Kinks

—ένα διήγημα της Χριστίνας Ντούση—

Γεννήθηκε μια υγρή μέρα του Φεβρουαρίου του ΄59. Έβρεχε καταρρακτωδώς, η μαμή ήταν κοντά, αλλά ο πατέρας του ήθελε μαιευτήριο για την εύθραυστη σύζυγο. Η οικογένεια ήταν εύπορη και οι κλινικές της μόδας. Τα πρώτα δύο λεπτά της ζωής του δεν ανέπνεε. Χρειάστηκε μαλάξεις στο στήθος για να πάρει τις πρώτες ανάσες και να αφήσει μια διαπεραστική στριγκλιά. Λες κι αυτό το γεγονός  δημιούργησε ένα προηγούμενο για όλη τη μετέπειτα ζωή του.

Ήταν ένα ήσυχο παιδί, τόσο ήσυχο που το ξεχνούσες.  Η υπηρέτρια τον ανακάλυπτε να παίζει μόνος του, αυτάρκης και σιωπηλός κάτω από τα έπιπλα. Της κοβόταν το αίμα. Το βράδυ ορκιζόταν στην ξαδέλφη της ότι της φαινόταν σα να ‘ρχόταν απ΄τον άλλο κόσμο  αυτό το παιδί. Στο σχολείο, όταν πήγε, ήταν σαν αόρατος. Δεν τον πείραζε κανείς, αλλά και κανείς δεν του μιλούσε. Όλη η μαθητική ζωή του κύλησε έτσι, άχρωμη, σα να συνέβαινε σε κάποιον άλλον. Αθόρυβα έδωσε εξετάσεις, αθόρυβα πέρασε στη Νομική, αθόρυβα την τελείωσε. Όταν παρουσιάστηκε στις εξετάσεις του Συλλόγου ήταν  ένας χλωμός, χλιαρός νέος άντρας ντυμένος συντηρητικά. Είχε ευγένεια που έμοιαζε στα όρια της αδιαφορίας και ελάχιστες κουβέντες. Ακριβώς η ιδιοσυγκρασία για Ελβετία, σκέφτηκε ο πατέρας του, άνδρας πληθωρικός και γλεντζές, που κρυφά σκεφτόταν ότι σε τίποτα δεν του ‘μοιασε  ο μοναχογιός, και τον έστειλε στη Ζυρίχη για μεταπτυχιακά.  Πέρασε δυο παγωμένα χρόνια και προς έκπληξη όλων επέστρεψε στη χαοτική Ελλάδα της μεταπολίτευσης.

Μόνος του διάλεξε το Δικαστικό Σώμα. Η πρώτη φορά που ανέβηκε στην έδρα, με αυστηρό γκρι κουστούμι και σκούρα μπλε γραβάτα,  μάτια  καλά κρυμμένα πίσω από κοκάλινο σκελετό, ήταν μια αποκάλυψη. Με σταθερή καθαρή φωνή και ακλόνητη πεποίθηση ρωτούσε και αγόρευε, πρότεινε και καταδίκαζε. Του ανοίχτηκε ένας καινούργιος κόσμος όπου  τα πράγματα ήταν επιτέλους μόνο  μαύρα ή μόνο άσπρα, μόνο σωστά ή λάθος. Επινόησε  τον εαυτό του από την αρχή: κοστούμια με γιλέκο από φίνο cool wool, χρυσό ρολόι με αλυσίδα, βλέμμα διερευνητικό και αυστηρό, φωνή βαθιά και επιβλητική. Στην έδρα, ως εισαγγελέας,  έβγαζε ένα συγκρατημένο πάθος που προκαλούσε θαυμασμό στους συναδέλφους και τρόμο στους κατηγορούμενους. Σύντομα έγινε κάτι σαν θρύλος στον ποινικό κόσμο. Η καθημερινότητα του παρ’όλα αυτά δεν είχε αλλάξει. Παρέμεινε μονήρης και απόμακρος, ίσως τώρα σκόπιμα και με κάποια υπεροψία. Στις μεταθέσεις του διάλεγε πάντα ένα μεγάλο απόμερο διαμέρισμα στην καλή περιοχή της πόλης. Προσλάμβανε οικονόμο, κατά κανόνα μεσόκοπη χήρα, που και μόνο η πρόσληψη της ηχούσε και φαινόταν παλιομοδίτικη μέσα στον τυφώνα του σοσιαλισμού που σάρωνε την Ελλάδα. Κάθε μεσημέρι στις τρεις ακριβώς και κάθε βράδυ στις οκτώ έτρωγε πάντα μόνος του και πάντα σε γωνιακό τραπέζι, να επιβλέπει το χώρο, στο καλύτερο εστιατόριο της πόλης. Οι μικρές τοπικές κοινωνίες  κατά κανόνα προσπαθούσαν να τον προσεταιριστούν. Την πρώτη φορά που ήρθε πεσκέσι για αυτόν στο δικαστήριο, οι φωνές του ακούστηκαν μέχρι τα κρατητήρια. Εκτοτε, σε κάθε μετάθεση έβγαζε έναν  μικρό λόγο, που τον έγραψε το ίδιο εκείνο βράδυ πάνω στη χαρτοπετσέτα του εστιατορίου, και με τον οποίο έθετε τους κανόνες του. Ούτε καφές κερασμένος δεν χωρούσε στη ζωή του.

* * *

Το βράδυ που ήταν κανονισμένο για τα μπουζούκια, ντύθηκε προσεκτικά. Είχε ήδη τρεις μήνες στη Μ…. και  καμία ιδέα για τη διαβόητη νυχτερινή ζωή της. Διάλεξε χειροποίητα παπούτσια, σχεδόν μαύρη γραβάτα και χρειάστηκε  να θυμίσει στον εαυτό του ότι πήγαινε εκ της υπηρεσίας. Η Εισαγγελία βοούσε από φήμες για παρανομίες, το εύρος των οποίων έφτανε  από μαστρωπεία και πορνεία μέχρι διακίνηση ουσιών και ξυλοδαρμούς. «Θα μας κάψει», σκέφτηκαν οι άλλοι δυο εισαγγελείς που ήρθαν να τον πάρουν με το αυτοκίνητο. Εκείνοι ήταν ντυμένοι με χαβανέζικα πουκάμισα, κρατούσαν πούρα και είχαν ήδη κατεβάσει δυο ουισκάκια. Ο μαιτρ, που ήταν καινούργιος στην πόλη και δε γνώριζε πρόσωπα και πράγματα τον πέρασε για ΣΔΟΕ και τους έβαλε  σε κεντρικό μπροστινό τραπέζι. Έφερε μια σαμπάνια κερασμένη από το μαγαζί και πρόσεχε σαν τα μάτια του να είναι γεμάτα τα ποτήρια τους και ξέχειλα τα πιάτα τους. Έστειλε και τη Ρούλα, την πιο τσαχπίνα λουλουδού να αφήσει μια δεκάδα πανέρια για καλό και για κακό. «Γιατί, δε μερακλώνει και το ΣΔΟΕ παρακαλώ», σκέφτηκε. Με αυτό το χωροταξικό διακανονισμό, όταν βγήκε η Εβελυν στη σκηνή, είχε πιάτο μπροστά της το τραπέζι των εισαγγελέων. Μετά το πρώτο κουπλέ, είχε ήδη απορρίψει τους τύπους με τα χαβανέζικα και κάρφωνε μέσα από την ψεύτικη βλεφαρίδα αυτόν με το κοστούμι. Ήδη από τα καμαρίνια της είχαν πει για το ΣΔΟΕ. Της Έβελυν της άρεσαν τα δύσκολα. Έβαλε πλώρη για αυτόν που δεν κρυβόταν. Μέχρι να φτάσει στο ρεφραίν, όλο το μαγαζί είχε καταλάβει ότι τραγουδούσε αποκλειστικά για  κείνον. Η Έβελυν ήταν δυο μέτρα γυναίκα,  με ανοιχτές πλάτες,  μαλλί  και σιλουέτα α λα Τζίλντα και όλα τα σουσούμια της ξεπατικωμένα. Αφού πάτησε και πόδι και εισαγωγή στο πρόγραμμα της έκανε τραγουδώντας το «Put the blame on Mame» με ταυτόχρονο στριπτήζ στο γάντι.

Όταν  το τραγούδι έφτασε στο τέλος του και το λευκό της χέρι έλαμψε γυμνό κάτω από τα φώτα, το γάντι πεταμένο στα πόδια του τραπεζιού του, ο εισαγγελέας ήξερε ότι είχε βρει τη γυναίκα της ζωής του. Την παρακολούθησε όλο το βράδυ με το βλέμμα μαγνητισμένο, πίνοντας με σταθερό και αμείωτο ρυθμό. Δεν της έστειλε ένα λουλούδι, δεν άκουσε κανένα από τα τραγούδια της, κοιτούσε μόνο  την κίνηση της και ονειρευόταν όσα δεν είχε μέχρι τότε ονειρευτεί. Ήταν η στριγκλιά μετά την άπνοια.

Η πολιορκία του ήταν το ίδιο παράξενη. Δεν τη φώναξε στο τραπέζι, δεν πήγε στο τέλος του προγράμματος στο καμαρίνι. Πήγε στο μαγαζί το επόμενο, το μεθεπόμενο και όλα τα άλλα βράδια, μόνος. Κάθισε στο ίδιο τραπέζι και ήπιε κοιτώντας τη σταθερά, μέχρι το κλείσιμο. Το πέμπτο βράδυ, αφού η Έβελυν είχε κάνει και το τελευταίο της νούμερο, κατέβηκε από τη σκηνή, πήγε στο τραπέζι του, τον πήρε από το χέρι και βγήκε αγέρωχη μαζί του, με όλη την αίθουσα να τους κοιτάζει.

Μισόγυμνοι κι οι δυο, στο φαρδύ κρεβάτι της Έβελυν, που χωρούσε πέντε, ημιφωτισμένοι από το ροζ αμπαζούρ της, μουλιασμένοι στον ιδρώτα, ψιθύριζαν τις μικρές εκμυστηρεύσεις των ερωτευμένων στην αρχή του έρωτα τους. Η Έβελυν παραδόξως δεν τον είχε αφήσει να ολοκληρώσει. Η απρόσμενη συστολή τον  έλιωσε σχεδόν, γυρίζοντας τον σε μια εφηβεία που δεν είχε ζήσει ποτέ. Χάιδευε το σκληρό στομάχι της με τις ρώγες των δαχτύλων του, ενώ της  έκανε  βροχή ερωτήσεις. Τι της άρεσε, που γεννήθηκε, πίνει σκέτο καφέ ή με ζάχαρη, που πήγε σχολείο, πως ασχολήθηκε με το τραγούδι, το Έβελυν είναι καλλιτεχνικό και αν ναι, ποιο είναι το κανονικό σου όνομα. Η Έβελυν προλάβαινε και απαντούσε ενδιάμεσα με νάζι και πνιχτά γέλια. Στο άκουσμα της τελευταίας ερώτησης, σταμάτησε. Του έπιασε το χέρι στον αέρα, το κατέβασε μέχρι εκεί που ήταν το φύλο της, σκεπασμένο ακόμη από τα τσαλακωμένα ρούχα και το ακούμπησε απαλά εκεί.

Το ραδιόφωνο κάπου στο βάθος έπαιζε τη “Lola”.

* * *

Εδώ άλλες ιστορίες

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s