Home

cover-jpeg

Σήμερα, Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017 στις 7 μ.μ., ξεκινά η έκθεση GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη. Το dim/art είναι χορηγός επικοινωνίας της έκθεσης και παρουσιάζει μερικές από τις ενότητες – περίπτερα.

Το περίπτερο για τη γλώσσα, που επιμελείται η Μαρία Τοπάλη, δεν έχει τον δικό του τόπο μέσα στην έκθεση και τα κύρια εκθέματα θα παρατεθούν στον κατάλογο της έκθεσης, θα είναι, όμως, πολλαπλώς ενεργό σε ολόκληρη τη διαδρομή. Ένθετα στίκερς σε διάφορα σημεία της διαδρομή που θα πλέκουν ρητορικές και γλωσσικές περιοχές που τις νομίζουμε αντίπαλες, ανακοινώσεις από τα ηχεία που θα μιξάρουν εμβληματικές φωνές και φράσεις του ’80 και απρόσμενες απαγγελίες γλωσσικών συναντήσεων του ’80 από ηθοποιούς σε άλλα περίπτερα θα υποκαταστήσουν τη χωρική παράθεση του κειμένου από την πρωταρχική εντύπωση του ήχου και την προφορικότητα της γλώσσας.

Η γλώσσα στη δεκαετία του 80. Αλλαγή και ομογενοποίηση, κλεψύδρα και μπλέντερ

—της Μαρίας Τοπάλη—

Η δεκαετία του 80 είναι, στο πλαίσιο που μας απασχολεί, μια περίοδος βαθιού μετασχηματισμού του πολιτισμικού πεδίου στην Ελλάδα, το οποίο νοείται εδώ ως ένα σύνολο που περιλαμβάνει τη γλώσσα, τα ήθη, την καλλιτεχνική έκφραση, την αισθητική. Είναι ένα διάνυσμα πατημένο με παχύ μαρκαδόρο έντονου χρώματος: από —> έως. Η συγκεκριμένη δεκαετία είναι, λοιπόν, το θέατρο μιας εξέλιξης που, σε γενικές γραμμές, θα μπορούσε να περιγραφεί ως μετάβαση από μιαν έντονα παραδοσιακή-παλιομοδίτικη-αυταρχική κοινωνία προς μια κοινωνία μοντέρνα-σύγχρονη-χειραφετούμενη (διαλέγω επίτηδες τη μετοχή ενεστώτα «χειραφετούμενη», γιατί είναι ένα ερώτημα κατά πόσον και προς ποια κατεύθυνση οδηγήθηκε (και οδηγείται και σήμερα) η διαδικασία της χειραφέτησης. Αναμφισβήτητα, πάντως, ξεκίνησε τότε, το 80, και πουθενά αλλού ίσως δεν αποτυπώνεται τόσο έντονα και καταλυτικά όσο στη γλώσσα και, επίσης, στη μόδα.

Για να περιγράψουμε αδρά αυτόν τον μετασχηματισμό, θα μπορούσαμε να φανταστούμε μιαν οριζόντια κλεψύδρα. Στο αριστερό μέρος, βρίσκονται οι διάφορες γλώσσες που «ίσχυαν» πριν και μέχρι το ’80: η επίσημη γλώσσα του κράτους, η γλώσσα της εκπαίδευσης, η γλώσσα της πολιτικής, η ραδιοτηλεοπτική γλώσσα, η γλώσσα της λογοτεχνίας, η γλώσσα του τραγουδιού, οι τοπικές διάλεκτοι, η καθομιλουμένη στις πόλεις με τις διάφορες αποκλίσεις, οι διάφορες αργκό, τα λεξιλόγια, δηλαδή, των εκφάνσεων της νεανικής κουλτούρας και της υποκουλτούρας (χούλιγκανς, ροκάδες, κλπ). Μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την απαρίθμηση και την περιπτωσιολογία αλλά και από αυτή την εκδίπλωση και την περιγραφή των χαρακτηριστικών της κάθε μιας από αυτές τις «γλώσσες» έχει το γεγονός ότι, μέχρι τη δεκαετία του ’80, στο αριστερό, δηλαδή, μέρος της πλαγιασμένης κλεψύδρας, τα επιμέρους σύνολα είναι λίγο-πολύ κλειστά. Είναι καθορισμένα και στεγανά. Δεν αναμιγνύονται, δεν επικοινωνούν. Η επιλογή της γλώσσας, όπως και του στιλ, του ντυσίματος κλπ, συνδέεται με συγκεκριμένους ρόλους αλλά και συγκεκριμένες πολιτισμικές, κοινωνικές, αξιακές επιλογές. Τα πράγματα είναι στη θέση τους και υπάρχει και ιεραρχία.

Ο λαιμός της κλεψύδρας είναι η δεκαετία του ’80. Εκεί, όμως, εξελίσσονται ταυτόχρονα δυο διαφορετικές διαδικασίες μετάλλαξης και μετάβασης.

  1. Αλλάζοντας με τον καιρό, αφού ο καιρός αλλάζει

Η μία διαδικασία είναι λίγο-πολύ αναμενόμενη: ο χρόνος κυλά, τα πράγματα αλλάζουν, η γλώσσα αλλάζει και αυτή. Η γλώσσα επιδρά στον κόσμο που την αλλάζει και τον αλλάζει, με τη σειρά της. Σε αυτό το πεδίο καθώς και στο πεδίο των συμβόλων, με το οποίο η γλώσσα συνδέεται στενά, καταγράφονται στη δεκαετία του ’80 πολλές επιμέρους μεταβάσεις του τύπου «από-έως».

Χρησιμοποιώντας χαρακτηριστικά παραδείγματα, θα επιχειρήσουμε να δώσουμε εδώ μια γεύση των αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν, ενώ ο επισκέπτης της Έκθεσης θα έχει την ευκαιρία να πάρει μιαν ανάλογη γεύση με τη βοήθεια ηχητικών ντοκουμέντων και οπτικής αναπαραγωγής του λεξιλογίου της δεκαετίας του ’80.

Η δεκαετία ξεκινά στο συμβολικό επίπεδο με το «δεν θέλω ου» του Γ. Ράλλη στην προεκλογική ομιλία του Ηρακλείου, τον Οκτώβριο του ’81. Στην ίδια αυτή ομιλία, βέβαια, το «πολιτισμένο» «δεν θέλω ου», συνυπάρχει με συμφραζόμενα μιας σκληρότατης και αναχρονιστικής δεξιάς ρητορικής. Μολονότι, άλλωστε, ο κυρίαρχος τρόπος εκφοράς του πολιτικού λόγου σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας παραμένει «καθωσπρέπει» και «παλιομοδίτικος», ο ασκός του Αιόλου ανοίγει, επί της ουσίας, με τα έντυπα Αυριανή και Φίλαθλος, που, υπό το πρόσχημα της εκλαΐκευσης, εκχυδαΐζουν ραγδαία τον δημόσιο λόγο ενώ είναι, ταυτόχρονα, γνωστή η εμπλοκή τους με την πολιτική και μάλιστα με συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.

Όταν ξεσπά το σκάνδαλο Κοσκωτά, το αυριανικό ύφος θα συμπαρασύρει σε κάποιο μέτρο τον ελληνικό τύπο στο σύνολό του, ευνοούμενο και από την επικράτηση του ταμπλόιντ. Η έναρξη της ιδιωτικής ραδιοφωνίας και, αργότερα, της τηλεόρασης θα συμβάλει καθοριστικά αν όχι στον εκχυδαϊσμό, σίγουρα όμως στην επικράτηση μιας πολύ μεγαλύτερης επιτρεπτικότητας, μιας άτυπης χαλαρότητας που, αργότερα, θα μετατραπεί και σε ασυδοσία των ανεξέλεγκτων και ισχυρών μέσων.

Σχηματικά θα λέγαμε ότι καθώς σχήματα και δομές που συνδυάζονται με συγκεκριμένες (καθωσπρέπει, παλιομοδίτικες, «καθεστωτικές») εκδοχές της γλώσσας επιμένουν σε στάσεις αυταρχισμού και ακαμψίας – δείγμα της στάσης αυτής είναι κατεξοχήν η επίμονη άρνηση φιλελευθεροποίησης του ραδιοτηλεοπτικού χώρου και κατάργησης του κρατικού μονοπωλίου στα ΜΜΕ- επόμενο είναι τα σχήματα και οι δομές που θα τα διαδεχθούν να υπερβάλουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η άκαμπτη γεροντοκόρη των αυστηρών αρχών θα μετατραπεί εύκολα σε ελευθέρων ηθών· ό,τι ενδιάμεσο, θα τρωθεί ως ελιτίστικο και θα καταστεί, στην πορεία, ευάλωτο και ζητούμενο.

wp_20161020_16_18_01_pro

Η Αυριανή και ο Φίλαθλος θα νομιμοποιήσουν την «ατμόσφαιρα γηπέδου» στον δημόσιο λόγο. Μέσα της θα νιώσουν άνετα εκατομμύρια πολίτες που μπορούν τώρα να αφήσουν πίσω ή να καμουφλάρουν λεξιλόγια που παρέμεναν ως τότε απολύτως αναφομοίωτα, πχ τοπικές διαλέκτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, και πάλι, η διάδοση των εντύπων αυτών ανάμεσα σε ομάδες με ιδιαίτερη καταγωγή και γλώσσα, όπως οι Πόντιοι, που παρέμειναν μέχρι την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία απολύτως περιθωριοποιημένοι (ο Σαββόπουλος το εκφράζει πολύ καίρια με τους στίχους «Οι μειοψηφίες / τάγματα ξυπόλητα/ σκαρφαλώνουν μέσα/ σε σκοτάδια απόλυτα» («Τραπεζάκια έξω», 1983). Ο (ποντιακής καταγωγής) Χάρυ Κλυν θα μπει δυναμικά στο παιχνίδι των σλόγκαν, προβάλλοντας εμφατικά και την ποντιακή ταυτότητα. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι η συγκεκριμένη μειονότητα παρέμενε σε μιαν ιδιότυπα αιδήμονα αφάνεια από τα τέλη της δεκαετίας του ’20, μέχρι την επίσκεψη του Παπανδρέου-πρωθυπουργού (για πρώτη φορά!) στη Σουμελά (επίσης τη δεκαετία του ’80) και την παράλληλη ανάδυση φαινομένων τύπου Χάρυ Κλυν.

Η προσπάθεια του Χατζιδάκι να διεκδικήσει, αργότερα, στον Σείριο, ένα κόσμιο ύφος, όχι μόνον είναι εκ των προτέρων περιθωριοποιημένη αλλά και οι αναφορές της είναι αμφίβολης στερεότητας, μεγαλώνοντας τη σύγχυση σε ένα κοινό που γνώρισε και αγάπησε τον Χατζιδάκι ως κατεξοχήν λαϊκό μέσω του ελληνικού κινηματογράφου και με τη φωνή της Αλίκης Βουγιουκλάκη: ποιος, άραγε, με ποια χαρακτηριστικά, θα όφειλε να ταυτιστεί με μιαν άλλη, όχι ιδιαίτερα οικεία χατζιδακική εκδοχή και να υποστηρίξει τη δεύτερη σε βάρος της πρώτης; Η Αυγή, πάντως, η κατεξοχήν ελίτ εφημερίδα του κατεξοχήν ελίτ-χώρου, του πάλαι ποτέ ΚΚΕεσ. και στη συνέχεια της ΕΑΡ, υποχωρεί το 1989, μεσούντος του σκανδάλου Κοσκωτά, στη γοητεία πρωτοσέλιδων που ελαφρο-κιτρινίζουν: «Μετά τις κασέτες και την τσόντα, ο τζόγος», είναι ο υπέρτιτλος την Παρασκευή, 16 Ιουνίου (αρ.φυλ. 4531) ενώ στον τίτλο διαβάζουμε: «ΤΟ ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ! Βουδούρης: 20.000.000 Λαλιώτης: Τα βλέπω….»

Ανάλογες θα είναι οι εξελίξεις και στο τραγούδι ή τη διαφήμιση: ο Χάρυ Κλυν εισάγει με ευφυές χιούμορ ένα χαλαρό, οριακά μόνον χυδαίο λεξιλόγιο, λαϊκού ύφους αλλά όχι παλιομοδίτικο!, με εμφανή, όπως είπαμε, τα στοιχεία της ιδιαίτερης προσφυγικής καταγωγής και ταυτότητας, μάγκικο αλλά επινοημένο, όχι πηγαίο, όπως θα ήταν αν προερχόταν απευθείας από μια υποκουλτούρα (πχ παλιά ρεμπέτικα) ενώ ο Σαββόπουλος, πρώην εκπρόσωπος μιας ριζοσπαστικής νεανικής κουλτούρας ενηλικιώνεται καθυστερημένα (στα 40 του χρόνια) και τραγουδά, σε εθνικό πλέον ακροατήριο: «σας γαμώ τα λύκεια». Ο Τζίμης Πανούσης κάνει κι αυτός τη δουλειά του μπολιάζοντας τον δημόσιο λόγο με στίχους-φράσεις όπως «κι εγώ σ’ αγαπώ γαμώ το Χριστό μου» (1980). Υφίσταται αρχικά λογοκρισία, η οποία όμως φθίνει σταδιακά μέχρι τα μέσα της δεκαετίας. Ο κύβος ερρίφθη, τα υπόλοιπα είναι θέματα χρόνου και επιταχύνσεων.

Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις χειραφέτησης και εκλαΐκευσης και μέσω της αθυροστομίας και της βωμολοχίας, προσπάθειες που εκπορεύονται είτε από το μεσαιοταξικό αίτημα του «λαϊκού» είτε από την (υπο)κουλτούρα της αμφισβήτησης, θα υψωθεί ξύλινο, ανελαστικό, γελοίο εξαρχής το γλωσσικό μοντέλο του Προέδρου της Δημοκρατίας Σαρτζετάκη και μιας ακατάληπτης (;) σχολικής γλώσσας, όπως αποτυπώνεται στην περίφημη έκθεση, στο θέμα της οποίας συμπεριλήφθηκαν λέξεις όπως «αρωγή» και «ευδοκίμηση». Τη θέση της παλαιάς καθαρεύουσας μοιάζει να παίρνει πλέον η άκαμπτη αυτή σχολική γλώσσα, που δεν θα επιβιώσει στην επόμενη χιλιετία.

  1. Η δεκαετία του ’80 ως γλωσσικό μπλέντερ

Η δεκαετία του 80, με άλλα λόγια ο λαιμός της οριζόντιας κλεψύδρας μας, δεν οδηγεί, όμως, απλώς σε διαφορετικές γλώσσες στο δεξί της μέρος, όπου ξεκινά η δεκαετία του 90. Δεν έχουμε μονάχα την αντικατάσταση ενός ή περισσότερων λεξιλογίων από κάποια άλλα. Στη δεξιά μεριά της κλεψύδρας παραμένουν πολλές μικρές κατακερματισμένες γλώσσες, κυρίως όμως έχουμε μια σημαντική κατάργηση των συνόρων μεταξύ τους και, κατά συνέπεια, ανάμιξη και σταδιακή ομογενοποίηση μεγάλου μέρους της γλώσσας (και του πολιτισμού) σε ένα ετερόκλιτο, κάπως άναρχο και μάλλον χαλαρό υφολογικά νέο γλωσσικό σύμπαν. Είναι ένα φαινόμενο που αναλογεί στη νέα, ταχέως διογκούμενη Μεσαία Τάξη, που δοκιμάζει βουλιμικά απ’ όλους τους μεζέδες, καταναλωτικούς και μη, και επιχειρεί να συγκεράσει πλήθος ετερόκλιτων προελεύσεων και ζητούμενων. Κατά τούτο, η δεκαετία του 80 υπήρξε και ένα τεράστιο μπλέντερ. Η γλώσσα που βγήκε από αυτό το μπλέντερ είναι πλέον ευρύτατα συμπεριληπτική όσον αφορά ομάδες, επιμέρους κουλτούρες και διαφορετικές ταυτότητες. Πρόκειται για μια πορεία που οδηγεί, από τα τέλη της δεκαετίας του 80, στη γλώσσα όπως την γνωρίζουμε σήμερα.

Σημαντικό ρόλο παίζουν εδώ παράγοντες όπως η τηλεόραση, που διαχέει συγκεκριμένο γλωσσικό στιλ, ατάκες, διαφημιστικά σλόγκαν κ.λπ. σε διαφορετικούς τόπους και ομάδες πληθυσμού. Συμβάλλουν ακόμη εξελίξεις όπως η σταδιακή νομιμοποίηση της νεανικής κουλτούρας της αμφισβήτησης. Αν ο Τζίμης Πανούσης βρίσκεται αντιμέτωπος με τη λογοκρισία για το «κι εγώ σ’ αγαπώ γαμώ το Χριστό μου» στις αρχές της δεκαετίας του ’80, κι αν η λέξη «μαλάκας» χρησιμοποιείται επαρκώς παραλλαγμένη στη σάτιρα του Χάρυ Κλυν και στη διαφήμιση, ο Μηλιώκας τραγουδά ανεμπόδιστα «σιγά-σιγά θα μας πούνε και μαλάκες», στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Προηγείται (πάντοτε) ο Σαββόπουλος, που δεν τραγουδά απλώς αλλά «παίζει» τον στίχο: «κι όλοι μου οι φίλοι απορούν/ τί κάνει ετούτος ο μ (αδιόρατη παύση-δισταγμός) αλάκας» (Τραπεζάκια έξω). Το κλάσμα δευτερολέπτου ανάμεσα στο «μ» και το «α» αυτού του στίχου, όπως το τραγουδά και το παρασταίνει ο Δ.Σ. είναι η στιγμή του πολιτισμικού μεταιωρισμού της δεκαετίας.

Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 80 η νεανική κουλτούρα μαζί με μια γενικότερη κοινωνική φιλελευθεροποίηση μοιάζει να εμπεδώνεται: είναι επόμενο η γλώσσα να εκφράζει τα φαινόμενα αυτά και να αλληλεπιδρά μαζί τους. Ό,τι στις αρχές της δεκαετίας θα αποτελούσε ακραίο, περιθωριακό φαινόμενο και θα απειλούνταν με ποινική δίωξη, μετατρέπεται στα τέλη της δεκαετίας σε εξωτικό, λαχταριστό μεζεδάκι ή αξεσουάρ που θα εμπλουτίσει το λεξιλόγιο (το τραπέζι, τη γκαρνταρόμπα). Εδώ, η δεκαετία του ’80 λειτουργεί κατεξοχήν ως χωνευτήρι, με έναν τρόπο που έχει προοικονομίσει ο Σαββόπουλος (και πάλι), με τους ιδιοφυείς στίχους του «Ολαρία-Ολαρά» (1972, «Βρώμικο Ψωμί»): «ο Μαρκήσιος ντε Σαντ μ’ ένα χίπη/ ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά/ ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη/κι η παρθένα με τον Σατανά/όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα/ και το χιόνι πέφτει από ψηλά/ τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα/ κι η κοπέλα μου αστράφτει από χαρά».

Ο Σαββόπουλος αγγίζει εδώ τα όρια της κυριολεξίας, αφού η εξέλιξη που πυροδοτήθηκε θα βρει ήδη στα μέσα της δεκαετίας του 90 απτή επιβεβαίωση του «ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη», καθώς τα φεστιβάλ της ΚΝΕ θα ανοίξουν τις πύλες τους σε μουσικά γκρουπ της νεανικής υποκουλτούρας. Η ΚΝΕ, χωρίς καμία υποχώρηση στα δύσκολα ιδεολογικά μέτωπα που έχει ανοίξει η πτώση του τείχους, θα πραγματοποιήσει με αξιοθαύμαστη ευελιξία αλλαγές/προσαρμογές στα πεδία της γλώσσας, της κουλτούρας, της αμφίεσης, προκειμένου να επιβιώσει και να διατηρήσει την επιρροή της. Θα δικαιωθεί ο Σαββόπουλος και θα βγει ψεύτης ο Πανούσης («στη στεριά δε ζει το ψάρι/ ούτε ο Κνίτης με φρικιά», disco τσουτσούνι, 1982).

* * *

12373337_10207664307502449_7731231822045295507_n.jpgΗ Μαρία Τοπάλη εργάζεται στο ΕΚΚΕ. Από το 1996 δημοσιεύει ποίηση, κριτική και μεταφράσεις από τα γερμανικά. Είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού Ποιητική και συνεργάζεται με την Καθημερινή. Πρόσφατες δουλειές της είναι το Βερμίου Κατάβαση (ποίηση), Πατάκης, 2010, Οι Ελεγείες του Ντουίνο του Ρ.Μ. Ρίλκε (μετάφραση), Πατάκης, 2011, το μιούζικαλ Ο χορός της μεσαίας τάξης, Οκτώ, 2012 και το ποίημα Οι Λέξεις μου, Νεφέλη 2015.

* * *

GR80s, το site
GR80s στο facebook
GR80s στο twitter

gr80s_logotitle_gr

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία GR80s

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s