Home

—ένα διήγημα του Γιώργου Γλυκοφρύδη—

Έβρεχε αρκετά. Αν και όχι ενοχλητικά. Μπορούσες άνετα να περπατήσεις. Και ήταν έως και όμορφα. Αν και όχι και τόσο γιατί ήταν νύχτα. Και είχε και βαριά ομίχλη και κρύο. Βροχή και ομίχλη πώς συνδυάζονταν, δεν του ήταν εύκολο να καταλάβει, αλλά, συνέβαινε, τι να γίνει. Και το νερό της βροχής, μαζί με την θαμπάδα της ομίχλης και τον παγετό, έκαναν το καλντερίμι να γλιστρά επικίνδυνα.

Παλιό καλντερίμι. Κάθε πέτρα του, πλάκα τάφου. Αν και όχι ανθρώπου. Σκύλου ίσως. Ή μωρού σαύρας. Άλλωστε είχε σαύρες η περιοχή. Τεράστιες. Και πιθανότατα σαρκοφάγες. Αν κρίνει κανείς από τους θρύλους που κυκλοφορούσαν.

«Δεν έχω σταματήσει να σ’ αγαπώ. Αυτό τουλάχιστον πρέπει να το ξέρεις», του είχε πει πριν από πέντε λεπτά η εδώ και δύο χρόνια αγάπη του. Η «για πάντα». Και τον είχε φιλήσει στο μάγουλο και είχε ανοίξει την ομπρέλα της και είχε φύγει. Πιθανότατα, για πάντα.

Και είναι αλήθεια πως, συνήθως, αυτά υπό βροχή συμβαίνουν. Δηλαδή, βρέχει όταν συμβαίνουν, είναι η αλήθεια. Ή, τέλος πάντων, είναι γεγονός. Οπότε, έτσι και τώρα, του είπε πως: «Δεν έχω σταματήσει να σ’ αγαπώ. Αυτό τουλάχιστον πρέπει να το ξέρεις» — υπό βροχή, και μαζί με την ομίχλη και το κρύο.

Κι όλα αυτά σ’ εκείνο το μεσαιωνικό στενό. Στο καλντερίμι επάνω. Δυο δρόμους από την κεντρική πλατεία της μεσαιωνικής πόλης. Με το λιγότερο πέντε αιώνες ηλικία για το κάθε σπίτι με τον γυρτό τοίχο.

Οπότε τώρα, έπρεπε να σύρει τα πόδια του παρόλο το τσακισμένο του στήθος, με πόνο βαθύ σα καρδιά που βούλωσε και δεν τράβαγε άλλο, ή, η αλήθεια ήταν, σα πνεύμονας κομμένος στα δύο από βαρύ ασημένιο μαχαίρι. Σαν αυτό που (τουλάχιστον έτσι λένε στα χωριά) χρησιμοποιούν για να σκοτώσουν βρικόλακες. Με τον σταυρό στην λαβή, και την λάμα να κατεβαίνει με διπλή γλώσσα στην ακμή της. Έτσι ώστε στο έβγα, μετά την μαχαιριά, να τραβήξει και εντόσθια μαζί. Συνήθως κομμάτια της καρδιάς μαζί με αρτηρίες.

Αλλά τα κατάφερνε. Να σύρει τα πόδια του.

Αλλά η ομίχλη είχε αρχίσει να τον τυλίγει. Είχε αρχίσει να γίνεται τόσο παχιά, που τον έθαβε μέσα της. Μέχρι που βάρυνε επάνω του. Οι γάμπες του άρχισαν να τρέμουν και τα πόδια λύγιζαν. Πλησίαζαν τα γόνατα το ένα το άλλο. Κρατήθηκε στον πρώτο τοίχο που ήταν στ’ αριστερά του. Ένιωσε βρύα και λειχήνες και γλιστερές πέτρες. Γύρισε να κοιτάξει. Το χέρι του βούλιαξε στον τοίχο. Φώναξε αλλά τα γόνατά του δεν σηκώθηκαν. Μόνο η αναπνοή του μαζεύτηκε. Τράβηξε το χέρι του με δύναμη αλλά αυτό αντί να βγει από τον τοίχο μπήκε ακόμη πιο μέσα. Γονάτισε κάτω. Ένιωσε τις πέτρες να του χαμογελούν χαμηλά. Φώναξε ξανά. Αλλά το χέρι πήγε ακόμη πιο μέσα. Τον ρούφαγε το σπίτι.

Σηκώθηκε προσπαθώντας να ξεφύγει μ’ ένα τίναγμα.

Ο τοίχος τον άρπαξε και τον γύρισε με την πλάτη και τον κόλλησε επάνω του. Τα βρύα τον αγκάλιασαν και τον τύλιξαν. Ένιωσε το σάπιο πράσινο να μπαίνει μέσα του. Να του κόβει κομμάτι στήθους και να τον τραβά στο βάραθρο.

Φώναξε ξανά. Αλλά μάταια. Ένα κλαδί μπήκε στον λαιμό του. Και κατέβαινε τον οισοφάγο του. Του έσφιξε τον λάρυγγα και ένα άλλο τον τρύπησε στην κοιλιά. Τα πόδια του κόπηκαν.

Άρχιζε να μουγκανίζει. Δεν ήταν ο πόνος. Ήταν η κόλαση που μάλλον τον έπαιρνε.

Άκουσε έναν βόρβορο ν’ αναπνέει και ο τοίχος έκλεισε γύρω του.

Μηδέν.

Τάφος.

Μαύρο.

Αλλά μπορούσε ν’ αναπνέει.

Μηδέν.

Σιωπή.

Άνοιξε τα μάτια του που για κάποιον λόγο άνοιγαν. Και είδε λευκό φως. Και σκιές λιγότερο λευκές από το λευκό. Ισχνές. Τριχοειδής παρουσίες στο πάλλευκο. Κι υπήρχε θρήνος και καθόλου κρύο. Και καθόλου κούραση. Και μηδέν πόνος. Αλλά θρήνος πολύς. Ως κόντρα μπάσο, από κάποιον ουράνιο θόλο που δεν φαινόταν.

Η φωνή που θρηνούσε έγινε πιο ψηλή. Της ερήμου. Των θυσάνων. Πάλι του χαμογελούσε κάτι. Αλλά αυτή τη φορά ήταν το λευκό. Οι ισχνές υπόλευκες ψυχές έγιναν περισσότερες. Περπατούσαν προς εκείνον.

Στο κλάσμα πάνω, μία ήταν μπροστά του. Αν όχι κολλητά του. Σε απόσταση ανάσας. Με δόντια που κρέμονταν και μαλλιά σάπια. Στο σάπιο της σκουριάς. Έκανε να φωνάξει αλλά ο λαιμός του ξεκόλλησε και το κεφάλι του έπεσε κάτω. Το ένιωσε αυτό. Κοιτούσε την ψυχή από κάτω προς τα επάνω. Κι εκείνη τον κοιτούσε σκυμμένη με σάλια που της έτρεχαν.

Κι άλλος θρήνος. Με υπόκωφες κραυγές.

Η ισχνή ψυχή έβγαλε ένα χέρι με δέκα δάχτυλα και το βύθισε στο στήθος του. Αυτό δεν το ένιωσε. Το είδε. Είδε το στήθος του να διαρρηγνύεται ενώ το χέρι της έφτασε στο κεφάλι του. Το πέρασε μέσα από τον λαιμό του και το έβγαλε από τα μάτια του. Και στο αναμεταξύ, ταυτόχρονα, ήχοι από κρέας και γλοιώδη εντόσθια που κυλάνε κάτω στο μάρμαρο. Και τότε, αφού έτσι μπορούσε να βλέπει με τα μάτια της, εκείνη του μίλησε.

Κι έβλεπε το πρόσωπό του να πρέπει να απαντήσει.

Και η ψυχή κούνησε τα  σαγόνια της. «Νόμιζα πως τα ξέρεις όλα».

Το πρόσωπό του, κούνησε κι εκείνο τα σαγόνια του, αλλά δεν μπόρεσε να πει τίποτε.

«Δεν θα μου πεις;»

Το πρόσωπό του κουνήθηκε να βγάλει το χέρι της αλλά δεν τα κατάφερε.

Η ψυχή έφυγε μόνη της. «Νόμισα πως είσαι ο μόνος. Ο μοναδικός. Και με απογοήτευσες. Πολύ. Δεν σε πιστεύω πια. Ό,τι κι αν μου πεις, δεν σε πιστεύω», του είπε πριν του δώσει το φιλί στο μάγουλο. «Δεν έχω σταματήσει να σ’ αγαπώ. Αυτό τουλάχιστον πρέπει να το ξέρεις», συμπλήρωσε, και του έδωσε το φιλί, κι έκλεισε την ομπρέλα της κι έφυγε.

Έπεσε κάτω. Μάζεψε το βλέμμα του και το πρόσωπό του κι έπεσε κάτω. Έμεινε εκεί ξαπλωμένος. Κάτω. Στο καλντερίμι. Παγωμένος. Τόση ώρα είχε παγώσει. Λογικό. Τόση ώρα ξαπλωμένος στην μέση του δρόμου είχε παγώσει. Και σηκώθηκε. Έβγαλε μια ανάσα και σηκώθηκε.

Πεντακάθαρα όλα. Μέχρι και τα αυτοκίνητα στο κοντινό αυτοκινητόδρομο άκουγε. Ο ουρανός κρύσταλλο μαύρο. Αλλά χωρίς αστέρια.

Η πανσέληνος τεράστια. Γιγάντια. Ανάγλυφη. Διέκρινε κρατήρες και βουνά. Και λευκές πεδιάδες. Λόφους ρεγόλιθου. Κάθετες ακίνητες σκιές. Στον τόπο του απόλυτου λευκού και του απόλυτου μαύρου. Θάλασσες παλιών ηφαιστείων και κατάμαυρα πηγάδια πιθανού νερού. Και κρύο. Τρομαχτικό κρύο. Το νεκρό κρύο το ακίνητο. Του θανάτου στα 8 δευτερόλεπτα, αν κατά Θεϊκή λάθος τύχη ή και κατάρα ανθρώπινη, ανοίξει τρύπα στην στολή σου ή ραγίσει το γυαλί στο σκάφανδρό σου. Πόσο μάλλον να τσακίσει η χρυσή προμετωπίδα σου να σκάσει πάνω σου το φως του ήλιου, καθαρή ατσάλινη λάμα, να ξυρίσει την ύπαρξή σου.

Έσκυψε κάτω. Γονάτισε κι άλλο. Κοιτούσε το ρυάκι της βροχής που είχε τελειώσει, να λάμπει.

Γέλασε ξερά.

Την είδε να κατεβαίνει κόντρα στο τρισδιάστατο γιγάντιο φεγγάρι. Με μαύρα κουρέλια για ρούχα και με τα φτερά της να χάνουν κομμάτια στα ρεύματα του ανέμου. Και το ξίφος της, μακρύ ως σάρισα, ως πτερύγιο εξισορρόπησης να το έχει, παρά ως όπλο. Κατέβηκε δίπλα του. Μύριζε άγουρη καταιγίδα αλλά δεν έδωσε σημασία. Πανέμορφη ήταν ούτως ή άλλως. Έβαλε το χέρι της στο κεφάλι του. «Έχεις πολύ πλάκα… Χαζεύεις την πανσέληνο, ρομαντικά… Και εσύ. Όπως όλοι οι άνθρωποι. Το Διάστημα. Και καλά. Το χάος. Χαχα. Φιλοσοφικά. Το Διάστημα. Αστεία είναι η ράτσα σας. Το Διάστημα είναι ο Θάνατος. Και η Σελήνη ένας από τους τόπους του. Θέλεις να πάμε; Έλα. Χωρίς στολή. Τι; Φοβάσαι;»

«Δεν χάζευα τίποτε. Δεν φοβάμαι τίποτε. Εσένα σκεφτόμουν κοιτώντας το φεγγάρι».

«Εγώ τελείωσα. Σου το είπα. Να βρεις άλλη».

«Δεν θέλω. Εσένα θέλω».

Σήκωσε το ξίφος της και το κατέβασε στον λαιμό του άξαφνα, σχεδόν χωρίς χρόνο. Το κεφάλι του κύλησε κάτω μ’ έναν ξερό ήχο και το σώμα του έγειρε κι ακούμπησε στο καλντερίμι.

Αίμα δεν φάνηκε. Ή ανακατεύτηκε με το λαμπερό ρυάκι της βροχής._

15085636_10209478414972097_8546140403902518091_n

* * *

Εδώ άλλες ιστορίες

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

One thought on “The Dragon Effect

  1. Παράθεμα: The Dragon Effect — dimart | ΤΡΕΛΛΗ ΣΑΡΑΝΤΑΡΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s