Το «μηδέν» και άλλοι αριθμοί

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1272
Dj της ημέρας, η Κατερίνα Επιτροπάκη

«Για φαντάσου! Ούτε που θυμόμουν ότι το είχα ακόμα αυτό! Είχα ξεχάσει εντελώς την ύπαρξή του».

Δεν κοντοστάθηκε παραπάνω από μερικά δευτερόλεπτα κοιτώντας το εύρημά της, μέχρι να ξανακάνει την ίδια κίνηση που επαναλαμβάνει εδώ και μισή περίπου ώρα. Κι έτσι, το χωρίς κάλυμμα CD βρέθηκε κι αυτό με τη σειρά του ανάμεσα σε μισοσπασμένα πραγματάκια, κιτρινισμένα χαρτιά, ληγμένα σωληνάρια οδοντόκρεμας, μπουκαλάκια μισοτελειωμένων αντιηλιακών, ξεθυμασμένους μαρκαδόρους, στυλό που δεν γράφουν και διάφορα άλλα λογής-λογής αντικείμενα που χωρίς δεύτερη σκέψη είχαν, επιτέλους, πεταχτεί στη μεγάλη μαύρη σακούλα σκουπιδιών που ήταν ανοιγμένη δίπλα της. Αναγκαία διαδικασία που απαιτεί η αγγαρεία του ξεκαθαρίσματος ραφιών και συρταριών στο απομονωμένο εξοχικό σπίτι, που ανοίγει πλέον όλο και πιο σπάνια.

Παρότι συνέχισε με πυρετώδη ρυθμό να αδειάζει το συγκεκριμένο συρτάρι, συνειδητοποίησε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ότι δεν πρόσεχε πια τι πετάει. Βλέπεις, όσο κι αν η πρώτη αντίδραση ήταν να το αγνοήσει, το μυαλό της είχε καρφωθεί στο ξεχασμένο εύρημά της.

Σταμάτησε λοιπόν τις νευρωσικές της κινήσεις. Γύρισε προς την μεγάλη σακούλα κι έβαλε μέσα το δεξί της χέρι. Ελάχιστα ψαχούλεψε μέχρι να νοιώσει στα δάχτυλά της το στρογγυλό του σχήμα. Πήρε το CD και το κράτησε και με τα δύο χέρια. Το κοίταζε, αναγνωρίζοντας τον γραφικό της χαρακτήρα στον χειρόγραφο αυθαίρετο τίτλο με το μαύρο χρώμα του ειδικού ανεξίτηλου μαρκαδόρου:

το ΜΗΔΕΝ και άλλοι αριθμοί

Έμεινε όπως ήταν, καθισμένη στο πάτωμα. Κοιτώντας το, προσπαθούσε να ανακαλύψει τι ακριβώς ήταν αυτό που την έκανε να νοιώθει αυτό το τσίμπημα. Δεν μπορούσε καν να διακρίνει αν ήταν οδυνηρό, απλώς ενοχλητικό ή εάν τελικά συνόδευε ένα γλυκόπικρο συναίσθημα.

Έχει περάσει άλλωστε αρκετός καιρός από τότε που είχε γράψει αυτό το CD, διαλέγοντας με προσοχή τραγούδι-τραγούδι. Έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που συνήθιζε να γράφει CD έτσι κι αλλιώς. Η εποχή του YouTube, βλέπεις, είχε κάνει όλη αυτή την διαδικασία ανάμνηση.

Το συγκεκριμένο είχε γραφτεί σαν παιχνίδι. Επαναλαμβανόταν συνεχώς το ίδιο τραγούδι, ενώ ενδιάμεσα παρεμβάλλονταν άλλα, όλα διαλεγμένα από την ίδια, με ιδιαίτερη προσοχή.

Και ξανά το «μηδέν». Και μετά άλλο. Και πάλι το «μηδέν»…

Ήταν το τραγουδάκι που κάποιο βράδυ το χόρευαν οι δυο τους ασταμάτητα, μ’ εκείνον τον ενθουσιασμό που δίνει η δυναμική της ευτυχίας που νοιώθουν οι ερωτευμένοι και που την εκπέμπουν με μία βεβαιότητα που αγγίζει την αυθάδεια. Σαν να βγάζανε τη γλώσσα, τότε, σ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Σαν να μην είχε τίποτα και κανένας σημασία, παρά μόνο ο κύκλος που σχημάτιζαν οι δυο τους όπως χόρευαν, κοιτώντας ο ένας τον άλλον κατάματα, μ’ εκείνο το βλέμμα της συνωμοσίας των εραστών, που συμφωνούν τα πάντα χωρίς να βγάλουν λέξη: 

Βάλαμε φωτιά στα φρένα, και μας έμεινε το γκάζι… 

Η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές το τερματίσανε το γκάζι, δοκιμάζοντας λογής-λογής όρια. Ωστόσο, αν και με καμένα τα φρένα, η ιστορία ξετυλίχτηκε αρκετά στερεότυπα. Οι συναρπαστικές ημέρες του καιρού της εγγραφής του CD δεν προμήνυαν επ’ ουδενί την ευτέλεια με την οποία γράφτηκαν οι τίτλοι τέλους της ιστορίας αυτής.

«Πώς και δεν το συμπεριέλαβα στα πράγματα που του επέστρεψα;» σκέφτηκε. «Μάλλον επειδή είχε ξεμείνει εδώ, στο εξοχικό».

Όπως κύκλωνε νευρικά με το χέρι την περίμετρό του, ένοιωσε ένα ψιλοκάψιμο στο μεσαίο της δάκτυλο, ενώ παρατήρησε πως τα γράμματα δεν σβήνονταν ούτε κατ’ ελάχιστο, όσο κι αν έτριβε την λεία παγωμένη επιφάνειά του. «Δυνατός εκείνος ο μαύρος ειδικός μαρκαδόρος, τελικά».

Δεν μπόρεσε, ωστόσο, να διευκρινίσει το συναίσθημα που της γεννούσε. Δεν ήταν ακριβώς νοσταλγία. Ούτε και θλίψη απώλειας ήταν. Ο τρόπος που είχε λάβει τέλος αυτή η ιστορία τής είχε, δυστυχώς, αποδομήσει εντελώς τον πρωταγωνιστή της.

Η ίδια είχε πάει παρακάτω, είχαν συμβεί πολλά και διαφορετικά πράγματα στη ζωή της. Μα τώρα, που ξετρύπωσε αυτό το –κάποτε– δώρο που του είχε κάνει, αισθανόταν αρκετά παράξενα.

«Λες να νοιώθω έτσι ακριβώς γι’ αυτό; Γιατί με ξαφνιάζει το γεγονός πως δεν μπορώ να προσδιορίσω το συναίσθημα; Κάτι σαν να μπερδεύεται ανάμεσα στην αγάπη, το παράπονο, το θυμό, τη συγχώρεση και τη λήθη; Μα τι ακριβώς;» 

Ένας μικρός ενοχλητικός πόνος στη βάση της σπονδυλικής της στήλης την επανέφερε από την νιρβάνα που είχε βυθιστεί εδώ και λίγα λεπτά. Το όχι και τόσο νεανικό πια σώμα της, δεν άντεχε, βλέπεις, πολύ ώρα σε στάση οκλαδόν χωρίς διαμαρτυρία. Συνάμα, η ανάγκη να τελειώνει μ’ αυτήν την άχαρη δουλειά που ξεκίνησε, της υπαγόρευε μετ’ επιτάσεως να επαναφέρει άμεσα τις εγκεφαλικές της λειτουργίες σε όσα έπρεπε να διεκπεραιώσει.

«Δε βαριέσαι… C’ est la vie που λένε και οι Γάλλοι», είπε δυνατά στον εαυτό της, μια και άλλωστε δεν υπήρχε άλλος στο δωμάτιο. Ξανακοίταξε το σιντάκι χαμογελώντας μ’ έναν τρόπο, σαν να έδινε άφεση αμαρτιών για κάτι. Δεν το ξανάριξε, ωστόσο, στα σκουπίδια, αλλά το φύλαξε στο τελευταίο συρτάρι του παλιού εκείνου ξύλινου επίπλου. Σηκώθηκε από το πάτωμα κι έκανε καναδυό διατάσεις για να ξεπιαστεί. Με μια κίνηση βιασύνης, πήρε στο χέρι τη μεγάλη σακούλα και κατευθύνθηκε στο διπλανό δωμάτιο. Έπρεπε να συνεχίσει να ξεσκαρτάρει ό,τι δεν της χρειαζόταν πια.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s