Η δύναμη του ροδάκινου

—της Χριστίνας Ντούση—

Η διαταγή ήταν σαφής: όποιος  βγει στο δρόμο πυροβολείται. Το περιπολικό πέρασε μια βόλτα νωρίς, γύρω στις 7.00 και με τον τηλεβόα έδωσε την εντολή. Έριξε και μια εκφοβιστική πιστολιά στον αέρα. Η γειτονιά που είχε αρχίσει να ξυπνά, πάγωσε. Ρούχα έμειναν μισοαπλωμένα, κάτι ραδιόφωνα μετέδιδαν δυνατά παράσιτα, χωρίς να τα κλείνει κανείς.

Πρώτα ακυρώθηκαν οι συναυλίες, οι αθλητικοί αγώνες και οι παραστάσεις. Μετά έκλεισαν οι κινηματογράφοι. Ακολούθησαν τα εμπορικά κέντρα, τα μικρά καταστήματα. Στις πλατείες και τα ελεύθερα πάρκα μπήκαν συρματοπλέγματα. Οι είσοδοι προς το βουνό και την  θάλασσα αποκλείστηκαν με μεγάλους βράχους και μπαριέρες .

Στους δρόμους ακόμη κυκλοφορούσες. Ουρές σχηματίζονταν στα επιταγμένα καταστήματα τροφίμων. Το ραδιόφωνο μετέδιδε κλασική ή εκκλησιαστική μουσική, η τηλεόραση ασπρόμαυρες ταινίες της δεκαετίας του ’60. Θαύμαζε ο κόσμος την ελευθερία των παλαιότερων, παρά την προφανή φτώχια. Πικ νικ στη θάλασσα, τρέξιμο με έστω και σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα στην παραλιακή. Τι ζωή!

Μετά έκλεισε και η τηλεόραση.  Οι ασπρόμαυρες ταινίες κρίθηκαν επιβλαβείς για το κοινωνικό σύνολο. Το τουίτερ, το ίνσταγκραμ, το facebook  έπεσαν ταυτοχρόνως. Τα blog και οι ιστοσελίδες πάγωσαν.

Το ραδιόφωνο έμεινε τελευταίο, επιστημονικές έρευνες είχαν δείξει ότι η κλασική και η εκκλησιαστική μουσική κατεύναζε το ανθρώπινο θυμικό.

Με την ολική απαγόρευση εξόδου, έκλεισε και αυτό.

Την ίδια μέρα κόπηκε και το ρεύμα. Όποιος είχε λαμπάδες πασχαλινές ξεχασμένες τις ανέσυρε. Στο ημίφως, κάποιος ξεκίνησε ένα τραγούδι. Από απέναντι, ένας άλλος συμπλήρωσε το κουπλέ. Ένας τρίτος είπε το ρεφραίν. Σε λίγο όλο το τετράγωνο τραγουδούσε. Βγήκαν κάτι ντέφια, ένα ταμπούρλο,  μια κιθάρα. Παλαμάκια ακούγονταν ρυθμικά.

Έτσι εκδόθηκε άλλη διαταγή: όποιος βγαίνει στο μπαλκόνι πυροβολείται.  Κόπηκαν οι αυτοσχέδιες συναυλίες.  Τότε εμφανίστηκε το πρώτο ανθρώπινο απορριματοφόρο:  θύμιζε νεκροφόρα στο σχήμα, αλλά το μέγεθος ήταν πενταπλάσιο. Από μέσα βγήκαν δυο με ολόσωμες άσπρες στολές και σκάφανδρα — θύμιζαν αστροναύτες. Περπατούσαν με το βάδισμα της χήνας. Ανέβηκαν βιαστικά στη διπλανή πολυκατοικία. Πίσω από το παράθυρο του τετάρτου ορόφου έγινε μια πάλη. Οι κουρτίνες κινηθήκαν βιαίως, ακούστηκε μια πνιχτή κραυγή και μετά σιωπή. Οι αστροναύτες βγήκαν σέρνοντας μια άσπρη μακρόστενη σακούλα. Από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε ότι η κυρία Μερόπη τρελάθηκε. Οι τρελοί εξοντώνονταν άμεσα, για το καλό της κοινότητας. Ο γιός της έδωσε μάχη να την κρατήσει. Λίγες μέρες μετά οι αστροναύτες με τα λευκά εμφανίστηκαν πάλι για να πάρουν κι αυτόν.

Τότε διαδόθηκε η μέθοδος. Στην αρχή σε λίγους, για τον φόβο της κατάδοσης. Όσο έδειχνε ότι είχε αποτέλεσμα, τόσο ο κόσμος ξεθάρρευε και την έλεγε και σε άλλους. Ήταν απλή,  το γεγονός ότι δε τους  είχε περάσει  νωρίτερα από το μυαλό, καταδείκνυε και το μέγεθος της  βλάβης που είχε συντελεστεί.

Ήταν μόνο πέντε λέξεις: «φανταστείτε τι σας κάνει ευτυχισμένους».

Ο Νίκος του δευτέρου φαντάστηκε τον εαυτό του να ξυπνά πρωί. Η σκηνή του ήταν στημένη ανάμεσα στους κέδρους, ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμη. Έπαιξε τα δάχτυλα του στην άμμο και  τον περίμενε να βγει από την απέναντι πλαγιά. Βούτηξε στο  διάφανο νερό την στιγμή που έσκαγε η πρώτη αχτίδα.

Η Μαρία σκέφτηκε τον ξυλόφουρνο της γιαγιάς της στο χωριό, να βγάζει ολοστρόγγυλα  καρβέλια. Της ήρθε η υπόξινη μυρωδιά στη μύτη, ένιωσε την τραχιά αφή των χεριών της νόνας. Έγινε ξανά δέκα χρονών, με ξεραμένα κάπαλα στα γόνατα και όλη την ελευθερία του κόσμου.

Ο Χρήστος σκέφτηκε άγρια άλογα. Τα είδε να καλπάζουν με τις ώρες στα χορτολίβαδα της Πίνδου μέσα στα αγριολούλουδα.

Πολλοί σκέφτονταν μικρά πράγματα, στην αρχή δεν έφτανε το μυαλό τους για παραπέρα: να τρώνε ένα ροδάκινο, τα ζουμιά να στάζουν στο σαγόνι τους — τα ροδάκινα είχαν εξαφανιστεί έναν χρόνο τώρα, είχαν κριθεί πολύ αισθησιακά.   Να πίνουν ένα  παγωμένο ροζέ κρασί κοιτάζοντας την πανσέληνο — και το κρασί είχε απαγορευτεί ως παραισθησιογόνο. Να τρέχουν στο δάσος, μυρωδιές από ξεραμένο ρετσίνι και φρέσκες πευκοβελόνες. Να ξεδιαλέγουν αγριολούλουδα για μαγιάτικα στεφάνια, να πέφτουν με την αρμύρα της θάλασσας σε δροσερά βαμβακερά σεντόνια, να επιβιβάζονται φορτωμένοι σλίπινγκ μπαγκ και σκηνές  σε παλιά επιβατηγά πλοία για τα νησιά, να ταΐζουν γλάρους και να βλέπουν δελφίνια στη διαδρομή.

Σιγά σιγά ξεθάρρευαν. Έκαναν όλο και πιο πολύπλοκες σκέψεις, οι φαντασιώσεις τους ήταν ολόκληρα σενάρια. Στην αρχή βγήκε ο πρώτος στο μπαλκόνι. Με αξιοσημείωτο θάρρος πότισε μια ξεραμένη τριανταφυλλιά. Μετά τέντωσε τα χέρια του και έστρεψε το πρόσωπο του στον ήλιο.   Ύστερα βγήκαν κι άλλοι. Άλλος ασχολιόταν με το λάστιχο του ποτίσματος, ένας τρίτος σκούπισε.  Και μετά, δειλά, άνοιξε μια πόρτα πολυκατοικίας.

Ο κόσμος ξεχύθηκε στο δρόμο, άλλος νόμιζε ότι ήταν στο δάσος,  άλλος στη θάλασσα, όλοι μαζί όμως  προχώρησαν στην κεντρική λεωφόρο, καταπάνω στο περιπολικό που αμέριμνο επιτηρούσε.

Το αναποδογύρισαν  εύκολα. Η σειρήνα έμεινε να τσιρίζει, αλλά σύντομα καλύφθηκε από τα τραγούδια του πλήθους.

* * *

Εικόνα εξωφύλλου: «Κορίτσι με ροδάκινα», 1887, Βαλεντίν Σερόφ.

* * *

Εδώ άλλες ιστορίες

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.