Get that beat

Αυτό δεν είναι τραγούδι #931
Dj της ημέρας, η Μαρίκα Τσεβά

Η πρώτη συναυλία που πήγα στη ζωή μου ήταν το 1981, όταν πήγαινα ακόμα στο δημοτικό. Ένα βράδυ ήρθε ο αγαπημένος μου θείος Γ., ο πολύ μικρότερος αδερφός του πατέρα μου, να με πάρει να πάμε σινεμά. Αυτό γινόταν τακτικά γιατί ο θείος είχε αναλάβει την καλλιέργεια μου: μουσική, θέατρο, σινεμά, βιβλία (με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα).

Εκείνο το βράδυ όμως είχε πει ψέματα στους γονείς μου: δεν θα πηγαίναμε σινεμά, αλλά σε συναυλία. Ο θείος θεωρούσε ότι ήμουν πια έτοιμη. Και πού θα πηγαίναμε; «Στο Σπόρτιγκ». Τι ήταν αυτό; «Γήπεδο μπάσκετ στα Πατήσια». Μπάσκετ θα βλέπαμε; «Όχι, συναυλία». Σαν το Γούντστοκ (αυτό το ήξερα, είχα ακούσει και τον δίσκο!); «Όχι, ρε παιδί μου. Ένα καινούργιο συγκροτηματάκι θα δούμε, τους Sharp Ties. Έχεις ακούσει το “Get that beat”;» Πώς δεν το είχα ακούσει! Παιζόταν όλη μέρα στο ραδιόφωνο. Ωραίο ήταν, παράξενο. Χορευόταν κιόλας!

Ο θείος ήταν ροκάς, τους Sharp Ties τους θεωρούσε pop. Αλλά έκρινε ότι μια pop συναυλία ήταν πιο κατάλληλη για να πάρω το βάπτισμα του πυρός στην ηλικία που ήμουν. Και πήγαμε. Δεν κατεβήκαμε στον αγωνιστικό χώρο που ήταν ήδη γεμάτος· καθίσαμε στην εξέδρα, «για σιγουριά». Τι σιγουριά; Δεν καταλάβαινα. Το μόνο που καταλάβαινα ήταν η κάπνα και η μπόχα από τα τσιγάρα! Τόσο καπνό (χωρίς φωτιά) δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου.

Κάποτε βγήκαν οι μουσικοί και άρχισαν να παίζουν. Όλα στα αγγλικά· ακόμα και όταν δεν τραγουδούσαν, αγγλικά μιλούσαν. Δεν καταλάβαινα τίποτα, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Ο κόσμος χόρευε, γινόταν τζερτζελές, καλά ήταν.

Στο “Get that beat” έγινε χαμός! Από κάτω μας κοπανιόντουσαν σαν τρελοί. Στην αρχή νόμιζα ότι χόρευαν (σαν παρλιακά μεν, χόρευαν δε). Σύντομα κατάλαβα ότι κάποιοι δεν χόρευαν, αλλά δέρνονταν! (Είχε διαφορά, αν και όχι μεγάλη.) Ρώτησα τον θείο μου να μου εξηγήσει τι γινόταν.

«Πλακώνονται τα πανκιά με τους ροκάδες».

«Γιατί;»

«Πού να σου εξηγώ τώρα, δεν θα καταλάβεις».

«Γιατί δεν θα καταλάβω, βόδι είμαι;»

«Ρε παιδάκι μου, έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Μισιούνται και πλακώνονται».

«Ναι, αλλά γιατί μισιούνται; Τι έχουν να χωρίσουν;»

«Τα πάντα».

Δηλαδή, τίποτα· όπως πάντα.

Δεν ήταν γραφτό μου να μείνω στην πρώτη μου συναυλία μέχρι το τέλος: ο θείος μου φοβήθηκε μην πάθω τίποτα (γιατί στο μεταξύ είχε πλακώσει και η αστυνομία) και θα έβρισκε τον μπελά του από τους γέρους μου. Εγώ ήθελα να μείνουμε, δεν φοβόμουν καθόλου – ήμασταν και σε απόσταση ασφαλείας: κάτι ήξερε ο θείος! Αλλά εκείνος ούτε που να τ’ ακούσει: με πήρε και φύγαμε τρέχοντας.

Όταν φτάσαμε σπίτι, του λέει ο μάνα μου του θείου: «Πού είχατε πάει; Το παιδί μυρίζει σαν τασάκι!» Ο θείος μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και την έκανε με πλάγια βηματάκια. Ξέμεινα εγώ για να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα. (Όχι πως είχα πρόβλημα: από τότε ήμουν δυνατή στο συναξάρισμα.) Είπα ότι κάπνιζαν πολύ στο σινεμά (που όντως κάπνιζαν τότε – στη λούφα, αλλά κάπνιζαν). Όταν με ρώτησε τι ταινία είχαμε δει, της είπα τη σύντομη περίληψη μιας ανύπαρκτης ταινίας (έμφυτο ταλέντο!) και με άφησε ήσυχη για να πάει στον πατέρα μου να τον πρήξει για τον αχαΐρευτο τον αδερφό του.

Αυτά για την πρώτη μου συναυλία στα 80s.

Όταν κάθισα να γράψω το παρόν (το οποίο είναι το μέλλον του παρελθόντος, να τα λέμε αυτά!) επειδή δεν θυμόμουν πότε ακριβώς είχε γίνει η συναυλία, πήρα τηλέφωνο τον θείο μου να ρωτήσω.

«Δε μου λες, μήπως θυμάσαι πότε ήταν που με πήγες να δούμε τους Sharp Ties στο Σπόρτιγκ;»

«Εγώ; Εγώ σε πήγα στους Sharp Ties; Δεν πας καλά!»

«Έλα, ρε θείε! Που είχε πέσει και ξύλο και φύγαμε άρον άρον;»

«Τι πίνεις, ήθελα να ’ξερα! Ποτέ δεν έχει γίνει αυτό. Πρώτα απ’ όλα, τους Sharp Ties τους σιχαινόμουν! Δεν θα σ’ το έκανα ποτέ αυτό!»

«Άσε, ρε θείε! Και με πήγες και χορεύαμε στην εξέδρα. [Τραγουδάω] “Daddy says / lift your knees / and get the heat / of the rhythm and beat”».

«Θα σου κάνω μήνυση!»

[Τέλος συνδιάλεξης]

Α, ρε θείε! Γεράσαμε και μυαλό δεν βάλαμε!

Τέλος πάντων, το Google να ’ναι καλά, τις βρήκα τις πληροφορίες που έψαχνα.

Στο διά ταύτα τώρα: το “Get that beat” δεν ξέρω τι είναι. Pop; Ska; New Wave; (Δεν είναι punk, δεν είναι rock – ακόμα απορώ γιατί πλακώθηκαν εκείνο το βράδυ «τα πανικά με τους ροκάδες» σε ξένο αχυρώνα.) Ό,τι κι αν είναι, αντικειμενικά τώρα και χωρίς πλάκα, είναι ένα καλό τραγούδι, του χορού και του κεφιού, με προδιαγραφές επιτυχίας. Και ίσως το μεγαλύτερο σουξέ αγγλόφωνου ελληνικού τραγουδιού στα 80s.

Αφού το ακούσαμε από τον δίσκο του 1981, ας το δούμε κιόλας από τη συναυλία που λέγαμε, στο Σπόρτιγκ, την ίδια χρονιά. Η ποιότητα είναι χάλια, αλλά οι εικόνες τα λένε όλα. Το υλικό διαβάζω ότι προέρχεται από την ταινία του Νίκου Ζερβού Σουβλίστε τους (1981). Δεν την έχω δει για να πάρω όρκο. Πάντως το ντοκουμέντο είναι αυθεντικό. Ήμουν εκεί και ξέρω.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com. 

* * *

Με αφορμή την έκθεση GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη (25/1,-12/3) στη στήλη  δημοσιεύονται τραγούδια (που δεν είναι τραγούδια) της δεκαετίας του ’80.

gr80s_logotitle_gr

Το dim/art είναι χορηγός επικοινωνίας της έκθεσης

GR80s, το site
GR80s στο facebook
GR80s στο twitter

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s