Το Διδυμότειχο δεν είναι εξαίρεση

—του Νίκου Βατόπουλου—

Η καταστροφή του ιστορικού τεμένους στο Διδυμότειχο υπενθυμίζει τρία πράγματα. Πρώτον, την απόσταση των υπηρεσιών από την πραγματική ζωή. Δεύτερον, την αδυναμία των υπηρεσιών να δουν ένα ζήτημα σε μεγαλύτερο κάδρο. Τρίτον, τον δογματισμό και την κτητικότητα των υπηρεσιών πάνω στα μνημεία, τα περισσότερα από τα οποία αδυνατούν να διασώσουν. Εν ολίγοις, η καταστροφή του τεμένους στο Διδυμότειχο συμβολίζει κατά τρόπο τραγικό και αξιοθρήνητο τον εντυπωσιακό πρωτογονισμό της ελληνικής γραφειοκρατικής σκέψης.

Πέραν όλων αυτών, η περίπτωση του Διδυμοτείχου μας δείχνει με τρόπο σαφή ότι η πολιτική των μνημείων αγνοεί ή υποτιμά την υπεραξία τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υποτιμήθηκε η πολιτιστική διπλωματία και φανερώθηκε μια βαθύτερη και σκληρή περιοχή. Είναι μια προσέγγιση συνήθης ανάμεσα σε δημόσιους λειτουργούς, που μπορεί κανείς να τη μεταφράσει ως επαρχιακό πουριτανισμό. Χαρακτηρίζει όχι όλους, αλλά πολλούς, και δυστυχώς την πλειονότητα των χειρισμών γύρω από τα μνημεία σε αυτήν τη χώρα. Και το δυστύχημα είναι ότι οι «υπηρεσίες», δρώντας με τη σχολαστικότητα και τη μονομέρεια μιας δήθεν εξειδίκευσης, αντιμετωπίζουν το μνημείο ως αυτοτελή οντότητα και το περιεργάζονται ως «εύρημα», με απόσταση από τη σύγχρονη κοινωνία, με άγνοια του διεθνούς περιβάλλοντος, με αδιαφορία για το ευρύτερο παράδειγμα. Και κυρίως με τραχιά ικανοποίηση, στα όρια του σαδισμού, γι’ αυτή την αναπηρία. Τα αποτελέσματα είναι ορατά σε όλη τη χώρα. Τα καλά παραδείγματα και οι χαρισματικές εξαιρέσεις επιστημόνων και λειτουργών είναι πολύ λίγες στη ζυγαριά. Το Διδυμότειχο ήρθε με τρόπο απολύτως ταπεινωτικό να συμβολίσει ένα πνεύμα στενό και πεπερασμένο.

Το αδιέξοδο που γεννάει η καταστροφή ενός τόσο σημαντικού μνημείου, καταστροφή που χρεώνεται στην αμέλεια και στην ολιγωρία, αλλά και στην απουσία συναίσθησης περί του αντικειμένου, εκθέτει την υπηρεσία. Την εκθέτει όχι μόνο για την ελαφρότητα με την οποία αντιμετώπισε την τύχη του μνημείου αλλά και για την εξωφρενική οικονομική επιβάρυνση, τη χρονοτριβή, την αμηχανία που προκαλεί στη χώρα στο διεθνές περιβάλλον. Ατυχήματα συμβαίνουν παντού και η ανθρώπινη αμέλεια είναι πολύ συχνά ένας παράγων. Στην περίπτωση, όμως, του Διδυμοτείχου τη μεγαλύτερη ευθύνη έχουν η ανικανότητα τροφοδότησης και επίβλεψης του έργου, η αδυναμία πρόβλεψης και η ανευθυνότητα. Δεν θα λογοδοτήσει κανείς άραγε;

Όσο ένα μνημείο παραμένει απλώς και μόνον ένας υπηρεσιακός φάκελος στο γραφείο ενός υπουργού, μιας γενικής γραμματέως, μιας ή ενός προϊσταμένου υπηρεσίας κ.λπ., η περίπτωση του Διδυμοτείχου θα επαναληφθεί. Ο φάκελος θα πηγαίνει και θα έρχεται, θα ξεχνιέται, θα βαραίνει, θα ανοιγοκλείνει, θα περιμένει να τελειώσει η άδεια του Χ ή η αναρρωτική του Ψ, θα υπομένει διακυμάνσεις ενδιαφέροντος και ιδεοληπτικές καταιγίδες. Ένα Διδυμότειχο θα είναι πάντα μία πιθανότητα.

Δυστυχώς, οι υπηρεσίες, έτσι όπως λειτουργούν, θα γεννούν και άλλα Διδυμότειχα. Οταν η πολιτεία αδυνατεί, πλην εξαιρέσεων, να δει ένα μνημείο σε ένα κάδρο σύγχρονης ζωής, διεθνούς προβληματισμού και εθνικού στόχου, και το εγκαταλείπει στην καλή πρόθεση τριών γραφειοκρατών και στον πατριωτισμό εκείνων των επιστημόνων που προσπαθούν να κάνουν κάτι, τότε η Ελλάδα θα αποδεικνύει διαρκώς ότι είναι ικανή για το χειρότερο. Και στη διαχείριση των μνημείων.

Πηγή: Η Καθημερινή

145_4514

* * *

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s