Ομιλούσες κεφαλές

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1054
DJ της ημέρας, η Μαρίκα Τσεβά

Ένα από τα καλά τού να μένεις σε κεντρικό σημείο της πόλης είναι ότι μπορείς να βρεις τα πάντα 24/7. (Ίσως το μόνο καλό, τώρα που το σκέφτομαι.) Το περίπτερο απ’ όπου ψωνίζω είναι δυο βήματα από το σπίτι μου και δεν κλείνει ποτέ. Το δουλεύουν ο Ανέστης (πρωινή βάρδια), η γυναίκα του, η Μερόπη (απογευματινή) και ο γιος τους, ο Δημήτρης (βραδινή). Το ζεύγος είναι περίπου συνομήλικοι, εξηντάρηδες, και ο γιος τριαντάρης.

Τόσα χρόνια γειτόνισσα (και πελάτισσα), έχω αποκτήσει κάποια οικειότητα και με τους τρεις τους. Καλοί άνθρωποι, της διπλανής πόρτας – του διπλανού περίπτερου, εν προκειμένω. Εντάξει, ο γιος είναι λιγάκι ρεμάλι, αλλά όχι σε βαθμό αξιόποινο. Τυπική περίπτωση τριαντάρη Νεοέλληνα που τον βρήκε η κρίση με το παντελόνι στους αστράγαλους και από τότε του βιτσίζει τον πισινό με μαστίγιο τα πιο παραγωγικά του χρόνια. Μένει με τους γέρους του (πού να πάει;) και κάνει τον νυχτοφύλακα στο περίπτερο. «Ανεπρόκοπος» κατά τον Ανέστη, «άτυχο, το πουλάκι μου» κατά τη Μερόπη. Ναι, το ζεύγος δεν ομονοεί – σχεδόν σε τίποτα. Μια φορά, πώς το ’χε φέρει η κουβέντα, και ρώτησα τον Ανέστη τι σόι γάμος είν’ αυτός ο δικός τους, αφού σπανίως βλέπονται: έναν ύπνο κάνουν μαζί, κι αυτό είναι όλο. «Μα γι’ αυτό έχουμε μείνει μαζί μια ολόκληρη ζωή, επειδή δεν βλεπόμαστε παρά μόνο για να ξεραθούμε στον ύπνο». Είναι κι αυτή μια άποψη – τι να κάνουμε; Δεν έχουν αποφοιτήσει πια όλοι από τη σχολή του Χόρχε Μπουκάι!

Το περασμένο Σάββατο, πέρασα από το περίπτερο για τις καθημερινές προμήθειες και έπεσα πάνω σ’ ένα σπάνιο θέαμα: στο μικρό άνοιγμα, η ομιλούσα κεφαλή δεν ήταν μία, όπως συνήθως (ο Ανέστης, φυσιολογικά, καθώς ήταν πριν το μεσημέρι), αλλά τρεις: ο Ανέστης αριστερά (του εισερχομένου, που λέει κι ο Βέγγος), η Μερόπη δεξιά και μια κοπέλα στη μέση. (Πώς διάολο χωρούσαν σ’ εκείνο το κουτί;) Η κοπελιά ήταν ευειδής με τον τρόπο της γλάστρας: ξανθιά, μαλλί κομμωτηρίου, μακιγιάζ σοβατεπί, οι ώμοι έξω (παρακάτω δεν έβλεπα): όλα τα χαρακτηριστικά τού προσώπου στη θέση τους, συμμετρικά. Αντικειμενικά όμορφη, χωρίς αμφιβολία. (Αλλά κάτι της έλειπε – ή, μάλλον, κάτι την έκανε αξιολησμόνητη. Τι; Η προσπάθεια που είχε καταβάλει για να γίνει «κούκλα».) Και πιτσιρίκα – δεν ήταν έκανα πάνω από είκοσι.

«Χαιρετώ την ομήγυρη… Κυρία Μερόπη, πώς τέτοια ώρα εδώ;» ρώτησα.

Η Μερόπη, αντί γι’ απάντηση, έριξε ένα φονικό βλέμμα στον Ανέστη που είχε ως παράπλευρη απώλεια και την κοπελίτσα που στεκόταν στη μέση: την διαπέρασε σαν σφαίρα ντουμ-ντουμ. Πάνω που άνοιγε το στόμα της ν’ απαντήσει, την πρόλαβε ο σύζυγος:

«Κάθεται εδώ να με φυλάει μη με κλέψουν. Από το χάραμα έχει που μπαστακώθηκε στη βίγλα».

Μύριζε μπαρούτι η ατμόσφαιρα. Είπα στα σβέλτα τι ήθελα («καπνό με απ’ όλα» – δηλαδή, συν χαρτάκια και φίλτρα) για να φύγω μιαν ώρα αρχύτερα. Μέχρι ο Ανέστης να εκτελέσει την παραγγελία, η μικρή έπαιξε τις βλεφαρίδες και με ρώτησε:

«Καπνίζετε;»

Πήγα να της πω «όχι, τον καπνό τον θέλω για να επικοινωνώ με σήματα καπνού γιατί μου έκοψαν το ιντερνέτι», αλλά συγκρατήθηκα. Τι μου έφταιγε η τίμια βιοπαλαίστρια; Σίγουρα προώθηση πωλήσεων θα έκανε – και ποιος ξέρει με τι γελοίο μεροκάματο.

«Ναι», είπα με έκδηλη ενοχή. (Η ενοχή ήταν παραπέτασμα –καπνού, ας πούμε– για να μην φανεί ότι είχα καταλάβει τι παιζόταν: μεγάλη η εγγύτης εκεί μέσα, αναπόφευκτη η τριβή και εύφλεκτα τα υλικά: μπουρλότο εν όψει.)

«Να σας δώσω αυτόν που είναι έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα; Και δώρο θα πάρετε έναν αναπτήρα».

Όσο μου τα έδειχνε όλ’ αυτά με νάζι, εγώ αρνήθηκα σθεναρά:

«Δεν είμαι των αλλαγών, μια μάρκα φουμάρω».

Με κοίταξε απογοητευμένη και στο καπάκι πετάχτηκε η Μερόπη:

«Μην ενοχλείς τον κόσμο, δεσποινίς. Αφού σου λέει, δε θέλει!»

«Μα δεν με ενόχλησε!»

«Ενόχλησε τη Μερόπη, Μαρίκα μου!» είπε ο Ανέστης, δίνοντάς μου το καπνό και τα ρέστα.

«Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου, ξεμωραμένε!» είπε η Μερόπη.

«Σας παρακαλώ», είπε η κοπελιά, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. «Θα με αναγκάσετε να φύγω!»

Σα να ’βλεπα κακό σίριαλ στην οθόνη του ανοίγματος. (Και το τηλεκοντρόλ άφαντο!) Αλλά είχα πέσει μέσα: η Μερόπη ζήλευε! Αυτό δεν το γνώριζα. Ο Ανέστης ήταν βέβαια ευγενικός, αλλά με τον τρόπο των παλιών εμπόρων. Ποτέ δεν τον είχα για πέφτουλα. Νέα δεδομένα.

«Άσε, κοπέλα μου, φεύγω εγώ. Κάτσε να κάνεις τη δουλειά σου. Αν σε αφήσει ο χωροφύλακας» είπε ο Ανέστης κι έκανε να βγει από το κλουβί.

«Ναι, τρέχα να προλάβεις τις μεσημεριανούδες, μη χάσεις!»

Ο Ανέστης έδωσε τόπο στην οργή και έφυγε βρίζοντας μέσα από τα δόντια του. Έκανα να φύγω κι εγώ. Το λυπόμουν το κορίτσι που θα έμενε για ώρες με τη Μερόπη, αλλά αυτά έχουν τα χαρακώματα. Η Μερόπη, όμως, δεν είχε τελειώσει:

«Δεν ξέρεις τι τραβάω, Μαρίκα μου».

Αναγκαστικά, στάθηκα ν’ ακούσω τι τραβούσε. Τα πάνδεινα! Μέσα στην ομοβροντία, ξεχώριζαν φράσεις όπως: «παίζει το μάτι του», «ο γερο-σάτυρος», «πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι», «τα καυλοράπανα». Πάνω σ’ αυτό το τελευταίο (νεολογισμός σαφέστατος και λειτουργικός: τον σημείωσα για μελλοντική χρήση), η νεαρή δίπλα της, η οποία στο μεταξύ ίδρωνε και ξίδρωνε, εμφάνισε σημάδια κατάρρευσης, γεγονός που έκανε τη Μερόπη να τραβήξει λογόφρενο. Βρήκα την ευκαιρία κι την έκανα με τα πλάγια βηματάκια του καλαματιανού στις 78 στροφές.

Εκεί παραδίπλα, στην εξώπορτα της πολυκατοικίας μου, με περίμενε ο Ανέστης. Το ύφος του ήταν περίεργο: απολογητικό με ανταύγειες αυταρέσκειας.

«Μαρίκα μου, συγγνώμη για όλο αυτό. Την ξέρεις τη Μερόπη».

Όχι, δεν την ξέρω· τίποτα δεν ξέρω! Τίποτα και κανέναν.

«Με ζηλεύει!» συνέχισε ο Ανέστης, χωρίς να μπορεί να κρύψει τη χαρμοθλίψη του. «Λες και είμαι ο Μάρλον Μπράντο! Και να ήθελα, της λέω, θα μου καθόταν τέτοιος κορίτσαρος; Τίποτα αυτή, εκεί, το βιολί βιολάκι!»

«Συμβαίνουν αυτά. Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγγνώμη», είπα.

«Να σου πω τη μαύρη αλήθεια, αυτό μας έχει απομείνει: καμιά σκηνούλα πού και πού, για ν’ ανάβουν τα αίματα».

«Σα να κολακεύτηκες, κυρ-Ανέστη, ή μου φαίνεται;»

«Όχι, έτσι είναι. Άμα πάψεις να μετράς, πέθανες. Δηλαδή, δεν πεθαίνεις –χτύπα ξύλο!– αλλά δε ζεις κιόλας, με καταλαβαίνεις… Κι έπειτα, καλό είναι να φαντάζεται η Μερόπη μου διάφορα, να μένει ξύπνια κάνα βράδυ!»

Σαφής ο υπαινιγμός, αλλά δεν είχα καμιά όρεξη να πάρω την πάσα. (Εντάξει, συμβαίνουν αυτά, αλλά γιατί πάντα σε μένα, ε;)

«Ξέρεις τι ωραία ήταν η Μερόπη στα νιάτα της; Α, δεν έχεις ιδέα! Καλλονή!»

«Και τώρα, και τώρα! Μια χαρά κρατιέται», είπα – και το πίστευα: μπορεί να έμπαινε στην τρίτη ηλικία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αλλά δεν το έκανε επίτηδες!

«Μα αυτό της λέω όλη την ώρα! Τι, δηλαδή; Επειδή γερνάμε; Στις επάλξεις μέχρι θανάτου!… Σάμπως, μαζί δε γερνάμε; Κι εγώ δε σταφιδιάζω; Δεν είμαι, να πεις, ο Αϊλάινερ!»

Μεγάλη η χάρη του!

«Ο Χαϊλάντερ, θες να πεις».

«Ναι, αυτός, όπως το λες… Πάω τώρα. Έχω να ετοιμαστώ για ματσάκι το βράδυ» είπε πονηρά, μου έκλεισε το μάτι κι έφυγε.

Απόμεινα να τον κοιτάζω καθώς απομακρυνόταν με βήμα παρεξηγήσιμα ανάλαφρο. Κοίτα να δεις, σκέφτηκα: η ζήλια, την οποία προσωπικά αγνοώ ως συναίσθημα (όχι από επιλογή: απλώς έτσι είμαι), προσφέρει ανεκτίμητο κοινωνικό έργο· και τα καυλοράπανα, επίσης.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s