Home

jinxΑυτό δεν είναι τραγούδι #793
Dj της ημέρας, η Μαρίκα Τσεβά

 

Όπως κάθε καλοκαίρι, έτσι και φέτος πέρασα λίγες μέρες στο νησί, στο σπίτι του θείου Γ. Το σπίτι είναι ένα δωμάτιο όλο κι όλο, και η θάλασσα χιλιόμετρα μακριά, αλλά είναι ψηλά και έχει πάντα δροσιά. Και ωραία θέα. Από ανέσεις σχεδόν τίποτα, γι’ αυτό και κανείς δεν τον επισκέπτεται εκεί, εκτός από μένα και κάνα-δυο φίλους του απ’ τα παλιά. Το δεκαπενταύγουστο, πάντως, ήμασταν μόνοι, οι δυο μας.

Για μπάνιο δεν πηγαίναμε· ο μπάρμπας μου δεν έχει αυτοκίνητο κι εγώ, που έχω, δεν άντεχα το κόστος να έρθω με αυτό. Και τι κάναμε όλη μέρα στο βουνό; Τα γνωστά: διαβάζαμε, ακούγαμε δίσκους βινυλίου, συζητούσαμε, μαγειρεύαμε, τρώγαμε και κοιμόμασταν. Χωρίς υπολογιστή και με τα κινητά απενεργοποιημένα. Επιστροφή στ’ αφύσικα· εντάξει, για λίγες μέρες – τι να πει ο θείος που τη βγάζει έτσι όλο το καλοκαίρι; Α, και παίζαμε τάβλι. Παραδοσιακά.

Ο Γ. αντιπαθεί το σκάκι γιατί «δεν μπορείς να παίξεις μόνος σου – ξέρεις πάντα τι σκέφτεται ο άλλος, δηλαδή εσύ». Ενώ το τάβλι; «Άνετα παίζεται κι από έναν. Γιατί εκτός της τεχνικής, υπεισέρχεται σε μεγάλο βαθμό και ο παράγων τύχη, οπότε δεν έχει και τόση σημασία τι σκέφτεται ο άλλος, δηλαδή εσύ». Αυτά τα έχω ακούσει δεκάδες φορές, αλλά πάντα τον κουρντίζω για να ξανακούσω. Βίτσια είν’ αυτά. Και πάντα στο τέλος τον ρωτάω αν πραγματικά παίζει τάβλι μόνος του. Και πάντα παίρνω την ίδια απάντηση: «Μπα, τον βαριέμαι τον άλλον».

Ένα απόβραδο παίζαμε τάβλι και πίναμε ουζάκια συνοδευόμενα από τουρσιά από τη συλλογή του θείου και ψητές κόκκινες, κολασμένες πιπεριές από το μποστάνι. («Ό,τι δε σε σκοτώνει, δεν καίει αρκετά», λέει ο θείος.) Παρτίδα στα 7 κι έχανα 6-5. Τελευταίο παιχνίδι, φεύγα. Του είχα στήσει εξάπορτο μπροστά του και πήγαινα να το πάρω διπλό. Εκείνος με κρατούσε, τάχαμου, με τρεις πόρτες δύο στην αρχή και μία στο τέλος. Με άλλα λόγια, περνούσα με τέσσερα, πέντε και έξι. Εύκολο! Και όμως, σε πέντε σερί ζαριές έφερα δυο φορές τριόδυο και τρεις φορές άσσους! Κατέρρευσε το εξάπορτο, έφερε κι ο θείος τις παχιές του, γύρισε το παιχνίδι. Όχι μόνο δεν το πήρα διπλό, αλλά το έχασα κι από πάνω, 7-5. Και έπρεπε να υποστώ, εκτός από την πλάκα, και τη διάλεξη περί του νόμου των πιθανοτήτων: «Όταν φέρνεις μια ζαριά –λόγου χάριν, άσσους–, οι πιθανότητες να φέρεις πάλι άσσους στην αμέσως επόμενη ζαριά είναι ακριβώς οι ίδιες με την πρώτη φορά». Μπλα-μπλα-μπλα! Έτσι είναι, αλλά ποιος τον ακούει; Εγώ ήθελα να παραμείνω τσαντισμένη, αλλιώς ποιος ο λόγος να παίζει κανείς τάβλι;

«Ναι, αλλά τρεις φορές άσσους σε πέντε ζαριές, ρε θείε; Γαμώ την γκαντεμιά μου, δηλαδή!»

«Γκαντεμιά; Θέλεις να σου πω για την γκαντεμιά;»

Δεν ήθελα, αλλά θα μου έλεγε έτσι κι αλλιώς, οπότε μας ξανάβαλα ούζο και κατέβασα μισή πιπεριά μονοκοπανιά, έτσι, για να ’χω κάτι ν’ ασχολούμαι («πήρε φωτιά η αποθήκη του Σαμ και κινδυνεύει η Λόλα», κι όλα τα σχετικά).

«Στις 30 Νοεμβρίου του 2003, ημέρα Κυριακή, ο Λεωνίδας Αχείμαστος, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, συνοδεύει τη μεγάλη του κόρη Αριστέα στην Αγία Αικατερίνη, στην πλάκα, για να έρθει εις γάμου κοινωνία με τον Παράσχο Στάκα, ειδικευόμενο ψυχίατρο. Η ώρα περνάει και ο Παράσχος δεν έχει εμφανιστεί στην εκκλησία. Ο Λεωνίδας και η Αριστέα, μέσα στη στολισμένη Μερσεντές που τους κάνει βόλτες στην Αθήνα, περιμένουν τηλέφωνο από τον υιό Αχείμαστο, τον Τάκη, γιατί δεν είναι σωστό να πάει πρώτη η νύφη στην εκκλησία. Μια ώρα μετά τη συμφωνημένη, ο Τάκης, αφού πρώτα επιχειρεί δεκάδες φορές ανεπιτυχώς να βρει τον Παράσχο στο τηλέφωνο, αποφασίζει να πάει στο σπίτι του γαμπρού να δει τι γίνεται. Φτάνει στο Παγκράτι τρέχοντας με χίλια, και τι βλέπει; Τίποτα! Άφαντος ο Παράσχος. Μια γειτόνισσα τον πληροφορεί ότι ο ερίφης ξενοίκιασε το διαμέρισμά του και μετακόμισε μόλις την προηγούμενη μέρα. Ο Τάκης ειδοποιεί τον πατέρα του και, έχοντας ανεβάσει πίεση ενήλικη, ανεβαίνει στη μεγάλου κυβισμού μηχανή του για να επιστρέψει στην εκκλησία. Ο πατέρας με τη νύφη σπεύδουν επίσης στην εκκλησία για να αναγγείλουν τα δυσάρεστα. Μόλις ακούει τα καθέκαστα η μητέρα της Αριστέας, ονόματι Μελπομένη, παθαίνει ανακοπή και μένει στον τόπο, εκεί, στα σκαλιά της εκκλησίας. Ο σύζυγος Λεωνίδας, ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται ότι η γυναίκα του είχε ήδη εγκαταλείψει τον μάταιο ετούτο κόσμο, την βάζει άρον άρον στη στολισμένη Μερσεντές. Εκείνος οδηγός και η νύφη, με το νυφικό ακόμα, πίσω με τη νεκρή μητέρα της. Θες η σύγχυση, θες η κακιά η ώρα, ο Λεωνίδας στουκάρει τη Μερσεντές σε μια κολώνα της ΔΕΗ. Η Αριστέα τη γλίτωσε ευτυχώς μόνο με μώλωπες αλλά ο πατήρ Λεωνίδας υπέστη βαρύτατες κρανιοεγκαφαλικές κακώσεις. Εμ έτρεχε, εμ δε φορούσε ζώνη. Τι να πεις; Η Μελπομένη επίσης δεν έπαθε τίποτα, γιατί ό,τι ήταν να πάθει, το είχε ήδη πάθει. Ήρθε το ασθενοφόρο, πήρε ζώντες και τεθνεώτες στον Ευαγγελισμό. Σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, ποιον βρήκε η δυστυχής Αριστέα στο νοσοκομείο, έτοιμο για το χειρουργείο;»

Τον αδερφό της τον Τάκη· σίγουρα θα έφαγε σούπα με τη μηχανή όπως γυρνούσε στην εκκλησία. Αλλά, για τη σπάσω του θείου, του είπα: «Τον ψυχάκια τον Παράσχο που είχε τρελή εφημερία».

«Όχι, τον αδερφό της τον Τάκη. Μέσα στον πανικό του σφηνώθηκε με τη μηχανή κάτω από ένα φορτηγό, όπως γύριζε στην Πλάκα».

«Έλα, ρε θείε, βουλωμένο γράμμα διάβασα. Πιο πολύ πλάκα θα είχε να πετύχαινε, φορώντας τον νυφικό, τον άτιμο τον άντρα και να του έκανε επιτόπου εγχείρηση, πάνω από τα ρούχα».

«Εσύ γελάς, αλλά ιδού το παράδοξο: δύο τροχαία, σχεδόν ταυτόχρονα, στα οποία ενέχονταν και τα τέσσερα μέλη μίας και της αυτής οικογένειας. Και σε ρωτάω τώρα. Η Αριστέα, δυο μέρες μετά, έχει βγάλει το νυφικό, έχει τον πατέρα και τον αδερφό της, εγχειρισμένους και σε κρίσιμη κατάσταση στην εντατική, σε διπλανά κρεβάτια, έχει βάλει κάτι ποινικούς να βρουν τον Παράσχο και να τον προσκομίσουν στο υπόγειό της για τα περαιτέρω, και από πάνω έχει και την κηδεία της μητέρας της. Για πες μου: πόσες είναι οι πιθανότητες να εμπλακεί σε μοιραίο τροχαίο η Αριστέα, καθ’ οδόν για το νεκροταφείο;»

Ήξερα που το πήγαινε, αλλά δεν του έκανα τη χάρη.

«Ας πάρει το μετρό, ρε θείε».

«Ίδιες ακριβώς με τα δύο προηγούμενα. Άτεγκτος ο νόμος των πιθανοτήτων!»

«Κι έπρεπε να στήσεις όλο αυτό το σκηνικό για να δικαιολογήσεις το φάρδος σου; Τι να πω, υποκλίνομαι!»

Αφού γελάσαμε (μαύρα γέλια, πάντως γέλια), σηκώσαμε τα ποτήρια μας χωρίς να τσουγκρίσουμε, όπως αρμόζει στις προπόσεις εις μνήμην.

Έπειτα, ενώ ήξερα ότι δεν θα έβγαζα άκρη με τον μπάρμπα μου τον ψεύτη, ρώτησα:

«Δε μου λες, μήπως είναι αληθινή αυτή η ιστορία;»

Ήξερα ότι ήταν μούφα. Ο θείος μου είναι μανούλα στο παραμύθι. Ειδικά όταν βάζει μέσα λεπτομέρειες –χωρίς καν να κομπιάζει– πέραν του κόσμου τούτου (ας πούμε, κύρια ονόματα, τοπωνύμια, ημερομηνίες – και η 30η Νοεμβρίου 2003 έπεφτε όντως Κυριακή, το κοίταξα!), είναι βέβαιο ότι αυτοσχεδιάζει. Όσο περισσότερες λεπτομέρειες έχει ένα ψέμα, τόσο πιο πιστευτό γίνεται: κανόνας! Περιέργως, αυτή τη φορά, δεν υποστήριξε ότι έλεγε αλήθεια – ίσως επειδή ήμασταν οι δυο μας, και ξέρει καλά ότι ξέρω καλά.

«Δεν έχει σημασία. Το σημαντικό είναι το επιμύθιο. Η γκαντεμιά έχει διαβαθμίσεις και δεν πρέπει επ’ ουδενί να την επικαλούμαστε για να καλύψουμε την αβελτηρία μας».

«Τράβα να το πεις στον Παράσχο αυτό!»

«Αν ζει».

Σωστά.

 

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s