντινότεροι προορισμοί δεν τον ενδιέφεραν, στην άλλη άκρη του κόσμου ήθελε να βρεθεί, όσο πιο μακριά γινόταν δηλαδή από την Πόλη και το Μεγάλο Ρεύμα. Γιατί όσο πιο μακριά  φανταζόταν τον εαυτό του, τόσο πιο πετυχημένο τον έβλεπε, ήταν σίγουρος ότι η ευτυχία τον περίμενε σε μία από αυτές τις μυθικές στα μάτια του ηπείρους, στην Αμερική ή στην Αυστραλία. Δύσκολο να αποφασίσει σε ποια από τις δύο ήθελε πιο πολύ να πάει και την επιλογή αποφάσισε τελικά να την αφήσει στην τύχη. Εκείνη θα αποφάσιζε, όταν ερχόταν η πολυπόθητη στιγμή της αναχώρησής του, πού θα τον οδηγούσε. Βέβαια αυτή η στιγμή θα ερχόταν μετά που θα τελείωνε ο πόλεμος, για αυτό και δεν αγωνιούσε ακόμα, η λήξη του πολέμου δεν διαφαινόταν  ξεκάθαρα το 1941.

Στις 5 Μαρτίου του 1941 ο Δημήτρης έκλεισε τα 19 και μπήκε στα 20. Κανονικά θα έπρεπε ήδη να υπηρετεί τη θητεία του στον τούρκικο στρατό  Αλλά μία ελαφριά αναπηρία —γεννήθηκε με το αριστερό του πόδι λίγο πιο κοντό από το δεξί— του εξασφάλισε την απαλλαγή του. Στην πραγματικότητα, το πείσμα του αριστερού του ποδιού να μην μεγαλώνει σταθερά και γοργά όπως το δεξί δεν του δημιουργούσε ιδιαίτερο πρόβλημα ούτε στο βάδισμα ούτε στο τρέξιμο. Μόνο όταν κατέβαινε σκάλες αντιμετώπιζε  δυσκολία, λες και το μακρύτερο το πόδι, το υποτιθέμενο υγιές και κανονικό σύμφωνα με τις μετρήσεις και τα λεγόμενα των γιατρών, δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στο ύψος των σκαλοπατιών. Μόλις ακουμπούσε το «χαλασμένο» πόδι στο επόμενο σκαλί, το άλλο, το γερό, μπουρδουκλωνόταν και δεν μπορούσε να υπολογίσει σωστά την απόσταση με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος, όσο αυτό αιωρούταν μέχρι να πατήσει γερά στο κάτω σκαλί, να χάσει την ισορροπία του ο Δημήτρης και να βρεθεί φαρδύς πλατύς στο κεφαλόσκαλο, έχοντας  προσπεράσει κουτρουβαλώντας όλα τα ενδιάμεσα σκαλιά. Περίεργο πράγματι ότι αυτό που τελικά τον δυσκόλευε ήταν το καλό το πόδι, λες και είχε καταφέρει το άλλο, το χωλό, να το υποδουλώσει στη δική του αναπηρία και να κινδυνεύει ο Δημήτρης να πέσει και να τσακιστεί από το πόδι το κανονικό.

Είχε πέσει και είχε τσακιστεί  όταν ήταν μικρός αρκετές φορές, προσπαθώντας να κατέβει γρήγορα τις σκάλες, γέμιζε μώλωπες και γδαρσίματα κάθε φορά αλλά ευτυχώς ποτέ δεν έπαθε κάτι σοβαρότερο. Μεγαλώνοντας έμαθε να είναι πιο προσεκτικός και να κατεβαίνει αργά και προσεκτικά τις σκάλες, τιθασεύοντας το επιπλέον μήκος του κανονικού του ποδιού, έτσι ώστε να μην εκτελεί  πιρουέτες στον αέρα μεταξύ δύο σκαλοπατιών. Να τις αποφύγει δεν μπορούσε τις σκάλες, οι σκάλες ήταν απόλυτα ενσωματωμένες  στη ζωή του. Στον τρίτο και τελευταίο όροφο έμενε η οικογένεια του εδώ και χρόνια, πολύ προτού έρθει στη ζωή εκείνος. Τα τρία του μεγαλύτερα αδέλφια, όλα αγόρια, λες και πετούσαν πάνω από τις τρεις σκάλες και κατέβαιναν και, με την ίδια ανάσα, μπορούσαν πετώντας πάλι να ανέβουν πάλι πάνω.

Όλοι έβλεπαν τη δυσκολία που αντιμετώπιζε από τότε που άρχισε να περπατάει ο Δημήτρης, αλλά κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ ότι ένα ισόγειο ή έστω ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο θα διευκόλυνε πολύ τις μετακινήσεις του. Με ενοίκιο ζούσαν στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, τρεις φορές ξενοικιάστηκε το διαμέρισμα του ισογείου και μία του πρώτου, κατά τη διάρκεια των πρώτων δέκα χρόνων της ζωής του Δημήτρη, αλλά ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό των γονιών του να μετακομίσουν στους χαμηλότερους ορόφους. Το διαμέρισμα του τρίτου το θεωρούσαν λαχείο, δώρο της τύχης, κοινώς μεγάλο κελεπούρι, και όλα αυτά για τη θέα του. Μόνο για τη θέα του. Εντυπωσιακή ομολογουμένως η θέα, όλος ο Βόσπορος πιάτο  μπροστά στα παράθυρα, κυρίως στο μεγάλο παράθυρο της πρόσοψης. Νόμιζες πως αν άπλωνες λίγο το χέρι σου θα τα ακουμπούσες τα νωχελικά καράβια που διέσχιζαν τη στενή λουρίδα της θάλασσας. Τις δε καλές μέρες τα αντικρινά, όπως έλεγαν οι Ρωμιοί την ασιατική ακτή του Βοσπόρου, φαίνονταν  τόσο καθαρά που μια δρασκελιά χρειαζόταν μόνο για να βρεθείς εκεί.

Την καλύτερη θέση στο μεγάλο παράθυρο για να απολαμβάνει τη θέα την είχε εξασφαλίσει ο Δημήτρης. Χρειάστηκε να τσακωθεί αρκετές φορές για τη θέση αυτή με τα αδέλφια του, αλλά την κέρδισε τελικά. Όχι τόσο  με το σπαθί του αλλά με το κοντό του το πόδι — τον αντιμετώπιζαν πάντα με μια ιδιαίτερη  επιείκεια τα αδέλφια του και υποχωρούσαν σχεδόν πάντα αυτά όταν τσακώνονταν. Το ήξερε ο Δημήτρης, από μικρό παιδί το είχε καταλάβει ότι η μικρή του αναπηρία άλλοτε κέρδη θα του επέφερε και άλλοτε δυσκολίες. Από αυτό το παράθυρο-φρούριο παρακολουθούσε, κυρίως τον χειμώνα, και όλη την κίνηση στον παραλιακό δρόμο μέχρι πέρα το μικρό λιμανάκι με τις λιγοστές βάρκες.

Εκεί, στον βραχίονα αυτού του μικρού λιμανιού, ήταν το στέκι της νεολαίας. Από τη μια μεριά του μώλου μαζεύονταν οι Ρωμιοί και από την άλλη οι Τούρκοι· κάποια λίγα Αρμενόπουλα στις παρέες των Ρωμιών συνήθως εισχωρούσαν. Με τις ώρες καθόντουσαν τα απογεύματα των  ανοιξιάτικων ημερών στο πεζούλι του, από εκεί έμπαιναν στη θάλασσα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, εκεί περνούσαν σχεδόν τον μισό χρόνο της εφηβείας τους τα αγόρια και τον άλλο μισό στις αλάνες παίζοντας μπάλα και μακριά γαϊδούρα. Και αρκετά κορίτσια όμως ερχόντουσαν τακτικά στο μώλο, κυρίως αυτά που είχαν αδελφούς και μαζί τους κυκλοφορούσαν πιο ελεύθερα.

Η Ευθαλία, μεγαλωμένη και αυτή στο Μεγάλο Ρεύμα, τρία σπίτια πιο πέρα το σπίτι της από το σπίτι του Δημήτρη, δεν είχε αδέλφια αλλά, ευτυχώς για εκείνην, είχε έναν λίγο μεγαλύτερο ξάδελφο και, όποτε τον έπειθε ή τον εξαγόραζε δίνοντάς του τα λίγα γρόσια του χαρτζιλικιού της, την έπαιρνε μαζί του στο λιμανάκι. Αυτό δεν γινόταν πολύ συχνά, αλλά αρκετά συχνά για να μπορέσει η Ευθαλία στα δεκαπέντε της να γνωρίσει κάποια αγόρια και να δοκιμάσει τα όρια της κοριτσίστικης της φιλαρέσκειας. Όταν όμως ο ξάδελφος έφυγε να υπηρετήσει στον τουρκικό στρατό, τα πράγματα δυσκόλεψαν. Οι γονείς της ξαφνικά έγιναν πολύ αυστηροί, άρχισαν τα πού θα πας, με ποιον θα πας, ποιοι θα είναι εκεί, τι ώρα θα γυρίσεις; — και η Ευθαλία άρχισε να ψάχνει άλλη λύση και κατέληξε τελικά ότι ο Δημήτρης θα μπορούσε να είναι αυτή η άλλη λύση. Με τον Δημήτρη γνωρίζονταν από μικρά παιδιά και οι γονείς τους ως γείτονες και Ρωμιοί συχνά αντάλλασσαν επισκέψεις. Τις περισσότερες φορές οι γονείς του Δημήτρη πήγαιναν στο σπίτι των γονιών της Ευθαλίας γιατί αυτοί είχαν ωραίο κήπο και τα ανοιξιάτικα και καλοκαιρινά βράδια ήταν χαρά θεού να κάθεσαι ανάμεσα στις δεκάδες ανθισμένες ορτανσίες που λες και ευωδίαζαν εκτός από το δικό τους άρωμα και τη  θαλασσινή μυρωδιά του δροσερού αέρα που ερχόταν από τον Βόσπορο.

Κάπως έτσι έγινε και οι σχέσεις του Δημήτρη και της Ευθαλίας έγιναν στενότερες από την άνοιξη του 1941 και μετά.  Κάπως έτσι δηλαδή, γιατί έτσι το θέλησαν πρωτίστως οι γονείς τους, καλοέβλεπαν και οι τέσσερις μια στενότερη σχέση των δύο νέων, γιατί όχι κι έναν αρραβώνα σε κάνα χρόνο και γάμο σε δύο χρόνια; — και να σας ζήσουν και να ζήσετε και η ζωή κανονίζεται, δεν μας κανονίζει αυτή.

Ήρθε έτσι η χρυσή ευκαιρία για την Ευθαλία, το τι θα γινόταν του χρόνου και του παραχρόνου της φαινόταν τόσο μακρινό, δεκάρα δεν έδινε. Καμία βεβαίως  πρόθεση δεν είχε να παντρευτεί τον Δημήτρη, εξάλλου ο γάμος ο ίδιος της φαινόταν ακόμα σαν ένα πολύ μακρινό ενδεχόμενο. Σε κάποιο γάμο θα κατέληγε σίγουρα κι αυτή κάποια στιγμή, αλλά πριν από τη στιγμή αυτή η μόνη της επιδίωξη και η μόνη της επιθυμία ήταν τον έρωτα να γνωρίσει εδώ και τώρα, μόνο το σήμερα είχε σημασία για την Ευθαλία.  Εδώ και τώρα ήθελε να μπορεί να πηγαίνει στον μώλο να κάθεται δίπλα στα αγόρια, να τα κοιτάει, να τα ακούει να μιλάνε, να σπρώχνονται  άτσαλα μεταξύ τους, να παλεύουν άχαρα, να κάνουν θορυβώδεις πατητές ο ένας τον άλλον μέσα στο νερό, να γελάνε δυνατά και να πετάνε και καμιά ανάρμοστη λέξη στα τουρκικά , κάνα αϊσιχτίρ, κάνα ουλάν, κάνα κιοπέκογλού κιοπέκ κοιτώντας πλαγίως τα κορίτσια να μετρήσουν τις αντιδράσεις τους. Και τα κορίτσια με τη σειρά τους να λένε τα μυστικά τους και να γελάνε σιγανά και ντροπαλά καθισμένες προσεκτικά στο πεζούλι, με τα πόδια  καλά κλειστά και το ένα χέρι τους να τραβάει συνεχώς το φόρεμα προς τα κάτω, να καλυφθούν καλά τα γόνατα και οι γάμπες  μπας και φανεί το βρακί τους και ρεζιλευτούν. Χάρη στον Δημήτρη έζησε ένα υπέροχο καλοκαίρι η Ευθαλία, ο καλύτερος συνοδός αποδείχθηκε, λιγομίλητος στο δρόμο όταν περπατούσαν μαζί κι εκεί, μόλις έφταναν στο λιμανάκι, ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του που λένε, αμέσως εκείνος  πήγαινε κοντά στα αγόρια και εκείνη χωνόταν στην αγκαλιά της κοριτσίστικης παρέας. Ούτε λέξη δεν αντάλλασσαν μεταξύ τους μέχρι την ώρα της επιστροφής, που την πήγαινε και την άφηνε μπροστά στην καγκελόπορτα του σπιτιού της. Ένα «αύριο πάλι» της έλεγε στα γρήγορα και κινούσε με το πηδηχτό του βήμα να πάει σπίτι του.

Και πέρασε το καλοκαίρι και μπήκε το φθινόπωρο και σιγά-σιγά η διάθεση της Ευθαλίας προς τον Δημήτρη άλλαξε. Άρχισε να τον αποφεύγει, όταν ερχόταν εκείνος στο σπίτι της νωρίς το απόγευμα για να πάνε βόλτα, άρχισαν τα «δεν μπορώ σήμερα, ίσως αύριο», «πρέπει να βοηθήσω τη μαμά μου στις δουλειές του σπιτιού», «είμαι κρυωμένη και έχω συνάχι, κάποια άλλη φορά». Το έλαβε το μήνυμα ο Δημήτρης, δεν έπεσε βέβαια να πεθάνει, αλλά ενοχλήθηκε. Όταν δε την είδε από το παράθυρο με την θέα, μεσούντος του Οκτωβρίου, δυο τρεις φορές να διασχίζει μόνη της τον παραλιακό δρόμο και να πηγαίνει προς το λιμανάκι, άρχισε να θυμώνει. Μόνη της έβγαινε βόλτα, άρα με εκείνον δεν ήθελε να βγει, προσβλητικό του φάνηκε πολύ.

Και βέβαια, όπως ήταν φυσικό, μπήκαν στα αυτιά του ψύλλοι και μια μέρα αποφάσισε να την παρακολουθήσει. Βροχερός ο καιρός, δεν έβρεχε εκείνη τη συγκεκριμένη ώρα αλλά ήταν σίγουρο ότι σε λίγο θα άρχιζαν τα σέλια, να ρίχνει δηλαδή καρεκλοπόδαρα. Μπροστά εκείνη, πίσω αυτός, αρκετά πιο πίσω ομολογουμένως αλλά και αρκετά  κοντά για να τη βλέπει καλά, και μπροστά τους, καμιά πενηνταριά μέτρα το λιμανάκι. Και τότε τον είδε ο Δημήτρης, τον είδε να περιμένει όρθιος  με τα χέρια στην τσέπη: τον Μεχμέτ. Ούτε τον Κώστα είδε, ούτε τον Κοσμά, ούτε τον Γρηγόρη, ούτε τον Σάββα,  κανέναν από αυτούς της γειτονιάς που είχαν Ρωμαίικα ονόματα, ούτε καν κάποιον έστω με αρμένικο όνομα. Είδε αυτόν με το πιο τούρκικο όνομα από όλα τα τούρκικα ονόματα, τον Μεχμέτ — άκου εκεί, να την περιμένει ο Μεχμέτ! Μόλις άρχισε να βρέχει δυνατά, καθισμένη εκεί στο πεζούλι δίπλα στον Μεχμέτ την άφησε την Ευθαλία ο Δημήτρης και γύρισε σπίτι του.

Δεν μπορούσε να αφήσει τα πράγματα έτσι, κάτι έπρεπε να κάνει και μάλιστα γρήγορα. Να τα πει όλα στους γονείς της σκέφτηκε στην αρχή, αλλά στη συνέχεια του φάνηκε  πολύ υποτιμητικό για τον ίδιο να καταφύγει σε αυτήν τη λύση. Έπρεπε να συμπεριφερθεί σαν άντρας, και αντρίκια συμπεριφορά σημαίνει παίρνω τα πράγματα στα χέρια μου και τα διευθετώ μόνος μου, χωρίς δεκανίκια γονείς και παρατρεχάμενους. Εξάλλου ποτέ δε χρησιμοποίησε δεκανίκια στη ζωή του, κατάφερε και αντιμετώπισε την αναπηρία του θαρραλέα και αντρίκια, έτσι τώρα θα διόρθωνε μόνος του το μεγάλο λάθος που πήγαινε να διαπράξει η Ευθαλία. Διότι λάθος μεγάλο ήταν να πάει να μπλέξει με έναν αλλόθρησκο, με έναν αλλογενή, με έναν Τούρκο! Τίποτα χειρότερο για αυτήν δεν μπορούσε να υπάρξει από το να αφήσει τον εαυτό της να αποπλανηθεί από έναν Μεχμέτ. Και ας ήταν ο συγκεκριμένος Μεχμέτ, που τον ήξερε χρόνια ο Δημήτρης, ένα καλό παιδί, σαν τον ίδιο και τους φίλους του — τον Κοσμά, τον Γρηγόρη, τον Σάββα, τον Κώστα. Κανείς δεν θα μπορούσε να παραβλέψει το βασικό μειονέκτημα του Μεχμέτ, ότι ήταν Τούρκος και —εννοείται—  μουσουλμάνος και αυτό ήταν από μόνο του τελείως απαγορευτικό για οποιαδήποτε σχέση μιας Ρωμιοπούλας μαζί του. Σκάνδαλο μεγάλο θα γινόταν, ο Δημήτρης ήταν αποφασισμένος να το εμποδίσει και θα το εμπόδιζε.

Στις 2 Νοεμβρίου, μέρα χειμωνιάτικη και σκοτεινή, υγρή και κρύα, που έκανε και τους πιο χαρούμενος από τη φύση τους ανθρώπους μελαγχολικούς, ο Δημήτρης είχε πια βεβαιωθεί μετά από αρκετές παρακολουθήσεις ότι η Ευθαλία συναντούσε τακτικά τον Μεχμέτ. Πώς κατάφερνε και έβγαινε μόνη από το σπίτι της; Τι έλεγε στους γονείς της; Δεν θα μάθαινε ποτέ ο Δημήτρης. Κατά τις τέσσερις το απόγευμα ακολούθησε άλλη μια φορά την Ευθαλία. Αυτή τη φορά, το ζευγαράκι συναντήθηκε στον κήπο ενός  εγκαταλελειμμένου σπιτιού σε ένα απόμακρο σχετικά σημείο. Αφού περίμενε λίγο και πρόλαβαν και αντάλλαξαν δυο τρεις κουβέντες Ρωμιοπούλα και Τούρκος, όρμησε πάνω στον Μεχμέτ και κάρφωσε πολλές φορές βίαια το μαχαίρι που κρατούσε στο σώμα του έκπληκτου νεαρού Τούρκου. Η Ευθαλία άρχισε να κραυγάζει με όλη της τη δύναμη και να καλεί σε βοήθεια και ο Δημήτρης  με τα χέρια και τα ρούχα του γεμάτα αίματα αισθάνθηκε ξαφνικά σαν να είχε κατέβει τρέχοντας, σχεδόν πετώντας όπως τα αδέλφια του, όχι τρεις αλλά εκατόν τρεις σκάλες και βρέθηκε για πάντα μακριά από την Αμερική και την Αυστραλία.

099_001

Εικόνα εξωφύλλου: Arnavutköy

* * *

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδουανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s