Home

Αυτό δεν είναι τραγούδι #799
Dj της ημέρας, ο Σόλων Σαρακενίδης

Η Θεσσαλονίκη του 1960 ήταν χειροποίητη. Φτιαγμένη —ακόμη— από χέρια και μεράκια μαστόρων. Οι πρώτες άνευ ταυτότητας πολυκατοικίες άρχισαν σιγά-σιγά να υψώνονται στην θέση παλιών αρχοντικών.

Ο ιός «antiparochi» αποδείχθηκε μεταδοτικός και ανθεκτικός. Ακόμη όμως σε ένα κάπως ελεγχόμενο περιβάλλον. Τα παλιά αρχοντικά της Βασιλίσσης Όλγας ήταν ή σχολεία ή ιατρεία. Εκείνο του ΙΚΑ στην συμβολή Μαρτίου-Όλγας στην τότε γειτονιά μου, όταν επισκέφθηκα την πρώτη οδοντογιατρό, σε ένα ιατρείο με ζωγραφισμένο ταβάνι. Από κάτω ένα δασάκι και λίγο πιο κάτω η θάλασσα. Στο Ε΄ Γυμνάσιο που πήγαινα (μόλις είχε μεταφερθεί στο νέο κτίριο), η άκρη της αυλής του κατέληγε στην θάλασσα. Κάποιοι τολμηροί συμμαθητές, εκεί κατά τον Μάιο, έριχναν βιαστικές βουτιές στα διαλείμματα. Η θάλασσα ήταν πολύ πιο κοντά μας τότε.

Η λεωφόρος που οδηγούσε προς την Καλαμαριά γειτόνευε με το νερό. Λίγα μέτρα δεξιότερα ήταν ψαράδικες καλύβες και βάρκες, άλλες παρατημένες και άλλες στα τελευταία τους. Στο Γ που σχημάτιζε εκεί ο κόλπος κοντά στο εργοστάσιο Αλλατίνη, ήταν το κέντρο «Λουξεμβούργο». (Αυτό στο οποίο επρόκειτο να γίνει η πρώτη συγκέντρωση των φίλων της ειρήνης με τον Λαμπράκη, αλλά ο ιδιοκτήτης, μετά από πίεση της ασφάλειας, την ακύρωσε).

luxembourg1.jpg

Εκεί λοιπόν στο «Λουξεμβούργο», τα καλοκαίρια, στο θερινό κομμάτι τους, που κατέληγε στην θάλασσα, μαζεύονταν σχεδόν κάθε βράδυ —αλλά ιδιαίτερα τα σ/κ— η μεγαλοαστική τάξη της Θεσσαλονίκης — δεν υπήρχαν μικροαστοί τότε ή τουλάχιστον κάποιοι που θα μπορούσαν να πληρώσουν τον λογαριασμό. Μεγάλα ονόματα τραγουδιστών περνούσαν από εκεί. Και όχι μόνο Ελλήνων.

Σ εκείνο το σημείο λοιπόν ένας φίλος είχε μια βάρκα ενός θείου του, αραχτή, απέναντι περίπου από το «Λουξεμβούργο». Πολλά βράδια την παίρναμε —τέσσερις μέσα— και, κωπηλατώντας σιγά-σιγά, φθάναμε έξω από το εξωτερικό τοιχάκι του «Λουξεμβούργου». Τόσο κοντά που, αν ήμασταν λίγο πιο τολμηροί, θα τσιμπούσαμε κανένα μεζεδάκι από τα ακριανά τραπέζια. Καθισμένοι μέσα στην βάρκα, που λικνιζόταν στο ελαφρό κυματάκι του Θερμαϊκού, και παρατηρώντας το φωσφορίζον πλαγκτόν σε κάθε κουπιά, ακούγαμε με κατάνυξη.

luxembourg2

Η βραδιά με τον Ντομένικο Μοντούνιο, έναν Ιταλό καλλιτέχνη, αστέρι εκείνης της εποχής, ήταν από τις καλύτερες, με πολλούς συν-τζαμπατζήδες, είτε από την θάλασσα, είτε από τους διπλανούς ταρσανάδες, ανεβασμένοι επάνω σε ετοιμοπαράδοτα, σχεδόν, καΐκια να αποτελούν ένα ιδιαίτερο προσηλωμένο εκκλησίασμα, σε σχέση με τα μαχαιροπήρουνα και τα πιατικά που αντηχούσαν μέσα από το κέντρο και τα χάχανα των ευτραφών κυριών της αστικής κολώνας της πόλης. Καμιά φορά τα γκαρσόνια κυνηγούσαν αυτούς από τον διπλανό ταρσανά, ενώ εμάς δεν μπορούσαν να μας πειράξουν, εκτός αν παρίσταναν τον Τζόνυ Βαϊσμίλλερ.

Και έτσι με τα πρώτα τσιγαράκια της ζωής μας αναμμένα, λικνιζόμενοι και δροσιζόμενοι από το αεράκι του κόλπου , ονειρευόμασταν μια ζωή όπου θα μπορούσαμε να είμαστε και εμείς στα τραπέζια, να ακούμε από καλύτερη θέση, που, ευτυχώς δεν την αποκτήσαμε.

* * *

Οι φωτογραφίες, αμφότερες από το Ζυθεστιατόριον – εξοχικόν κέντρον «Λουξεμβούργον», προέρχονται από το άρθρο της Κύας Τζήμου «Ποιος θυμάται το Λουξεμβούργο;» στο parallaximag.gr

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στοdimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s