Home

leonard_cohen

—της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου—

Μοιάζει, ίσως, με κοινοτοπία, αλλά δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς: ο Λέοναρντ Κοέν, ο θάνατος του οποίου ανακοινώθηκε μόλις σήμερα, παρόλο που συνέβη στις 7 Νοεμβρίου, αποτέλεσε στην ιστορία της ροκ ένα κεφάλαιο μόνος του. Μια εντελώς μοναδική κατηγορία. Όχι επειδή ήταν εξίσου ολοκληρωμένος ποιητής και έξοχος μουσικός –το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τον Ντύλαν και για τον Πολ Σάιμον– αλλά κυρίως γιατί αυτός ο «αρχιερέας του πάθους και της μελαγχολίας» έζησε και μεγαλούργησε επί πέντε δεκαετίες σ’ αυτό το σύμπαν της σχεδόν εξωφρενικής εξωστρέφειας και της λάμψης όντας ο πιο συνεσταλμένος, ο πιο εσωστρεφής, ο πιο διστακτικός, εν τέλει ίσως ο πιο αταίριαστος λειτουργός του.

0914il_cu_cvx_90-web

 

Ο Κοέν ξεκίνησε τη μεγάλη, ισόβια αναζήτησή του από τη λογοτεχνία. Γόνος αστικής εβραϊκής οικογένειας, γεννημένος στο Μόντρεαλ το 1934, είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί απερίσπαστος με το μεγάλο νεανικό του πάθος, την ποίηση. Λάτρευε τον Γέιτς και τον Λόρκα («Λόρκα» ονόμασε και την κόρη του), διάβαζε Τολστόι, Προυστ, Έλιοτ και Πάουντ. Έγραψε κι ο ίδιος ποίηση (η πρώτη του συλλογή δημοσιεύτηκε το 1956), έγραψε μυθιστορήματα (δύο από αυτά, στην Ύδρα), έζησε μέχρι τα πρόθυρα των 30 του σαν μετρίως καταραμένος ποιητής και εν μέρει μποέμ, με σχετική οικονομική ασφάλεια, λάμβανε πάντα εγκωμιαστικές κριτικές για τα γραπτά του, ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι μάλλον δεν θα κατάφερνε ποτέ να ζήσει από το γράψιμο.

cohenexcerpt

 

Τότε έκανε και το άλμα προς τη δισκογραφία. Το 1967, όταν έβγαλε το πρώτο του άλμπουμ, ήταν ήδη 32 χρονών. Η σχέση του με τη μουσική, βέβαια, ξεκινά από πολύ πιο πριν, από τα 15 του και την πρώτη του κιθάρα, «διότι οι κιθάρες έκαναν εντύπωση στα κορίτσια». Έκανε μερικά μαθήματα κλασικής, έμαθε μερικά ακόρντα, έκανε και τρία μαθήματα κιθάρας φλαμένκο. Τέταρτο μάθημα δεν υπήρξε: κάποια στιγμή, ο καθηγητής του, ένας Ισπανός που ζούσε τότε στο Μόντρεαλ, έκανε μέρες να φανεί. Όταν ο Κοέν τον αναζήτησε, πληροφορήθηκε από τη σπιτονοικοκυρά του πως είχε αυτοκτονήσει. «Η ακολουθία εκείνων των έξι ακόρντων που έμαθα τότε αποτέλεσε τη βάση όλων των τραγουδιών μου, όλης μου της μουσικής», έλεγε, πολλά χρόνια αργότερα σε μια ομιλία του.

1066670

 

Η συνάντησή του με τον Τζον Χάμοντ, τον παραγωγό του Ντύλαν, υπήρξε κομβική στιγμή· ουσιαστικά, το ξεκίνημα της μουσικής καριέρας του. Ο Χάμοντ δεν χρειάστηκε ν’ ακούσει παρά δυο-τρία τραγούδια, που του έπαιξε ο Κοέν επιτόπου, στην κιθάρα, στο δωμάτιό του, για να αποφανθεί χαμογελώντας: «ΟΚ, το ’χεις».

leonard-cohen-1974-1200b_24a

Ο Χάμοντ ήξερε και σ’ αυτή την περίπτωση τι έλεγε, και σήμερα είναι σε όλους σαφές πόσο «το ’χε» ο Κοέν. Ωστόσο, αυτό δεν σήμαινε ότι του ήταν και εύκολο. Ένα άλλο στοιχείο, εκτός από το αργό ξεκίνημα, που τον  διαφοροποιούσε πάντα από τους άλλους μεγάλους της ροκ ήταν η παροιμιώδης δυσκολία του επί σκηνής. Συχνά μάλιστα, ήταν κάτι παραπάνω από δυσκολία: ήταν κανονική αδυναμία, ένα πλήρως παραλυτικό τρακ μπροστά στα μεγάλα πλήθη. «Είναι κάτι που πηγάζει από το γεγονός ότι δεν είσαι τόσο καλός όσο θέλεις – αυτό είναι το τρακ», έλεγε κάποτε.

leonard-cohen-essential-song-list-225fa8fa-d261-4ac8-863a-18e1fee79df1

Ο ορισμός του λέει πολλά και για τον τρόπο που αντιμετώπιζε το έργο του γενικά. Μόλις 14 άλμπουμ ηχογράφησε μέσα σε 50 χρόνια καριέρας. Όλα επιτυχημένα, χωρίς ποτέ κανένα να κάνει τις τρελές πωλήσεις που θα τον εκτόξευαν οικονομικά στα υψίπεδα άλλων συναδέλφων του. Ταυτόχρονα όμως, κατάφερνε πάντα να ενθουσιάζει και τους φαν και τους ομοτέχνους του, να δημιουργεί νέο κοινό, ν’ ακούει τα τραγούδια του να διασκευάζονται διαρκώς, και ποτέ να μην γίνεται ο ίδιος σούπερ σταρ, παρά την αναμφισβήτητη προσωπική γοητεία του. Κατά κάποιον τρόπο, ο Κοέν κατάφερε να τεντώσει τα όρια του σοφιστικέ εντός της ροκ ώστε να χωρέσει και ο ίδιος.

lc1

«Δεν ξέρω από πού έρχονται τα καλά τραγούδια», έλεγε. «Αν ήξερα, θα πήγαινα εκεί πιο συχνά». Η ίδια η δισκογραφική του παραγωγή αποδεικνύει πόσο κοπιαστική υπόθεση ήταν για εκείνον το γράψιμο – να νιώσει ικανοποίηση με κάτι που είχε δημιουργήσει. Η σύνθεση, για παράδειγμα, ενός από τα σπουδαιότερα τραγούδια του, του «Hallelujah», στάθηκε τουλάχιστον εφιαλτική διαδικασία, διάρκειας πέντε ετών, που κατά διαστήματα τον έκανε να χτυπάει –κυριολεκτικά– το κεφάλι του στον τοίχο. Ο Κοέν έχει διηγηθεί κάποτε την εξής ιστορία σχετικά μ’ αυτό:

Συζητούσαν με τον Ντύλαν σε ένα καφέ στο Παρίσι, και ο Μπομπ ανέφερε πόσο τον είχε εντυπωσιάσει το «Hallelujah», ο τρόπος που συνύφαινε το ιερό με το κοσμικό. «Πόσο καιρό σου πήρε να το γράψεις;» τον ρώτησε ο Ντύλαν.

«Δύο χρόνια», απάντησε –ψέματα– ο Κοέν και, ανταποδίδοντας τη φιλοφρόνηση, ρώτησε κι εκείνος πόσον καιρό χρειάστηκε ο Ντύλαν για να γράψει το «I and I», που του άρεσε πολύ.

«Δεκαπέντε λεπτά», είπε ο Μπομπ.

Πέρασαν πολλά χρόνια και πολλά live μέχρι να ξεπεράσει στοιχειωδώς το άγχος επί σκηνής. Κι ακόμα περισσότερα για να ξεπεράσει το άγχος, γενικά. Παρόλο που, μέχρι το τέλος της ζωής του, είχε την έγνοια να ολοκληρώνει πράγματα, δεν είχε πια, όπως έλεγε «εκείνη τη φωνή να μου λέει διαρκώς “Σκατά τα ’κανες”. Τεράστια ευλογία αυτό. Αλήθεια».

leonard-cohen-live

 

Για πολλούς, ο απλούστερος χαρακτηρισμός του Κοέν είναι ότι «γράφει τραγούδια για να κόβεις τις φλέβες σου». Εννοείται πως κι ο ίδιος ο Κοέν είχε συνείδηση του αντίκτυπου των τραγουδιών του και της έξωθεν εικόνας του: «Τραγουδάω σοβαρά τραγούδια και είμαι σοβαρός επί σκηνής γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς», έχει δηλώσει σε κάποια συνέντευξη. Δεν θεωρούσε ωστόσο ότι τα τραγούδια του ήταν «καταθλιπτικά». «Η σοβαρότητα, όχι η κατάθλιψη, είναι το χαρακτηριστικό της δουλειάς μου. Νομίζω πως υπάρχει και η χαρά που πηγάζει από τη σοβαρότητα». Ή, για να γίνει πιο σαφής: «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου απαισιόδοξο. Νομίζω πως ο απαισιόδοξος είναι κάποιος που περιμένει να βρέξει. Εγώ νιώθω ήδη μούσκεμα».

* * *

Suzanne

—του Γιώργου Θεοχάρη—

Η Suzanne αγαπήθηκε όσο λίγα τραγούδια του στην από κάθε άποψη μεγάλη καριέρα του Cohen. Το γεγονός ότι επισήμως έχει διασκευαστεί 124 φορές κάτι λέει. Πρώτη το τραγούδησε η φολκ τραγουδίστρια Judy Collins το 1966 (στο άλμπουμ Inmy Life) και την επόμενη χρονιά το είπε ο ίδιος στο πρώτο του άλμπουμ Songs ofLeonard Cohen. Οι στίχοι προϋπήρχαν της μελωδίας: είχαν δημοσιευτεί ως ποίημα με τον τίτλο “Suzanne Takes You Down” στη συλλογή του 1966 Parasites ofHeaven. Και ποια είναι αυτή η Suzanne, ε;

Suzanne Elrod

Ο Cohen έχει γράψει πολλά (και καλά) τραγούδια για τις κατά καιρούς γυναίκες του. Λ.χ., το “So Long, Marianne” είναι γραμμένο για τη Νορβηγίδα φίλη του Marianne C. Stang Jensen Ihlen, με την οποία έζησε μέρος της δεκαετίας του’ 60 στο σπίτι του στην Ύδρα∙ το “Chelsea Hotel No 2” για την Janis Joplin∙ το “Dance me to the End of Love” για τη Γαλλίδα φωτογράφο Dominique Issermann∙ ολόκληρο το άλμπουμ Future είναι αφιερωμένο στην ηθοποιό Rebecca De Mornay. Εν ολίγοις, δεν του βγήκε το παρανόμι A Ladies’Man για πλάκα.

Και η Suzanne; Η μητέρα των δύο παιδιών του και η μόνη γυναίκα την οποία παραλίγο να παντρευτεί λέγεται Suzanne Elrod, αλλά το τραγούδι δεν είναι γραμμένο για κείνην, είχε γραφτεί πριν μπει στη ζωή του αυτή η Suzanne. Τότε;

Suzanne Verdal

Στα μέσα των 60s ο Cohen έκανε παρέα με τον γλύπτη Armand Vaillancourt, ο οποίος τότε ήταν ζευγάρι με την Suzanne Verdal – σε αυτήν αναφέρονται οι στίχοι του τραγουδιού.  Και η Suzanne και ο Leonard έχουν δηλώσει πολλές φορές έκτοτε ότι η σχέση τους ήταν πλατωνική (ο Armand δεν ξέρω αν έχει πάρει θέση επί του θέματος). Το μόνο που έκαναν ήταν να πίνουν τσάι και να τρώνε πορτοκάλια στο διαμέρισμα της Suzanne, στο λιμάνι του Μόντρεαλ. Όσοι πιστοί πλατωνιστές (και οι άπιστοι αριστοτελικοί επίσης) μπορείτε να διαβάσετε τους στίχους εδώ.

Η Suzanne Verdal σε συνέντευξη του 2006 είπε πως, παρότι το τραγούδι επιτρέπει παρερμηνείες (έλα!) ποτέ δεν έκανε τίποτα με τον Cohen. Ακόμα πιο πριν, ο Cohen σε συνέντευξη του 1994 είπε ότι μόνο στη φαντασία του είχε κάνει σεξ με τη Suzanne γιατί κανείς από τους δυο τους δεν είχε τέτοια προδιάθεση – χώρια που δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία!  (Σύμφωνοι, έπιναν τσάι, τελεία και παύλα, εμπεδώσαμε.)

Η Suzanne λέει επίσης ότι από τότε που το τραγούδι έγινε επιτυχία έχει συναντήσει μόλις δύο φορές τον Cohen: στα 70s σε μία συναυλία και στα 90s όπου εκείνη χόρευε κι εκείνος, αν και την είδε, ούτε που της μίλησε – δεν έδειξε καν ότι την αναγνώρισε.

Ένα παράπονο πάντως το έχει η Suzanne: δεν έβγαλε δεκάρα από αυτή την ιστορία. Από την άλλη, ούτε κι ο Cohen έβγαλε λεφτά από αυτό γιατί τον έπιασαν κορόιδο με τα δικαιώματα. Ο ίδιος έχει πει ότι καλύτερα έτσι: δεν θα ήταν σωστό να πλουτίσει από ένα τραγούδι που αγαπήθηκε τόσο.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Μουσική

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s