‘Ανω τέλεια

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1290
DJ της ημέρας, η Κατερίνα Επιτροπάκη

— Διονύσης, λοιπόν! Χάρηκα πολύ, δεν έτυχε να μου μιλήσει για σας ποτέ ο άνδρας μου.

Ένα πλατύ χαμόγελο, συνόδευσε την εγκάρδια χειραψία της.

— Δεν έτυχε, λοιπόν, να με αναφέρεις ποτέ στη γυναίκα σου;

Κάρφωσε τα μάτια του πάνω μου, ενώ εγώ ένοιωσα να φεύγει η γη κάτω από τα πόδια μου. Κι αν μιλούσε; Κι αν άφηνε υπονοούμενα για τα «απαγορευμένα»;  Έσπευσα να προλάβω να σκαρώσω το αναγκαίο αφήγημα, προσπαθώντας να μην αφήσω χρονικό κενό ανάμεσα στις κουβέντες, τέτοιο ώστε να της γεννήσει υποψίες.

— Ναι, δεν έτυχε. Με τον Διονύση, γλυκιά μου, γνωριστήκαμε στο στρατό. Τότε που υπηρετούσα στη Λήμνο, όπως αν θυμάσαι σου είχα πει. Κάναμε παρέα, δεν περάσαμε κι άσχημα. Αξέχαστα χρόνια. Αλλά, ξέρεις πώς είν’ αυτά. Απολυθήκαμε, χαθήκαμε, καθένας το δρόμο του. Ο κόσμος όμως είναι μικρός και όλοι, κάποια στιγμή, ξαναβρισκόμαστε. Όμορφη έκπληξη η σημερινή, Διονύση. Να που ως θεατρόφιλοι, συμπέσαμε απόψε στην ίδια παράσταση, έτσι; Και ως αθεράπευτοι καπνιστές, να που βρεθήκαμε στο φουαγιέ του θεάτρου! 

Χαμογέλασα, ωστόσο ένοιωσα πως μιλούσα  γρήγορα και νευρικά. Ήλπιζα να μην έχει γίνει αντιληπτό από την γυναίκα μου αυτό. Αν μπορούσα, πραγματικά, θα ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.

— Λοιπόν, αγόρια, εγώ θα πάω στο μπαρ να πάρω κάτι να πιω. Έχουμε ακόμα χρόνο αρκετό για το τρίτο κουδούνι. Θέλει κανείς σας κάτι να του φέρω; 

Αρνηθήκαμε κι οι δύο. Η γυναίκα μου απομακρύνθηκε για το μπαρ στην άλλη άκρη του φουαγιέ.

Ήμασταν πια μόνοι, οι δυο μας. Η αλήθεια είναι πως είχα πολλές φορές φανταστεί αυτή τη στιγμή, όπου κάπου τυχαία θα ξανασυναντιόμασταν. Όμως όχι έτσι.

— Μα πού τον σκέφτηκες τον στρατό και τη Λήμνο; 

— Κάτι έπρεπε να πω… 

— Καταλαβαίνω… Παντρεύτηκες, λοιπόν; Όμορφη η γυναίκα σου. Πώς είσαι, γενικά; Πώς κύλησε η ζωή σου; Έχουν περάσει κάπου δέκα χρόνια από τότε. Αλήθεια, με θυμόσουν πού και πού όλο αυτό τον καιρό; 

— Κοίτα, Διονύση, θα σου μιλήσω ειλικρινά. Ναι, σε θυμόμουν. Συνεχώς. Στην αρχή συχνά. Αργότερα ο χρόνος ξεθώριασε λίγο-λίγο τις αναμνήσεις. Υπήρξες σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή μου, δεν σου έλεγα ψέματα τότε. Κι ήταν όλα αληθινά. Συναισθήματα, πάθος, κουβέντες, όλα. Όμως, να… Κάποια στιγμή, ξέρεις, πήρα κάποιες αποφάσεις. Σήμερα έχω έναν ευτυχισμένο γάμο. Είμαστε καλά. Όσον αφορά… Κοίτα, Διονύση: Εκείνη, ασφαλώς, δεν ξέρει τίποτα. Κι εγώ, σε όλο αυτό, εδώ και καιρό, πώς να στο πω… Ας πούμε, έχω βάλει τελεία. 

— Full stop, λοιπόν; 

Ξαναείδα στο πρόσωπό του εκείνο το ακαταμάχητο μειδίαμα, που στο μυαλό μου είχε σημαδέψει την ανάμνησή του, ακόμα κι όταν είχαν ξεθωριάσει με το χρόνο τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του. Έμεινε για αρκετά δευτερόλεπτα να με κοιτάζει κατάματα, έτσι όπως χαμογελούσε. Συνέχισε, χαμηλώνοντας τη φωνή του.

— Κι εγώ θυμάμαι. Ανεξίτηλα. Όσο για τη δική μου ζωή…. Άσ’ το, θα θέλαμε πολύ χρόνο για να σου μιλήσω. Και όπου νάναι θα επιστρέψει η γυναίκα σου. Και, άλλωστε, σε λίγο η παράσταση αρχίζει. Βλέπεις, μετά από τόσα χρόνια, το ‘κανε η τύχη και συναντιόμαστε στο θέατρο. Του “παραλόγου “ ή της “λογικής”; Μικρή σημασία έχει… 

Έβαλε το χέρι στην τσέπη του μπουφάν του κι έβγαλε το πακέτο από τα KARELIA του. Δεν το ‘κανε, ωστόσο, για να καπνίσει. Έκοψε ένα κομμάτι από το εσωτερικό χαρτί. Έβγαλε το στυλό του από την επάνω τσέπη και σημείωσε ένα κινητό τηλέφωνο.

— Το τηλέφωνό μου. Μπορείς να με πάρεις όποτε θες. Θα χαρώ, το ξέρεις. Θα είχαμε πολλά να πούμε, να θυμηθούμε, να ξαναπιάσουμε. Αν θελήσεις λοιπόν…. Όσο για την “τελεία” που λες πως έβαλες τι να σου πω… Υπάρχουν κι άλλα σημεία στίξης, που μπορεί και ν’ αφήνουν κάποια περιθώρια. Ερωτηματικά, ας πούμε. Ή αποσιωπητικά για την ώρα. 

Μου έβαλε το χαρτί στην παλάμη μου, αγγίζοντάς με συνωμοτικά. Όπως έκλεισα τη χούφτα μου, το τσαλάκωσα ασυναίσθητα, κάνοντάς το ένα μικρό μπαλάκι μέσα της.

— Μπαίνω στην αίθουσα. Δώσε ξανά χαιρετισμούς στη σύζυγο εκ μέρους του …φίλου απ’ το στρατό! 

Δεν τον κοίταξα όπως απομακρύνθηκε. Το βλέμμα μου είχε με αγωνία καρφωθεί στην πλευρά του μπαρ, όπου διέκρινα τη φιγούρα της  να πλησιάζει προς το μέρος μου. Ξετσαλάκωσα το χαρτί από την παλάμη μου. Έλεγξα με ένα φευγαλέο βλέμμα τα δέκα του ψηφία. Όλα ευδιάκριτα. Το έχωσα βαθειά στην εσωτερική τσέπη από το σακάκι μου. Θα φρόντιζα να το αποστηθίσω, κάποια στιγμή που θα ήμουν μόνος και πιο ήρεμος.

— «Ας μπούμε», είπα χαμογελώντας και όσο μπορούσα πιο ατάραχα.  «Ξεκινά όπου να ‘ναι το δεύτερο μέρος της παράστασης». 

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s