Άσωτος Υιός

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1162
DJ της ημέρας, ο Αργύρης Μεθωνίτης

Ήδη από τη δεκαετία του ’60 στους κόλπους της ελληνικής ροκ κοινότητας (εντάξει, λέμε και καμιά λεβεντοχαζομάρα για να λάβει η οθόνη μια μορφή κλέουσα) μαινόταν η διαμάχη μεταξύ αυτών που θεωρούσαν ότι το να γραφτούν ροκ τραγούδια με ελληνικούς στίχους ήταν από ανέφικτο έως καταγέλαστο και εκείνων που υποστήριζαν ότι κάτι τέτοιο ήταν απολύτως εφικτό. Προσωπικά μπήκα στον χορό μετά τη μεταπολίτευση και ήμουν με τους δεύτερους. Οι συζητήσεις ήταν έντονες. Μιλάμε, σκοτωνόμασταν. Σήμερα το θέμα έχει λυθεί από την ίδια τη ζωή (εμείς είχαμε δίκιο!) και η παλιά κόντρα φαντάζει αστεία. Όμως, τότε το θέμα ήταν τεράστιο. (Δεν θυμάμαι γιατί, αλλά ήταν!)

Και οι δύο πλευρές είχαν τα επιχειρήματά τους. Οι κατά (οι δογματικοί, του εξωτερικού) έλεγαν ότι τα ελληνικά εγγενώς δεν κολλάνε με τα 4/4 («εκτός κι αν θεωρείς το “Σχολείο” των Olympians ροκ, πουλάκι μου»)· οι υπέρ (οι ρεβιζιόνες, του εσωτερικού) έλεγαν ότι μια χαρά κολλάνε («μέχρι κι ο “Γέρο νέγρο Τζιμ” 4/4 είναι, ρε άσχετε»). Παραδείγματα (και αντιπαραδείγματα) είχαν και οι δύο πλευρές. Πολλά και ισχυρά. Κάθε Σιδηρόπουλος ή Πουλικάκος των πρώτων ακυρωνόταν από έναν Ουίλιαμς ή Ροζάκη των δεύτερων. Πόλωση (η ιστορία της ζωής μας).

Η διαμάχη ήταν άνευ ουσίας, άνευ σημασίας. Ξέρετε πού έχω καταλήξει, εκ των υστέρων; Όσοι έγραφαν στ’ αγγλικά, κρύβονταν πίσω από την ημιμάθεια (τη δική τους και τη δική μας). Ο ελληνικός ροκ στίχος ήθελε κόπο. Ασφαλώς και γινόταν! Έπρεπε όμως να το κουράσεις το θέμα – νοηματικά αλλά και ρυθμικά. Αντίθετα, με τα αγγλικά του Στρατηγάκη, αμόλαγες ντυλανοειδές μελάνι και θόλωνες το απόλυτο τίποτα.

Με άλλα λόγια, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε το εξής θεμελιώδες: κάποιοι ελληνικοί στίχοι ακούγονταν γελοίοι γιατί απλούστατα τους καταλαβαίναμε! Π.χ., έλεγαν οι Poll: «άνθρωπε αγάπα, τη φωτιά σταμάτα / και τη δύναμή σου δώσ’ την στο φιλί σου» ή «γιατί έχει μακριά τα μαλλιά του / λουλούδια κρατά» και ήταν για γέλια· από την άλλη, έλεγαν οι (κατά τα άλλα σπουδαίοι, δεν το συζητώ) Kinks: «girl, you really got me goin’ / you got me so I dont know what Im doinnow / yeah, you really got me now / you got me so I cant sleep at night» και ήταν υψηλή ποίηση – δίμετρη,  χώρια οι γόβες· ή έλεγαν οι Stones: «I was sick and tired, fed up with this / and decided to take a drive downtown / It was so very quiet and peaceful / there was nobody, not a soul around» και δεν έβγαινε ένας να του πει του Jagger του μάγκα: κάτσε, ρε φίλε, εδώ είναι σαν να μας λες ότι πήγες στην πλατεία Συντάγματος για να βρεις την ησυχία σου, πλάκα μας κάνεις; Κι αν κοτζάμ Stones λένε ανοησίες για να τους βγει η ρίμα «downtown/around», βάλτε με το νου σας τι έχουν ακούσει τ’ αυτάκια μας στην προ babelfish εποχή. Και όλ’ αυτά τα καταπίναμε αμάσητα – γιατί δεν καταλαβαίναμε!

Αυτός ήταν ο προβληματισμός σε γενικές γραμμές (προφανώς time was on our side, αλλιώς δεν εξηγείται το πόσο διατεθειμένοι ήμασταν να τον σπαταλήσουμε). Εντωμεταξύ, το ελληνόφωνο ροκ, ό,τι κι αν λέγαμε όσοι ήμασταν υπέρ, δεν έλεγε να πάρει μπρος. Στην αντιπέρα όχθη, αλώνιζαν οι νεορεμπέτικες κομπανίες, κοσκίνιζαν οι έντεχνοι και μάζευαν το χαρτί τα σκυλιά. Ήμασταν μια ωραία ατμόσφαιρα, ήμασταν. Και τότε, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’80, άρχισε να κουβεντιάζεται στα στέκια (κλαμπ, δισκάδικα, προβάδικα) ότι ο Τάσος Φαληρέας (του θρυλικού Pop Eleven) είχε βρει κάτι φοβερά τυπάκια («Και μόνο που τους λένε Φατμέ, δε μπορεί, θα λένε!») και τους ετοίμαζε δίσκο που θα τάραζε τον βάλτο, γιατί έγραφαν με ελληνικό στίχο και ήταν πολύ μπροστά. Στόμα με στόμα, ο μύθος γιγαντώθηκε, μαζί και οι προσδοκίες μας. (Ναι, έτσι γινόταν τότε, με σήματα καπνού. Δεν γεννηθήκαμε όλοι χτες, σμαρτοφονιάδες της επικοινωνίας, κινητοακούνητοι!) Περιμέναμε το θαύμα που θα ερχόταν από το Φάληρο (και τον Φαληρέα – pun intended). Τόσο αθώοι που είναι ν’ απορείς πώς διάολο επιβιώσαμε με τόση ενοχή που φάγαμε εν μέσω απαράλλακτης Αλλαγής.

Και στις αρχές του 1982 κυκλοφόρησε επιτέλους ο πρώτος δίσκος των Φατμέ. (Πούλησε, δε, αρχικά 10.000 αντίτυπα. Τόσοι ήμασταν!) Ήταν αυτό που περιμέναμε; Όχι, αλλά δεν ήταν κακός. Άλλαξε τα πράγματα; Όχι, αλλά δεν ήταν κακός. Κουνήθηκε φύλλο; Όχι, αλλά δεν ήταν κακός! (Δεν έχω γράψει παράγραφο που να συνοψίζει χειρότερα τη γενιά μου όσο αυτή εδώ. Μετρίως μέτριοι και πάντα μετρημένοι, αυτό ήμασταν. Και παραμένουμε.)

Μετά, ήρθαν κι άλλοι δίσκοι, κάποιες επιτυχίες (μέτριες κι αυτές) – δουλίτσα να υπάρχει. Πέρασε η δεκαετία, διαλύθηκαν οι Φατμέ, άρχισε σόλο καριέρα ο Πορτοκάλογλου. Κι άλλοι δίσκοι, συναυλίες, προσέγγιση της καθ’ ημάς ανατολήςκατιμάς ανατολής, αναλόγως από πού ψωνίζεις – και ψωνίζεσαι). Λίγες οι χαρές, πολλές οι πίκρες. Της μεταπολίτευσης καημένη γενιά.

Εκείνος ο δίσκος, τα είπαμε, δεν ήταν κακός! Τον άκουσα ολόκληρο μετά από πολλά χρόνια για να διαλέξω το αποψινό τραγούδι. Τότε είχα ξεχωρίσει (με κρύα καρδιά) το «Άσωτος Υιός». Και σήμερα, πάλι αυτό είναι που μου αρέσει περισσότερο (με την καρδιά πάντα στον αΐδιο πάγο). Μακάρι να είχε πάει προς τα κει το πράγμα. Δεν πήγε όμως· προτίμησε να τα στυλώσει επιτόπου. Τροχάδην σημειωτόν. Φαινόταν ζεστό, αλλά δεν ξεκούνησε. Μάλλον θα κάηκε απ’ το πολύ το ζέσταμα.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s