Η στροφή

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1266
D
j της ημέρας, η Κατερίνα Επιτροπάκη

«Μα πώς πάει η παρακάτω στροφή;»

Όπως σταμάτησε στη μέση του δρόμου του, καθηλωμένος από τη μουσική που έφτανε στ’ αυτιά του, αποτελούσε μάλλον παράδοξο θέαμα. Ένας γεράκος, που η ατημέλητη αμφίεσή του μ’ εκείνο το στραβοκουμπωμένο κοντό γκρίζο παλτό φορεμένο πρόχειρα πάνω από την ριγέ πιζάμα, πρόδιδε ότι είχε ντυθεί βιαστικά κι ανόρεκτα, αναγκασμένος να βγει για λίγο έξω, προφανώς για να προμηθευτεί τα λιγοστά πράγματα που περιείχε η πλαστική σακούλα που’χε πάνω το λογότυπο του γειτονικού  μίνι-μάρκετ, αποτελούσε όσο νάναι περίεργο θέαμα. Οι ελάχιστοι περαστικοί του μικρού συνοικιακού δρόμου τον κοιτούσαν απορημένοι ή κουνώντας το κεφάλι με συγκατάβαση.

«Mάλλον έχει ξεχάσει πού πρέπει να πάει. Γεροντική άνοια…», έκαναν τη σκέψη οι περισσότεροι.

Κι όμως. Εκείνος ήξερε καλά πού σκοπεύει να πάει. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, τα προβλήματα μνήμης που αντιμετώπιζε ήταν ελάχιστα. Ο λόγος ωστόσο που είχε μείνει στήλη άλατος πάνω στο στενό πεζοδρόμιο με τις μισοφαγωμένες πλάκες, ήταν μια μουσική που έφτανε στ’ αυτιά του. Ένας σκοπός που ηχούσε με έναν τρόπο, σαν να μεταμορφωνόταν σε μαγικό ιπτάμενο χαλί που τον έπαιρνε μαζί του και τον ταξίδευε πολλά-πολλά χρόνια πριν. Σε κάποια άλλη γειτονιά μιας επαρχιακής πόλης. Τότε που, ερωτευμένος νεαρός, κατέθετε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και των φωνητικών του χορδών τον συναρπαστικό του ενθουσιασμό κάτω από το παράθυρο εκείνης της κοπέλας με τα μαύρα σγουρά μαλλιά.

«Κάθε βράδυ σε θυμάμαι και κλαίω
δεν μπορώ να κοιμηθώ μια στιγμή.
Σε φαντάζομαι κοντά μου να σου λέω
της καρδιάς μου την λαχτάρα την κρυφή», 

Θυμόταν μόνο εκείνη τη στροφή. Μα πώς πήγαινε παρακάτω; Έσπαγε το κεφάλι του, μα η μνήμη του δεν μπορούσε να το ανασύρει επ’ ουδενί.

Έψαχνε να βρει την πηγή του ήχου. Δεν μπορούσε να την εντοπίσει με ακρίβεια. Πρέπει να ήταν κάποιο από τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, μπροστά από την οποία στεκόταν εδώ και μερικά λεπτά ακίνητος, συγκλονισμένος από το απρόσμενο μουσικό ταξίδι στο πολύ μακρινό νεανικό του σκίρτημα. «Μα τι λέει παρακάτω; Πώς πάει η παρακάτω στροφή;» Βασάνιζε επίμονα το φορτωμένο από τις οκτώ δεκαετίες ζωής μυαλό του. Όμως, εκείνο επέμενε να του φέρνει στα χείλη μονάχα την συγκεκριμένη στροφή.

* * *

Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της δεν τα θυμάται πια. Απ’ την ταυτότητα εκείνης θυμάται μόνο το μικρό της όνομα, έχει ξεχάσει το επίθετο.

Θυμάται, ωστόσο, το βασανιστικό του συναίσθημα κάθε νύχτα που έπεφτε για ύπνο με τη σκέψη της. Τους φαντασιακούς διαλόγους που έκανε μόνος του, προβάροντας τον τρόπο που θα την πλησιάσει. Θυμάται το καρδιοχτύπι και το σφίξιμο όποτε την συναντούσε στο δρόμο. Την ορμή και την ταραχή που τον είχε συνεπάρει όταν αποφάσισε να της κάνει καντάδα για πρώτη φορά. Είχε διαλέξει το συγκεκριμένο τανγκό, που την εποχή εκείνη, ακουγόταν και χορευόταν σε όλες τις χοροεσπερίδες της μικρής τους πόλης. Συνέχισε να της κάνει καντάδες, σχεδόν κάθε βράδυ, εξαντλώντας τις πενιχρές φωνητικές του δυνατότητες και ταλαιπωρώντας και τ’ αυτιά των περίοικων με τα σχετικά φάλτσα του.

Οι κόποι του είχαν πενιχρά αποτελέσματα, αν σκεφτείς πως το μόνο που είχε τότε καταφέρει, ήταν να κοντοσταθεί εκείνη κάποια φορά και να ανταλλάξει μαζί του μια καλημέρα και έναν σύντομο αδιάφορο διάλογο που πια δεν τον θυμάται. Η οικογένειά της μετακόμισε λίγο καιρό αργότερα. Ο ίδιος εγκατέλειψε επίσης την ασφάλεια της επαρχιακής του πατρίδας, αναζητώντας την τύχη του στην πρωτεύουσα. Ρίζωσε, έκανε οικογένεια. Εδώ και δεκαετίες, στην γενέτειρα δεν είχε πλέον λόγο να επιστρέφει, αφού δεν υπάρχει πια κανένα ίχνος από όσα τον συνέδεαν με τον τόπο.

Ακόμα και στον άπλετο, πλέον, λόγω απραξίας, χρόνο, που γεμίζει μόνος του με θύμισες και αναπολήσεις, εκείνος ο πρώιμος νεανικός του έρωτας είχε πολλά-πολλά χρόνια να εμφανιστεί.

Και να, που τώρα, ο ήχος από κάποιο ραδιόφωνο καθήλωσε στο μυαλό  και στα χείλη του εκείνη τη στροφή  του συγκεκριμένου τραγουδιού. Έμοιαζε σαν να ‘γινε το σάουντρακ μιας σύντομης, στιγμιαίας θαρρείς, κινηματογραφικής ταινίας που έκανε εικόνα όλο εκείνο το παλιό συναρπαστικό συναίσθημα και το ξανάφερνε μπροστά του.

«Μα πώς πάει η παρακάτω στροφή;»

* * *

— Χρειάζεστε βοήθεια;

Η φωνή του ευγενικού εφήβου με την κρεμασμένη στους ώμους σχολική τσάντα που ανησύχησε βλέποντας έναν καθηλωμένο γέροντα με μια έκφραση χαμένη στο βλέμμα, τον επανέφερε για λίγο στην πραγματικότητα.

— Ό… όχι, ευχαριστώ. Καλά, καλά είμαι παιδί μου. Αλλά να: εκεί που λέει: «σε φαντάζομαι κοντά μου να σου λέω της καρδιάς μου την λαχτάρα την κρυφή…» Ξέρεις μήπως πώς πάει η παρακάτω στροφή;

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s