Ένα πρωινό Δευτέρας σαν όλα τ’ άλλα

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1453
Dj της ημέρας, η Κατερίνα Επιτροπάκη

— Μαμά, φεύγω-φεύγω. Δεν το θέλω το σάντουιτς.
— Μα θα φύγεις νηστική;
— Δεν πεινάω, το στομάχι μου είναι κόμπος. Φεύγω σου λέω, θ’ αργήσω.
— Πρώτη ώρα γράφετε διαγώνισμα; Μα έλα, βάλτο στην τσάντα, το τρως μετά.
— Ναι πρώτη ώρα. Άσε με βρε μαμά, δε θέλω είπα, φάτο εσύ.
— Καλή επιτυχία! Να προσέχεις

Το απότομο μπαμ που ακούστηκε από το νευρικό κλείσιμο της πόρτας δεν της άφησε καμιά αμφιβολία πως η μικρή ούτε που άκουσε τα τελευταία της λόγια.

Ασυναίσθητα σχημάτισε με το δεξί της χέρι έναν μεγάλο σταυρό στον αέρα. «H Παναγιά  μαζί σου», ψιθύρισε, σχεδόν χωρίς ήχο.

Ανασκουμπώθηκε. Άρχισε να βάζει πρόγραμμα στις δουλειές της: Πρέπει ν’ αερίσει τις κρεβατοκάμαρες, να αλλάξει σεντόνια στα κρεβάτια. Ο ουρανός από το παράθυρο δείχνει καθαρός, δεν θα βρέξει, ευκαιρία να βάλει πλυντήριο. Ακούστηκε το σφύριγμα της χύτρας από την κουζίνα, σε κανένα εικοσάλεπτο θα είναι έτοιμο το κοκκινιστό. Πρέπει να τα προλάβει όλα νωρίς, στις δέκα πρέπει να ’χει φύγει για το σπίτι της πεθεράς, να την πάει στον γιατρό για την εξέταση.«Θα ’χουμε γυρίσει πριν τις δωδεκάμιση; Μήπως  να βράσω από τώρα και τα μακαρόνια; Θα πρέπει να πεταχτώ και σουπερ μάρκετ, τελειώνει ο καφές. Γυρνώντας να περάσω κι απ’ το καθαριστήριο και…. Τι άλλο; Κάτι ακόμα πρέπει να θυμηθώ… Πρέπει να …Τι;»

Για μια στιγμή στάθηκε αποσβολωμένη στη μέση του μικρού διαδρόμου που οδηγεί στην κουζίνα. Το βλέμμα της έπεσε  στο είδωλό της στον ολόσωμο καθρέφτη που βρισκόταν στον απέναντι τοίχο.

Είδε μια μορφή που αισθάνθηκε πως δεν την αναγνώριζε. «Ποια είναι αυτή η κουρασμένη γυναίκα με την τριμμένη ρόμπα πάνω από τις πιτζάμες; Πού είμαι εγώ; Πού κρύφτηκα; Έγινα αόρατη; Δεν με βλέπει κανείς; Όχι, όχι, δεν κατοικώ εκεί μέσα, σ’ αυτό το σώμα. Δεν είμαι εγώ αυτή. Δεν την γνωρίζω».

Ανατρίχιασε. Το σφύριγμα της χύτρας ακουγόταν πια στ’ αυτιά της σαν σειρήνα ασθενοφόρου. Κρατήθηκε από τον ξύλινο καλόγερο που βρισκόταν στον πλαϊνό τοίχο, όμως ένοιωσε πως αυτός μετατρεπόταν σε μια σκοτεινή φιγούρα και τα κρεμαστάρια του σε πλοκάμια που προσπαθούσαν να την εγκλωβίσουν.

Έκλεισε  τα μάτια πιέζοντας με τα δυο της χέρια τους κροτάφους με τέτοια δύναμη, λες και θα ήταν δυνατόν να ξαναπλάσει  το σχήμα του κεφαλιού της. Χαλάρωσε την πίεση, καθώς μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της μέχρι κάτω, στα καρφωμένα στο πάτωμα πόδια της. Για λίγο αισθάνθηκε πως το υλικό της ήταν τσιμέντο, θα ’μενε για πάντα ακινητοποιημένη εκεί, στη μέση ενός μισοσκότεινου διαδρόμου.

Δεν μπόρεσε να συνειδητοποιήσει τον χρόνο που πέρασε. Θα μπορούσε να ήταν ελάχιστα δευτερόλεπτα ή και πολλά εικοσιτετράωρα. Το ντριν του τηλεφώνου σαν να την ξύπνησε από λήθαργο. Κινήθηκε τρέχοντας.

«Παρακαλώ; Μάλιστα. Όχι, όχι ευχαριστώ, δεν μας ενδιαφέρει, έχουμε ήδη συμβόλαιο ασφάλισης  κατοικίας».

* * *

Ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com
για να γίνετε ο Dj της ημέρας.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.