Ένα Ελληνόπουλο στο Παρίσι

Ψυχοπαιδη Παρισι εικονα 1963

—του Κοσμά Ψυχοπαίδη—

Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ
που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί
για το Παρίσι
στη συντροφιά μας όταν έρθη να καθίση

—Ορέστης Λάσκος, «Το Παρίσι»—

Αυτός ο κύριος δεν ήταν παράξενος. Ήταν λιγάκι χοντρός, λιγάκι νευρικός και πολύ Ρωμιός. Φώναζε:

— Ελένη, τρέχα να δεις τη Notre Dame!

Η μέρα ήταν παρισινή, δηλαδή ψιχάλιζε. Κι η ψιχάλα ήταν παρισινή, δηλαδή δεν ενοχλούσε. Το κορίτσι με τα μπλου τζιν συνέχιζε να πουλάει παγωτά στο προαύλιο του Sacre Coeur, της πελώριας και κακόγουστης παρισινής εκκλησιάς, τουρίστες καθισμένοι στην αράδα πάνω στα πλατιά σκαλοπάτια χάζευαν τη θέα μπρος τους: πεντακόσια μέτρα παρακάτω, στην Place Pigale, μια «για τουριστικούς λόγους ηθελημένη» αδιαντροπιά διαδεχόταν την ατμόσφαιρα της ευλάβειας και της προσευχής.

Η Ελένη έτρωγε ένα σάντουιτς με «σοσισόν». Προσηλωμένη στην από κιμωλία εικόνα παρισινού ζωγράφου στο πεζοδρόμιο, σκεφτόταν ίσως πως οι σταγόνες της βροχής κολάκευαν το σύνολο αλλοιώνοντας το φόντο. Στην άκρη του πεζοδρομίου οι περαστικοί έριχναν λίγα σεντίμια για τον γενειοφόρο καλλιτέχνη.

Άφησα το Sacre Coeur χωρίς να πιάσω κουβέντα με τους συμπατριώτες. Ήξερα εξ άλλου από πρώτα τι θα μου λέγαν: «Πολλά φώτα, πολλή βροχή, πολλοί τουρίστες. Κι ακρίβεια, μωρέ παιδί μου!» κ.λπ., κ.λπ. Όλοι οι Έλληνες είμαστε ίδιοι.

Μα το Παρίσι; Ο Ρωμιός θα το επισκεφτεί λίγο σκουντούφλικα, πολύ κριτικά, με τον απαραίτητο «κατάλογο αξιοθεάτων» — σύνθεση συμβουλών συγγενών και φίλων που «έχουν πάει και ξέρουν» (π.χ. Φολί Μπερζέρ, Μουλέν Ρουζ, Σακρ Κερ, Αρκ Τριόμφ, με καραβάκι Σηκουάνα, Ενβαλίντ κ.λπ.)Ο Ρωμιός θα επισκεφτεί το Παρίσι πρόθυμος να θαυμάσει τα πάντα (Ε ρε οικοδομήματα), πρόθυμος να συγκρίνει (Πού είσαι Ψωροκώσταινα με τις χάρες σου), να απογοητευτεί (Καιρός είναι αυτός; Αχ ηλιόλουστη Αθήνα!) μα πάντα αποφασισμένος να κερδίσει το Παρίσι.

Όμως το Παρίσι δεν το κερδίζεις εύκολα. Το πολύ πολύ να σε κερδίσει αυτό.

Στους δρόμους της Μονμάρτης, τις βροχερές και θλιμμένες μέρες, στα café του Boul Mich, στην Correspondance του Denfert Rochereau, στο Λούβρο ή στι Cité Universitaire —επαρχία της ψυχής σου η Cité— το Παρίσι σε κερδίζει.

Χωράς μέσα του, δεν χωράει μέσα σου. Είσαι δικός του, δεν είναι δικό σου. Μια σχέση εξάρτησης που δίνει ανησυχία. («Αχ η Αθήνα Μου, η Ακρόπολή Μου, η Πλάκα Μου». Τυχερός όποιος μπορέσει να πει: Το Παρίσι Μου).

Κάτω από τον Πύργο του Άιφελ μια γυναίκα νοικιάζει καρέκλες. Ένας bouquiniste της αριστερής όχθης ανοίγει το κασόνι του. Ας βρέχει· πουλάει μεταχειρισμένες καρτ ποστάλ (10 σεντίμια ό,τι πάρεις) και βιβλία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Place Pigale οι τουρίστες στριμώχνουνται μπρος στις στενές πόρτες των καμπαρέ. Θα ‘χουνε να διηγιούνται όταν γυρίσουν στην πατρίδα τους: Το Παρίσι τη νύχτα…

Η ψυχή του Παρισιού, το μετρό. Ένας λαβύρινθος στα σπλάχνα της πόλης, εκατοντάδες σκουλίκια τον οργώνουν: τα τρένα. Χιλιάδες άνθρωποι περνάνε στοές, τρέχουν να προφτάσουν αυτόματες πόρτες πριν κλείσουν, χιλιάδες άνθρωποι δίνουν τις κάρτες τους να τρυπηθούν στα ελεγκτήρια ή παρακολουθούν στους φωτεινούς πίνακες τη διαδοχή του directions. Χιλιάδες άνθρωποι πηδούν από τρένο σε τρένο. Κι αμέσως παρά δίπλα, η αντίθεση. Ο παρισινός αλήτης που έχει πάρει έναν υπνάκο στο παγκάκι του metro: έμπρακτη απόδειξη της ελευθερίας του για το αν υπέγραψε ή όχι ο Ντε Γκωλ το Σύμφωνο της Μόσχας, για το αν γίνονται ή όχι πυρηνικές δοκιμές στη Σαχάρα, για το αν είναι γαλλική ή αλγερινή η Αλγερία. Ποιος θα αρνηθεί στον παρισινό αλήτη αυτό του το άγραφο δικαίωμα να διανυκτερεύει στα παγκάκια; Σίγουρα όχι η γαλλική αστυνομία…

tumblr_nfwpjqwu5b1sgoly1o1_1280

Παρίσι, μετρό, δεκαετία 1960. Φωτογραφία: Lewis Morley.

Μα τι είναι λοιπόν το Παρίσι;

Ο ρομαντικός τού «Αχ, αιώνιο Παρίσι» το θέλει κέντρο των μουσών, καλλιτεχνική εστία, σύνθεση σε γκρίζο. Ο ρεαλιστής γλεντζές το βλέπει τόπο ελευθερίας και διασκέδασης και ο διανοούμενος παράδεισο πνευματικών συναντήσεων. Στην πραγματικότητα το Παρίσι δεν είναι τίποτε από αυτά.

Δεν είναι σύνθεση, δεν είναι αφαίρεση. Ούτε καν «είναι» το Παρίσι. Δεν κατακτιέται το Παρίσι, ούτε ορίζεται.

Ίσως ο έλληνας επισκέπτης του Sacre Coeur να μην μπόρεσε να το καταλάβει αυτό, ίσως γι’ αυτόν η πόλη να είναι κάτι πολύ θετικό και συγκεκριμένο. Το ότι θα διαφωνούσαμε δεν θα ‘πρεπε να παραξενέψει. Μια διαφωνία μεταξύ Ελλήνων δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Όμως όποιος κάθισε στις όχθες του Σηκουάνα όταν η κίνηση στους δρόμους αρχίζει να αραιώνει, όποιος ήπιε μπύρα μαζί με τον μπάρμαν σε κάποιο από τα πολυάριθμα café, συζητώντας οτιδήποτε ώσπου να σταματήσει η βροχή, όποιος προσπάθησε (ή έμαθε) εκεί κάτω να «φτιάξει τη ματιά του», θα συμφωνήσει μαζί μου: το Παρίσι είναι κάτι «άλλο»…

Αφήνοντας τη Γαλλία δεν είχα την αίσθηση ότι αποχωρίζομαι κάτι αγαπημένο. Περισσότερο είχα την αίσθηση ότι πάω να συναντήσω κάτι αγαπημένο. Στην κουπαστή του πλοίου, που έχοντας περάσει τα ανήσυχα νερά της Μασσαλίας και της Γένοβας έμπαινε τώρα «στη δικιά μας τη θάλασσα», την ηρεμότατη, εξηγούσα στους φίλους ξένους που έρχονταν να επισκεφθούν την Ελλάδα δείχνοντάς τους με καμάρι τα ακρογιάλια μας:

— Βλέπετε, έτσι είναι σε μας…

Δεν είχα ξεχάσει το Παρίσι, το Παρίσι δεν ήταν παρελθόν, το Παρίσι ήταν μέσα μου, ήμουν κι εγώ λίγο το Παρίσι. Θυμήθηκα τον στίχο που είχε αλλάξει λίγο ένας φίλος: «Ήδη θα κατάλαβες τι σημαίνουν τα Παρίσια» είχε πει.

Ήμουν, αυτό που λεν, λίγο συγκινημένος…

* * *

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1963. Το εντόπισε στο αρχείο του ο Γιώργος Ζεβελάκης και το δημοσιεύουμε σήμερα, που το Παρίσι είναι επίκαιρο — αν και το Παρίσι είναι πάντα επίκαιρο.

Κοσμάς Ψυχοπαίδης φωτοΟ Κοσμάς Ψυχοπαίδης (1944-2004) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, απ’ όπου έλαβε και το διδακτορικό του δίπλωμα. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια της Φρανκφούρτης και του Gottingen του οποίου υπήρξε υφηγητής (Habilitation) και μόνιμος καθηγητής. Διετέλεσε καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (1981-1987) και, εν συνεχεία, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1988-2004). Συμμετείχε στη σύνταξη του περιοδικού Αξιολογικά. Έφυγε από καρδιακή προσβολή στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2004, κατά τη διάρκεια παρουσίασης βιβλίου.

Πηγή: ΒιβλιοΝΕΤ

* * *

Παράρτημα: ένας αμερικανός στο Παρίσι

Τον Μάιο του 1960, από τις 8 μέχρι τις 12 του μήνα, ο Charles W. Cushman από το Σαν Φρανσίσκο βρέθηκε στο Παρίσι και το φωτογράφισε. Έχει ενδιαφέρον, αφού διαβάσαμε το κείμενο του Ψυχοπαίδη, να δούμε τις φωτογραφίες ενός τουρίστα και ερασιτέχνη φωτογράφου:

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ποικίλα (επίκαιρα)

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Βαρύ το τίμημα για τους «ξερόλες»

mrknowitall

Γιατί η νοητική ταπεινότητα είναι ένα πολύτιμο χαρακτηριστικό για τη ζωή και τις επιλογές μας

—Επιμέλεια: Ρούλα Τσουλέα—

Νομίζετε ότι τα ξέρετε όλα; Αν ναι, διαγράφεται μπροστά σας ένα μέλλον γεμάτο στενοκεφαλιά και κακές αποφάσεις, προειδοποιούν αμερικανοί επιστήμονες.

Σε τέσσερα διαφορετικά πειράματα που πραγματοποίησαν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η νοητική ταπεινότητα, δηλαδή η αναγνώριση ότι οι απόψεις μας μπορεί να είναι λανθασμένες, είναι ένα χαρακτηριστικό πολύτιμο για τη ζωή και τις επιλογές μας.

Οπως εξηγούν στην επιθεώρηση Personality and Social Psychology Bulletin, η νοητική ταπεινότητα είναι το ακριβώς αντίθετο της νοητικής έπαρσης και, σε απλή γλώσσα, μοιάζει με το να έχει κάποιος ανοικτό μυαλό.

Παρότι, όμως, είναι ένα χαρακτηριστικό που όλοι λίγο-πολύ διαθέτουμε (σας θυμίζει κάτι η έκφραση «ο ενοχλητικός ξερόλας» ή το «πάλι δεν ξέρεις και περιμένεις να αποφασίσω εγώ;»), η νοητική ταπεινότητα δεν είναι επαρκώς μελετημένη.

Το κενό αυτό θέλησαν να καλύψουν οι επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Ντιουκ, οι οποίοι εξέτασαν πώς λειτουργεί και τι αντίκτυπο έχει.

Σε ένα από τα πειράματα που πραγματοποίησαν, διάβασαν σε ομάδα εθελοντών δοκίμια, άλλα εκ των οποίων συνηγορούσαν υπέρ και άλλα κατά της θεωρίας για την εξέλιξη των ειδών. Οταν τελείωσαν την ανάγνωση, ζήτησαν από τους εθελοντές τους να τους μιλήσουν για την προσωπικότητα των συγγραφέων τους.

Αναλόγως με το πόσο οι ίδιοι συμφωνούσαν ή διαφωνούσαν με τις απόψεις εκάστοτε συγγραφέα, οι νοητικώς αλαζόνες εθελοντές έσπευσαν να απαντήσουν χρησιμοποιώντας γι’ αυτούς επικριτικούς χαρακτηρισμούς, όπως «ανήθικοι», «ανειλικρινείς», «ανίκανοι» και «κρύοι».

Αντιθέτως, οι νοητικώς ταπεινοί άνθρωποι απέφυγαν αυτού του είδους τις προσωπικές επιθέσεις, επιλέγοντας να μην κρίνουν τους συγγραφείς με βάση μόνο τις απόψεις που είχαν εκφράσει στα δοκίμια.

Σε ένα άλλο πείραμα, οι νοητικώς ταπεινοί εθελοντές απεδείχθησαν καλύτεροι από τους αλαζόνες στην αξιολόγηση της ποιότητας των στοιχείων που παρουσιάστηκαν σε μια επιστημονική συζήτηση (αφορούσε τον καθαρισμό των δοντιών με οδοντικό νήμα). Επιπλέον, μπορούσαν να ξεχωρίσουν πολύ καλύτερα τα επιχειρήματα με ισχυρή επιστημονική βάση από εκείνα που ήταν αδύναμα.

Σε επόμενα πειράματα, εξάλλου, οι νοητικώς ταπεινοί εθελοντές είχαν την τάση να επικρίνουν λιγότερο τους πολιτικούς οι οποίοι άλλαζαν γνώμη για κάποιο θέμα, διότι ήταν πιθανότερο να πιστεύουν πως η αλλαγή των απόψεων από έναν πολιτικό είναι θετική όταν βασίζεται σε νέα δεδομένα.

Τα πειράματα έδειξαν ακόμα ότι η νοητική ταπεινότητα είναι ανεξάρτητη από τις πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, αφού παρατηρήθηκε εξίσου σε φιλελεύθερους και συντηρητικούς, θρησκευόμενους και άθεους.

«Μεγάλη αρετή»

«Τα πειράματά μας έδειξαν ότι η νοητική ταπεινότητα αυξάνει την ανεκτικότητά μας προς τα άλλα άτομα και μας βοηθά να λαμβάνουμε καλύτερες αποφάσεις» δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής δρ. Μαρκ Λίρι, καθηγητής Ψυχολογίας και Νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ.

«Το να μη φοβάσαι να κάνεις λάθος είναι μεγάλη αρετή και νομίζω ότι είναι μια αρετή που πρέπει να ενθαρρύνουμε. Πιστεύω ότι αν όλοι μας είχαμε λίγο περισσότερη νοητική ταπεινότητα, θα δημιουργούσαμε πολύ λιγότερα προβλήματα ο ένας στον άλλο».

Και συνέχισε λέγοντας ότι αυτό ισχύει για όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις, ακόμα και τις καθημερινές στο σπίτι ή στη δουλειά.

«Είναι σύνηθες φαινόμενο οι μικροέριδες με τους φίλους, τους συντρόφους ή τους συναδέλφους μας για σχετικά ήσσονος σημασίας θέματα, για τα οποία όμως πιστεύουμε ακράδαντα ότι η δική μας άποψη είναι η σωστή και των άλλων η λανθασμένη» είπε.

«Αντίστοιχα, όταν στον χώρο εργασίας γίνεται μια σύσκεψη και ο επικεφαλής έχει πολύ χαμηλή νοητική ταπεινότητα, δεν πρόκειται να ακούσει τις προτάσεις των λοιπών συμμετεχόντων. Ωστόσο, ξέρουμε καλά πως καλός ηγέτης είναι αυτός που έχει ανοικτό μυαλό και είναι έτοιμος να δει τα πράγματα υπό όσο το δυνατόν περισσότερες οπτικές γωνίες μπορεί».

Πηγή: Τα Νέα

mr do-not-keep-calm-small

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Επιστήμη

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής: «Ο τόπος αυτός έχει μεγάλη ροπή στη μάθηση…»

Προχθές, Τρίτη 21 Μαρτίου, τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το Αριστείο των Γραμμάτων ο Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής: κλασικός φιλόλογος, νεοελληνιστής, ακάματος μουσικός ερευνητής — και για όσους τυχερούς υπήρξαμε μαθητές του, ο Δάσκαλος, όπως σωστά γράφει η Αγγελική Μπιρμπίλη στην Athens Voice. Προσωπικά, του οφείλω πολλά: όχι μόνο ότι μπήκα στη Φιλοσοφική, αλλά και ότι βγήκα, και μάλιστα ωφελημένος. Πρωτίστως του οφείλω ότι μου έμαθε εις βάθος τον Θουκυδίδη — και ο Θουκυδίδης, αν τον καταλάβεις, σε διδάσκει να διαβάζεις, να γράφεις και κυρίως να σκέφτεσαι.

Αρκετά στοιχεία για το πλούσιο και ποικίλο ερευνητικό, συγγραφικό και μεταφραστικό έργο του Μανόλη Χατζηγιακουμή μπορείτε να βρείτε στο site του Κέντρου Ερευνών και Εκδόσεων. Από εκεί αντιγράφουμε μια προ δεκαετίας συνέντευξή του στον Σωτήρη Κακίση για το ΒΗΜΑgazino. Ας δούμε λοιπόν πώς μιλά ο ίδιος για το έργο του, διότι τα λέει όπως ακριβώς απαιτεί από τους μαθητές του να απαντούν: δυνατά, καθαρά και γρήγορα.

Γιώργος Τσακνιάς

* * *

Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής: «Ο τόπος αυτός έχει μεγάλη ροπή στη μάθηση…»

Συνέντευξη στον Σωτήρη Κακίση (ΒΗΜΑgazino αρ. 323, 24/12/2006)

Κύριε Χατζηγιακουμή, από πού να ξεκινήσουμε; Να ξεκινήσουμε άραγε πρώτα από την κύρια ιδιότητά σας, την ιδιότητα του Φιλολόγου και του Νεοελληνιστή;

Μάλιστα. Του κλασικού φιλολόγου με τις προπτυχιακές σπουδές και του νεοελληνιστή με τις μεταπτυχιακές, και οι δύο στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ήταν η πρώτη φορά τότε, το 1964-1966, που καθιερώνονταν, με υποτροφίες μέσω του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, μεταπτυχιακά στο Εσωτερικό με στόχο την εκπόνηση Διδακτορικής διατριβής.

Μιλάμε, προφανώς, για την εποχή που εκπονήσατε την περίφημη διατριβή σας «Νεοελληνικές Πηγές του Σολωμού»…

Ακριβώς. Η έρευνα και η συγγραφή της διατριβής πραγματοποιήθηκε περίπου σε 18 μήνες και στηρίχθηκε στα «Αυτόγραφα», δηλαδή στα ίδια τα Χειρόγραφα του Σολωμού που είχαν μόλις τότε, το 1964 δηλαδή, δημοσιευθεί φωτοτυπικά από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τα στοιχεία της έρευνας ήταν αποκαλυπτικά. Αποδείχθηκε απροσδόκητα ότι ο Σολωμός είχε μελετήσει, και χρησιμοποιήσει δημιουργικά στο Έργο του, όλη την μέχρι τότε εθνική λαϊκή λογοτεχνία, πολύ πριν αυτή αναγνωρισθεί και ενταχθεί στην επίσημη Γραμματεία μας, παλαιά Μεσαιωνικά κείμενα -είχε μελετήσει ακόμη και τον Διγενή Ακρίτα-, την Κρητική λογοτεχνία, κυρίως τον Ερωτόκριτο, και φυσικά τη Δημοτική ποίηση. Στην πραγματικότητα, η διατριβή διερευνούσε το ακανθώδες εκφραστικό πρόβλημα του Σολωμού και αποδείκνυε γιατί έπρεπε να θεωρείται πραγματικός Εθνικός ποιητής.

Γι’ αυτό και αποτελεί τομή στη Σολωμική βιβλιογραφία. Ο αντίκτυπός της υπήρξε, απ’ όσο ξέρω, πολύ μεγάλος.

Η πρώτη μεγάλη εντύπωση δημιουργήθηκε στην ίδια τη Φιλοσοφική Σχολή. Στη συνεδρία της για την έγκριση, στις 4 Μαρτίου 1967, ενάμιση μόλις μήνα πριν τη Δικτατορία, πέρα από τα ασυνήθιστα εγκώμια, η Σχολή πήρε δύο αποφάσεις: να με σπουδάσει στο Εξωτερικό, όπως είχε κάνει παλαιότερα για τον Ιωάννη Συκουτρή, και να τυπώσει τη διατριβή το ίδιο το Πανεπιστήμιο -κάτι που αποφασιζόταν τότε για πρώτη φορά-, από το κληροδότημα Σοφίας Σαριπόλου. Έτσι εγκαινιάσθηκε η γνωστή «Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου», η οποία αριθμεί σήμερα 100 τίτλους-διατριβές.

Πραγματικά ασυνήθιστες και εντυπωσιακές αποφάσεις, ειδικά για τα χρόνια εκείνα.

Μετά την έκδοση της διατριβής το 1968, ο αντίκτυπος υπήρξε εξίσου μεγάλος και στον ειδικό χώρο των νεοελληνιστών, των κριτικών, αλλά και των λογοτεχνών. Ακολούθησαν πάμπολες θετικές αντιδράσεις και κριτικές. Ο Σολωμός, βλέπετε, προκαλούσε ακόμη τότε μεγάλο ενδιαφέρον. Βρισκόμασταν άλλωστε στον απόηχο των εκδηλώσεων για τα εκατό χρόνια από τον θάνατό του, στα 1957…

Η ενασχόλισή σας με ένα θέμα «ταμπού» όπως ο Σολωμός και σε ηλικία, αν δεν απατώμαι, μόλις 24 ετών ήταν ένα πραγματικό τόλμημα. Πώς το σχολιάζετε σήμερα;

Οι δεσμοί μου με τον Σολωμό ήταν πολύ στενοί από πριν. Ως μαθητής είχα εκφωνήσει στο Γυμνάσιο, στο Ιπποκράτειο Γυμνάσιο της Κω, τον επίσημο πανηγυρικό για τα εκατό χρόνια από τον θάνατό του. Ως φοιτητής τον διάβαζα συνέχεια, ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους μου ποιητές, ήξερα όλα σχεδόν τα ποιήματά του απέξω. Ωστόσο η αφορμή για τη διατριβή δόθηκε από συγκεκριμένο περιστατικό. Διαβάζοντας κάποια στιγμή τον «Ερωτόκριτο», τον Νοέμβριο του 1964 θυμάμαι, σχημάτισα με διάφορες λέξεις από ένα χωρίο του τον στίχο «στα μάτια και στο πρόσωπο θωρούνται οι λογισμοί τους», ο οποίος παρέπεμπε κατευθείαν στον γνωστό στίχο από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους «στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους». Υπήρχε ωστόσο μια βασική διαφορά, οι λέξεις «λογισμοί – στοχασμοί». Φαντάζεσθε την έκπληξή μου, όταν ανακάλυψα στα «Αυτόγραφα» ότι η αρχική μορφή του στίχου ήταν «φαίνοντ’ οι λογισμοί τους»! Από κει και πέρα ο δρόμος ήταν ανοικτός, η πρόκληση μεγάλη, και η παρόρμηση ακατανίκητη.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησε η διατριβή και ολοκληρώθηκε, όπως είπατε, περίπου σε 18 μήνες. Πάρα πολύ μικρό διάστημα. Πέστε μου, έχετε γράψει κάτι άλλο για τον Σολωμό;

Τον αμέσως επόμενο χρόνο, το 1969, ένα μικρό μελέτημα 40 σελίδων με τίτλο «Σύγχρονα Σολωμικά Προβλήματα». Είναι η συνέχεια, η συνθετική και θεωρητική επόπτευση. Θεωρήθηκε εξίσου σπουδαίο. Σ’ αυτό συνεξετάζονται τα κυριότερα σολωμικά προβλήματα, το εκδοτικό, της βιβλιογραφίας, των πηγών, της βιογραφίας και το ερμηνευτικό, και τα οποία εξακολουθούν ακόμη μέχρι σήμερα να παραμένουν χωρίς οριστική λύση. Το σημαντικότερο πάντως εδώ είναι ότι το μελέτημα αυτό γράφτηκε στη δημοτική. Μη ξεχνάτε ότι βρισκόμαστε στον δεύτερο χρόνο της δικτατορίας κι εγώ ήμουν ήδη στo Πανεπιστήμιο, στο Σπουδαστήριο της Νεοελληνικής Φιλολογίας. Γι’ αυτόν τον λόγο χρησιμοποιήθηκε αμέσως, μαζί με άλλα ουσιαστικά και βαθύτερα, για την αποπομπή μου, το Νοέμβριο του 1969…

Από τη μια στιγμή στην άλλη; Πώς το αντιμετωπίσατε;

Συνέβαιναν πολύ σκληρότερα τότε, από το να χάσει κανείς μια θέση και την προοπτική μιας καριέρας. Η συνέπεια έχει και συνέπειες. Οι ανατροπές πάντως γίνονται καμιά φορά αφορμή για σημαντικότερα πράγματα. Το 1970, τη χρονιά που ακολούθησε, συνέβησαν γεγονότα που καθόρισαν τον προσανατολισμό και τη δημιουργικότητα μιας δεκαετίας. Γράφεται και δημοσιεύεται η μελέτη μου για τον Παλαμά, προωθείται η έρευνα στα Δημώδη Μεσαιωνικά Κείμενα και αρχίζει η μεγάλη επίσης έρευνα των Μουσικών Χειρογράφων και της Εκκλησιαστικής Μουσικής γενικότερα. Είναι ακόμη η χρονιά της χορηγίας της Ford Foundation: ήμουν κι εγώ ανάμεσα στην πρώτη ομάδα που επιχορηγήθηκε, με Μαρωνίτη, Αναγνωστάκη, Σαχτούρη, και άλλους.

Πλούσια χρονιά. Η θετική αντίδραση ασφαλώς στην απομάκρυνσή σας από το Πανεπιστήμιο. Ας δούμε όμως τα θέματα ξεχωριστά: κατ’ αρχήν ο Παλαμάς.

Πρόκειται για μελέτη στην οποία ο Παλαμάς κρίνεται γενικότερα ως κριτικός, και ειδικότερα ως κριτικός του Σολωμού. Ο τόμος περιλαμβάνεται ανάμεσα στους πρώτους με τους οποίους εγκαινιάσθηκαν τότε οι γνωστές «Εκδόσεις Ερμής». Το κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι, παρόλο που ο Παλαμάς επέβαλε τον Σολωμό στο εθνικό κοινό, ο ίδιος έμεινε ξένος στο ποιητικό του δίδαγμα. Αισθανόταν μεγάλη αμηχανία μπροστά στην αποσπασματικότητα του έργου του και στην ελλειπτικότητα του λυρικού του στοχασμού. Θεωρούσε άλλωστε, όπως ξέρετε, ανώτερο τον Βαλαωρίτη. Να σημειωθεί πάντως ότι ο Παλαμάς, ως ποιητής, αποτελεί το τέρμα μιας μεγάλης καμπύλης, ενώ ο Σολωμός την απαρχή μιας νέας. Με τη μελέτη αυτή κλείνει ένας συγκεκριμένος ερευνητικός κύκλος.

Για δύο τόσο σπουδαία θέματα της νεώτερης λογοτεχνίας μας, όπως ο Σολωμός και ο Παλαμάς, και περνάτε πια στα Μεσαιωνικά, λογοτεχνικά Κείμενα. Ένα νέο σας τότε φιλολογικό ενδιαφέρον;

Για την ακρίβεια επανακάμπτω. Γιατί η έρευνα στα Μεσαιωνικά Κείμενα είχε ήδη αρχίσει μόλις τελείωσε η διατριβή. Ετοίμαζα το θέμα, βλέπετε, για Υφηγεσία. Τα ποιητικά αυτά δημώδη κείμενα είναι ένα σημαντικό κομμάτι της εθνικής μας Γραμματείας. Δεν έχουν μόνο γλωσσική, αλλά πολλά και αυτόνομη λογοτεχνική αξία. Ανήκουν στο ύστερο Βυζάντιο και σώζονται σε χειρόγραφα, τα περισσότερα από τα οποία χρονολογούνται στα αμέσως μετά την Άλωση χρόνια, στα χρόνια της Μεγάλης Σιωπής του Ελληνισμού, μιλάμε για το β’ μισό 15ου και για τον 16ο αιώνα. Δυστυχώς, σχεδόν όλα σώζονται σε πεπαλαιωμένες και αναξιόπιστες εκδόσεις. Το κυριότερο πρόβλημα σ’ αυτά είναι η κριτική τους αποκατάσταση και η έγκυρη επανέκδοσή τους. Ένα καθήκον καθαρά φιλολογικό.

Αυτό είναι το θέμα που διαπραγματεύεστε στο βιβλίο σας «Τα Μεσαιωνικά Δημώδη Κείμενα».

Ναι. Το σηματοδοτεί άλλωστε και ο υπότιτλος: «Συμβολή στη μελέτη και στην έκδοσή τους». Ερευνήθηκε και γράφτηκε κατά διαστήματα, από το 1970 έως το 1977, χρονιά που δημοσιεύθηκε. Αναφέρεται σε τρία χαρακτηριστικά Κείμενα και καταλήγει, μέσω αυτών, σε πολύ χρήσιμα γενικά συμπεράσματα. Εξετάζονται, με απόλυτη αναλυτική μέθοδο, οι εκδόσεις, τα χειρόγραφα, σχολιάζονται δυσερμήνευτα χωρία, και προτείνονται πάμπολλες, και απροσδόκητες, διορθώσεις, όπως π.χ. ένα ακατανόητο «εξ αέρος» διορθώνεται σε «εξ ου έρως», και πολλά άλλα παρόμοια.

Εντυπωσιακή, για όποιον είναι και ελάχιστα υποψιασμένος, διόρθωση! Είπατε ότι το κυριότερο πρόβλημα είναι το εκδοτικό. Έχετε εκδώσει και κάποιο από αυτά τα κείμενα ή περιορισθήκατε μόνο στη θεωρητική προσέγγισή τους;

Θα έπρεπε. Ήταν και στόχος και επιθυμία. Με ενδιέφερε κυρίως το σημαντικότερο, ο «Λίβιστρος», το κύριο θέμα του βιβλίου και ένα από τα τρία δυσκολότερα εκδοτικά προβλήματα όλης γενικά της Νεοελληνικής Φιλολογίας, μια και τα άλλα δύο είναι ο «Διγενής Ακρίτας» και ο Σολωμός. Επρόκειτο να ετοιμάσω την έκδοση το 1973, κατά πρόταση του καθηγητή Λίνου Πολίτη, στη Σειρά «Βυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη», επικεφαλής της οποίας ήταν ο ίδιος και ανάμεσα στους συνιδρυτές της Σειράς και ο Γιώργος Σεφέρης. Δυστυχώς η έκδοση δεν πραγματοποιήθηκε για λόγους ανεξάρτητους από εμένα. Την είχε δεσμεύσει από παλιά για τον εαυτό του ο καθηγητής Μανούσος Μανούσακας, ο οποίος και δεν συγκατατέθηκε.

Το βιβλίο αυτό είχε τον ίδιο αντίκτυπο με το βιβλίο για τον Σολωμό;

Όχι. Το βιβλίο αυτό, εκτός από έναν μικρό κύκλο, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Οι σπουδές αυτές δεν ήταν τότε σε επικαιρότητα. Απεναντίας, η απήχησή του στους ειδικούς ερευνητές του Εξωτερικού ήταν, και παραμένει, πολύ μεγάλη. Σήμερα η αποδοχή του είναι γενική. Αναφέρεται σε μελέτες, σε Συνέδρια, πρόσφατα έχει διδαχθεί και σε Πανεπιστημιακά σεμινάρια. Το σπουδαιότερο -και ευχάριστο-, η χρηστική έκδοση του «Λίβιστρου», που ετοιμάζεται από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, υιοθετεί και στηρίζεται απολύτως στις προτάσεις και στα συμπεράσματα που διατυπώνονται εκεί.

Εδώ ολοκληρώνεται η περιπέτεια με τα Μεσαιωνικά Κείμενα. Ταυτόχρονα όμως είχατε ξεκινήσει το 1970 και τη μεγάλη, όπως την ονομάσατε, έρευνα για τα Μουσικά Χειρόγραφα και την Εκκλησιαστική μουσική γενικότερα.

Μεγάλη πράγματι σε έκταση και διάρκεια αφού κρατά μέχρι σήμερα, όμως θα έλεγα μεγάλη κυρίως σε σημασία. Η εκκλησιαστική και λειτουργική μουσική του Ελληνισμού είναι ένας από τους πιο σημαντικούς τομείς της καλλιτεχνικής και πνευματικής του έκφρασης. Ένας τομέας όμως εντελώς άγνωστος και παραμελημένος. Συνθέτες, μέλη, μουσικά είδη, όλα συγκροτούν ένα αποκαλυπτικό δημιουργικό πεδίο. Όχι μόνο για τη μεγάλη Βυζαντινή περίοδο, αλλά κυρίως για τα νεώτερα χρόνια, τα χρόνια της λεγόμενης, και τόσο διαβεβλημένης παλαιότερα, Τουρκοκρατίας. Υλικό που σώζεται σήμερα σε 7.000 περίπου μουσικά Χειρόγραφα διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο και χρονολογημένα από τον 10ο αιώνα έως το 1820, χρονιά που δημοσιεύεται το πρώτο μουσικό βιβλίο και σε πολυάριθμα, στη συνέχεια, μουσικά έντυπα, από το 1820 κ.εξ. Και όλα αυτά πέρα από τη μεγάλη επίσης προφορική παράδοση…

Προκαλεί πάντως εντύπωση η παράλληλη στροφή σας σε μια τόσο εξειδικευμένη έρευνα. Πώς έγινε αυτό;

Η συγκυρία πρώτα της Δικτατορίας, με την ενδοστρέφεια, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο, που δημιούργησε, για να της αποδώσουμε και κάτι θετικό: ο ειδικός μουσικός οπλισμός έπειτα -Πτυχίο Βυζαντινής Μουσικής, Δίπλωμα Μουσικοδιδασκάλου, Πτυχίο Ευρωπαϊκής Μουσικής- και η ταυτόχρονη, και σπάνια, συγκυρία του συνδυασμού με τον φιλολογικό. Πάνω απ’ όλα, η πρόκληση κυρίως μιας περιπετειώδους πρωτογενούς έρευνας με τεράστιο, ανεξερεύνητο και τόσο σπουδαίο ιστορικό υλικό. Με άλλα λόγια, η πρόκληση για την ανακάλυψη ενός νέου και εξωτικού επιστημονικού κόσμου.

Πλούσιος μουσικός οπλισμός κοντά στον φιλολογικό. Ασυνήθιστη πραγματικά συγκυρία. Και πώς ξεκίνησε η έρευνα;

Θεωρητικά, με το προγραμματικό μελέτημα «Σπουδή και έρευνα της Εκκλησιαστικής μουσικής», στο οποίο οριοθετούνταν η έρευνα και καθορίζονταν οι άμεσοι και οι μακροπρόθεσμοι στόχοι. Πρακτικά, με τη μικρή ενίσχυση του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, που ανταποκρίθηκε σε σχετικό αίτημα, και με πολύτιμη συνεργάτιδα την κυρία Όλγα Γκράτζιου, καθηγήτρια σήμερα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ξεκίνησαν δύο παράλληλες δραστηριότητες. Η μία ήταν η βιβλιογράφηση των Εντύπων Μουσικών Βιβλίων της περιόδου 1820-1920, η οποία προωθήθηκε δυναμικά αργότερα, το 1987-1988, με ειδικό Ηλεκτρονικό Πρόγραμμα, κάτι πολύ πρωτοποριακό για τότε, και με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού, επί υπουργείας Μελίνας Μερκούρη. Η άλλη ήταν η μεγάλη, όπως την ονομάσαμε, έρευνα της επισήμανσης και της επιτόπιας αυτοψίας των μουσικών Χειρογράφων, πρώτος καρπός της οποίας υπήρξε το βιβλίο «Μουσικά Χειρόγραφα Τουρκοκρατίας», που κυκλοφόρησε το 1975.»

Πρόκειται για το Βιβλίο, στο οποίο έχετε ως μότο έναν στίχο από το «Βρώμικο Ψωμί» του Σαββόπουλου;

Καλά θυμάστε. Τον στίχο «σ’ αυτόν τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί», στη γνωστή παραλλαγή του. Παραπέμπει σε κάποιο προσωπικό βίωμα, αλλά και σε όλους τους μεγάλους εκκλησιαστικούς μουσικούς και συνθέτες που έμεναν αγνοημένοι και περιφρονημένοι. Πρόκειται για βιβλίο-κλειδί. Στο Α΄ Μέρος παρουσιάζονται, με ειδική πρότυπη και πρωτότυπη μέθοδο, 121 άγνωστα μουσικά χειρόγραφα. Στο Β΄ συγκροτείται ένας βασικός Κατάλογος Συνθετών (και Μελών), με έμφαση σ’ εκείνους της περιόδου 1453-1820, και με όλα τα μέχρι τότε στοιχεία για το Έργο τους, αντλημένα τα περισσότερα από τις αυτοψίες των Χειρογράφων. Σπουδαίο πρέπει να θεωρηθεί ότι χρησιμοποιείται και εδώ, πρώτη φορά σε τέτοιου είδους φιλολογικές -παλαιογραφικές- εργασίες, η δημοτική, με επινόηση και εφαρμογή συγκεκριμένης ορολογίας, η οποία και χρησιμοποιείται έκτοτε γενικότερα.

Βρισκόμαστε ήδη στην καρδιά της Μεταπολίτευσης, στα 1975… Δόθηκε η δυνατότητα τότε, σε όσους είχαν απομακρυνθεί από τα Πανεπιστήμια, να επιστρέψουν, και μάλιστα με ειδικά πλεονεκτήματα. Εσείς γιατί δε επιστρέψατε; Γιατί δεν βρίσκεστε σήμερα σε κάποιο Πανεπιστήμιο; Εκφράζω τώρα την απορία πολλών.

Δεν επέστρεψα. Και δεν έχω υποβάλει ποτέ σε κανένα Πανεπιστήμιο καμιάν υποψηφιότητα. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή. Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτα, η εμπειρία της απομάκρυνσης. Πολύτιμη αρνητική εμπειρία. Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα το σθένος, και τη διάθεση, να αντιμετωπίζω δόλιες καταστάσεις ανταγωνισμού και φθόνου. Να σκεφθείτε, όταν προκηρύχθηκε η Έδρα του Επίκουρου Καθηγητή της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 1972, μια κι ο θεσμός των Επικούρων είναι θεσμός της δικτατορίας, μου τηλεφώνησε γνωστός Γλωσσολόγος για να αποτρέψει τυχόν υποψηφιότητά μου -ήμουν ο μόνος με Διδακτορικό στα Νέα Ελληνικά τότε-, λέγοντας ότι ήταν προαποφασισμένο να τον εκλέξουν. Και ότι, ακόμη και αν εκλεγόμουν ως ειδικός, δεν επρόκειτο να διορισθώ γιατί «ήταν γνωστό πως ήμουν αριστερών φρονημάτων» -ως «αριστεροί» χαρακτηρίζονταν, όπως ξέρετε, συλλήβδην όλοι οι αντίθετοι στο καθεστώς. Έτσι, δρομολογήθηκε σιγά-σιγά η απόφαση για ιδιώτευση και έρευνα. Πάντως και μετά τη δικτατορία η λεγόμενη «αποχουντοποίηση» στα Πανεπιστήμια ήταν επιλεκτική. Αποκακρύνθηκαν μόνο οι κραυγαλέες περιπτώσεις. Τα υπόλοιπα εκεί έμειναν άθικτα, με γενικότερες συνέπειες μέχρι σήμερα. Τελικά, και παρά την επιμονή και την παρότρυνση αργότερα λαμπρών Πανεπιστημιακών συναδέλφων, του Γιώργου Σαββίδη, του Νίκου Παναγιωτάκη, του Ερατοσθένη Καψωμένου, να συμπεριληφθώ σε κάποιο από τα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης -ως διάδοχος του Λίνου Πολίτη-, Κρήτης, Ιωαννίνων, παρέμεινα εκτός. Είχε, βλέπετε, πια οριστικά εμπεδωθεί η «Ιδιωτική Οδός», για να θυμηθούμε λίγο και τον Ελύτη…

Δεν προσανατολισθήκατε ποτέ για κάποια από τα Πανεπιστήμια του Εξωτερικού; Υπήρχαν και υπάρχουν τόσες Έδρες Νεοελληνικών Σπουδών.

Είναι αλήθεια ότι αμέσως μετά τη διατριβή για τον Σολωμό υπήρξαν προτάσεις για τα Πανεπιστήμιου του Leiden της Ολλανδίας για διάδοχος της Σοφίας Αντωνιάδου και του Σίδνεϋ της Αυστραλίας, στις οποίες δεν ανταποκρίθηκα. Δεν ήθελα να ζήσω μακριά από την Ελλάδα.»

Πολλοί πάντως υποστηρίζουν ότι η απουσία σας είναι μεγίστη απώλεια για το Πανεπιστήμιο. «Ιδιωτική Οδός» λοιπόν. Κι η συνέχεια;

Η ερευνητική φαντάζομαι. Η συνέχεια είναι ένα πραγματικά μεγαλόπνοο έργο. Την έκδοσή του είχεν αναλάβει από το 1973 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και για την ολοκλήρωσή του διατέθηκε μια δεκαετία η δεκαετία 1970-1980. Πρόκειται για ένα έργο με οικουμενικό χαρακτήρα. Στηρίζεται στο πρωτογενές υλικό 5.000 περίπου μουσικών Χειρογράφων διάσπαρτων στις Βιβλιοθήκες όλου του κόσμου, ανάμεσά τους εκείνες του Αγ. Όρους με 2.500 χειρόγραφα και της Κύπρου, που ερευνήθηκαν όλες ευτυχώς λίγο πριν την Εισβολή. Και μόνο η προσπέλαση, και η φωτογράφηση, ενός τόσο εκτεταμένου υλικού, κάτω από συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες, ειδικά για την εποχή, αποτελεί, ξέρετε,πραγματικό ερευνητικό άθλο.

Αναμφίβολα άθλος, που απαιτούσε εκτός των άλλων αντοχή και τόλμη. Είναι ασφαλώς η μεγάλη Έκδοση που κυκλοφόρησε το 1980 με τίτλο «Χειρόγραφα εκκλησιαστικής μουσικής 1453-1820», με χαρακτηριστικό υπότιτλο «Συμβολή στην έρευνα του Νέου Ελληνισμού» και μότο εδώ έναν μισό στίχο του Σολωμού: «πολλοί ‘ν’ οι δρόμοι πό’ χει ο νους», ως ένσταση για την απαξίωση σε τέτοιες εργασίες και ως δηλωτικό της δημιουργικής πολυτροπίας του Ελληνισμού. Βιβλίο με χαρακτήρα ιστορικό, φιλολογικό, παλαιογραφικό και μουσικολογικό, πρέπει να θεωρείται, σήμερα κορυφαίο μέσα στη γενικότερη εθνική βιβλιογραφία για την συνθετική του δομή και την πρωτοτυπία του. Επιβλητικό σε σχήμα και όγκο, με 500 σελίδες, περιλαμβάνει 254 έγχρωμα και ολοσέλιδα φωτογραφικά δείγματα, τα περισσότερα αυτόγραφα των μεγάλων μουσικών της περιόδου. Ωστόσο, η καρδιά και οι πνεύμονες του βιβλίου είναι το τιτλοφορούμενο, στο Α΄ Μέρος, ως «Σχεδίασμα Ιστορίας». Στηρίζεται αποκλειστικά στις πηγές, στην έρευνα των 5.000 χειρογράφων, και ιστορεί, συμπυκνωμένα και διαγραμματικά, την πολύτροπη μουσική δραστηριότητα από την Άλωση ως την Επανάσταση. Πρόκειται για την πρώτη απόπειρα μιας τέτοιας καταγραφής. Εκδόθηκε και αυτόνομα το 1999, υπό τον τίτλο «Η Εκκλησιαστική μουσική του Ελληνισμού μετά την Άλωση (1453-1820)». Τα τελευταία χρόνια η μικρή αυτή έκδοση διδάσκεται ως χρηστικό εγχειρίδιο στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η μεγάλη Έκδοση συνοδεύεται νομίζω, και από έναν Δίσκο βινυλίου.

Ναι. Δίσκο βινυλίου φυσικά, μια και βρισκόμαστε στα 1980, στον οποίο ψάλλει ο Άρχων Πρωτοψάλτης Θρασύβουλος Στανίτσας, η άλλη μεγάλη φωνή του σύγχρονου Ελληνισμού. Εκτελεί μέλη που του ζήτησα και που παρατίθενται στο βιβλίο, μερικά άγνωστα και άλλα με μακραίωνη ψαλτική παράδοση, ειδικά στον Πατριαρχικό ναό στο Φανάρι. Πρόκειται για ανεπανάληπτο ερμηνευτικό μνημείο στην καθόλου ιστορία της Εκκλησιαστκής μουσικής. Σήμερα πια, κυκλοφορεί και σε ψηφιακή μορφή. Είναι και ο μοναδικός δίσκος του Στανίτσα ως σολίστα στην επίσημη δισκογραφία. Να σημειωθεί πάντως ότι ο τότε υπεύθυνος της Τράπεζας δημιούργησε πολλά προβλήματα στην ηχογράφηση, προτείνοντας μάλιστα να πει τα μέλη «-Κάνας άλλος, που δεν θα έπαιρνε και χρήματα». Το αποτέλεσμα ήταν να ματαιωθεί, δυστυχώς, και ένας δεύτερος προγραμματισμένος δίσκος.»

Ακούγεται απίστευτο. Δεν νομίζω πάντως να ήταν θέμα μόνο άγνοιας. Εν πάση περιπτώσει, ποια ήταν η υποδοχή ενός τέτοιου βιβλίου;

Το βιβλίο δεν είχε δυστυχώς την προβολή που του άξιζε. Ούτε καν η Τράπεζα δεν έκανε επίσημη παρουσίαση όπως σε όλες της τις εκδόσεις. Παρόλ’ αυτά, το βιβλίο έχει αποκτήσει σήμερα μεγάλη διεισδυτικότητα. Με ένα τόσο πλούσιο και καλά οργανωμένο φωτογραφικό και ιστορικό υλικό χρησιμοποιείται έκτοτε παντού: σε συναυλίες, σε συνέδρια, σε δίσκους, προσφέρει θέματα και έτοιμο υλικό για διατριβές, μελέτες, άλλα σχετικά βιβλία, είτε το μνημονεύουν είτε, κατά την επιχώρια νεοελληνική συνήθεια ειδικά στο χώρο αυτόν, το αποσιωπούν εντελώς. Ωστόσο, ο ακραιφνής επιστημονικός του χαρακτήρας και το βαθύτερο πνεύμα του μένουν ακόμη ξένα. Δυστυχώς, τις σπουδές αυτές υπηρετούν σήμερα εδώ άνθρωποι οι οποίοι ανήκουν σ’ έναν συγκεκριμένο θεολογικό-εκκλησιαστικό χώρο, και των οποίων το ιδεολογικό στίγμα και η μεθοδολογία ανήκουν στις αρχές του 20ού αιώνα…

Τέτοιας εμβέλειας βιβλίο έχει βγει παράλληλα και σε κάποια ξενόγλωσση έκδοση;

Όχι. Αν και δεν ήταν μόνο μια πάγια πρακτική, αλλά και ρητή συμβατική υποχρέωση της Τράπεζας για αγγλική έκδοση, θα έλεγα και ηθική, καθώς δεν είχα επιπλέον καμιάν υλική αμοιβή -είχα παραιτηθεί από την αρχή από κάτι τέτοιο. Και μάλιστα, παρά τη δικαστική συνδρομή που ζητήθηκε. Φαίνεται λίγο αστείο, και περίεργο: να επιστρατεύεται ολόκληρος ο νομικός μηχανισμός της Τράπεζας, και άλλα αλληλέγγυα πρόσωπα δικά της, εναντίον της αγγλικής έκδοσης ενός βιβλίου. Τέτοιες ενέργειες και αποφάσεις, έστω και για τυπικούς λόγους, απαξιώνουν το γενικότερο αίσθημα ηθικής και δικαίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πλήττουν επιπλέον τη διεθνή προβολή του εθνικού πολιτισμού. Για μένα πάντως είναι υπεραρκετό το ότι έγραψα ένα τέτοιο βιβλίο, και μάλιστα στα ελληνικά. Και αποδέχομαι το τίμημα, επειδή αντιστάθηκα με πείσμα σε συγκεκριμένες ιδιοτελείς σκοπιμότητες οι οποίες, στο όνομα δήθεν της Τράπεζας, παραβίαζαν αρχές και υπονόμευαν σταθερά τα συμφέροντα του βιβλίου. Και επειδή αρνήθηκα στις αρχές του ’70 πρόταση να αναλάβει το Πανεπιστήμιο του Princeton απευθείας το βιβλίο σε αγγλική έκδοση.

Εντυπωσιάζει πράγματι η συμπεριφορά αυτή της Εθνικής Τράπεζας. Όπως το είπατε, η έλλειψη αγγλικής έκδοσης ενός τέτοιου βιβλίου αποτελεί πλήγμα στη διεθνή προβολή του Ελληνισμού. Εσείς, μετά το βιβλίο αυτό συνεχίσατε στον τομέα της εκκλησιαστικής μουσικής;

Με την ολοκλήρωση του βιβλίου γεννήθηκε μια άλλη ιδέα, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και καθοριστική. Πρόκειται για την Ηχογράφηση των εκκλησιαστικών μελών από μεγάλους παραδοσιακούς ψάλτες. Από το γραπτό μνημείο στο ζωντανό, στον Ήχο, που είναι και ο τελικός στόχος, το «επιγένημα». Η ιδέα γεννήθηκε κατά την ηχογράφηση του δίσκου του βιβλίου από τον Θρασύβουλο Στανίτσα, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1980. Η εντύπωση από το άκουσμα ενός ειδικού μέλους, ενός Καλοφωνικού Ειρμού του Πέτρου Μπερεκέτη (τέλος 17ου – αρχές 18ου αιώνα) υπήρξε πολύ μεγάλη. Έγινε τότε αμέσως συνείδηση ότι παρόμοια μέλη έπρεπε να εκτελεσθούν, όσο ήταν ακόμη καιρός, από ψάλτες όπως ο Άρχοντας Θρασύβουλος Στανίτσας, οι οποίοι είχαν από παράδοση γνώση του αναγκαίου τρόπου και του αναγκαίου ύφους για να αποδοθεί η ουσία και ο χαρακτήρας της μεγάλης αυτής μουσικής τέχνης. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα ενός μακρόχρονου ηχογραφικού εκδοτικού Προγράμματος, του οποίου η περιπέτεια συνεχίζεται μέχρι σήμερα…

Και το Πρόγραμμα αυτό των ηχογραφήσεων ξεκίνησε αμέσως τότε, το 1980;

Όχι. Οι ηχογραφήσεις των μελών ξεκίνησαν τρία χρόνια αργότερα, το 1983, μόλις έγινε δυνατό να εξασφαλισθούν τα στοιχειώδη οικονομικά μέσα. Επιδίωξη ήταν το Πρόγραμμα να υλοποιηθεί μέσω ενός εθνικού οργανισμού και με εθνική χρηματοδότηση, όπως απαιτούν τέτοιας εθνικής εμβέλειας έργα. Έτσι, οι ηχογραφήσεις άρχισαν με την υιοθέτηση του Προγράμματος από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και με τη μικρή και πάλι ενίσχυσή του για μια διετία (1983-1985) και συνεχίσθηκαν (1985-1992) με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας του Υπουργείου Έρευνας και Τεχνολογίας, μέσω πάντοτε του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, με απόφαση του τότε υπουργού Αναστασίου Πεπονή το 1988, και με αναδρομική ισχύ. Η εθνική χρηματοδότηση διακόπηκε δυστυχώς το 1992 με την τότε κυβερνητική αλλαγή. Το έργο όμως βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και, το σπουδαιότερο, οι μεγάλοι παραδοσιακοί ψάλτες έφευγαν σιγά-σιγά από τη ζωή. Έτσι το Πρόγραμμα συνεχίσθηκε το 1992-2000 με ίδια αποκλειστικά οικονομικά μέσα. Σήμερα πια, από το 2000 και εξής, οι ηχογραφήσεις πραγματοποιούνται μέσω του μη κερδοσκοπικού Κέντρου Ερευνών και Εκδόσεων.

Και γιατί δεν επανήλθατε αργότερα; Θα έπρεπε να επιμείνετε.

Να σας πω: η εμπειρία της εποχής ήταν εντελώς αρνητική. Καταρχήν, επανειλημμένα αιτήματα προς το Υπουργείο Πολιτισμού να συνδράμει την έκδοση των πρώτων ήδη έτοιμων CD έμειναν όλα αναπάντητα. Απορρίφθηκε επίσης ένα πρωτογενές και πρωτοποριακό Πρόγραμμα, το οποίο είχεν υποβληθεί από το Κέντρον Ερευνών και Εκδόσεων και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο τότε -1994- γνωστό Πακέτο Ντελόρ, και το οποίο προέβλεπε την παρουσίαση και την ηλεκτρονική αποτύπωση (ψηφιοποίηση) του συνόλου των 7.000 περίπου Μουσικών Χειρογράφων που σώζονται. Απορρίφθηκε μάλιστα με αιτιολογικό προσχηματικό και καθόλου σύννομο: ότι δηλαδή το μη κερδοσκοπικό Κέντρον Ερευνών και Εκδόσεων «δεν είχε προηγούμενη δραστηριότητα», μια κι είχε ιδρυθεί μόλις τότε, προϋπόθεση πάντως που δεν προβλεπόταν ούτε στον Κανονισμό ούτε στην Προκήρυξη. Και παρόλο που το Πρόγραμμα πέρασε κανονικά την τυπική ελεγκτική διαδικασία και αξιολογήθηκε με την ανώτατη βαθμολογική κλίμακα (Α). Δυστυχώς, η έντονη προσωπική μου διαμαρτυρία προς τον τότε αρμόδιο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Έρευνας και Τεχνολογίας, και μετέπειτα υπουργό, Νίκο Χριστοδουλάκη δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Να σημειωθεί ότι το Έργο αυτό, το οποίο είχεν αρχίσει να υλοποιείται από το 1990, όταν (και εάν) ολοκληρωθεί κάποτε, θα αποκαλύψει, με την προβλεπόμενη έντυπη μορφή των 50 τόμων και τα πολλά ηλεκτρονικά αρχεία, έναν τεράστιο, άγνωστο και μοναδικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό πλούτο του σύνολου Ορθόδοξου Ελληνισμού.

Διαπιστώνει κανείς σ’ αυτά που λέτε όχι απογοήτευση, μάλλον οργή, ακόμη και τώρα.

Ακριβώς. Αλλά δεν υπάρχει κακό χωρίς καλό. Γιατί την ίδια εποχή, από το 1992 ως το 1997, επέστρεψα σε μια μεγάλη φιλολογική μου αγάπη, τον Όμηρο, αρχίζοντας να μεταφράζω την Οδύσσεια. Ήταν ένα απόλυτο καταφύγιο, μια μοναδική, ανεπανάληπτη εμπειρία και ικανοποίηση. Στο διάστημα αυτό μεταφράσθηκαν οι 8 πρώτες Ραψωδίες (α-θ) και ήδη αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό έκδοση, ως δοκιμή, η Ραψωδία ε, με Εισαγωγή, Σχόλια, και μικρό Χρονικό για την ειδική προσωπική σχέση με το μοναδικό αυτό Κείμενο. Είναι μια άλλη απόπειρα απόδοσης σε νεοελληνικό Ήχο και Λόγο, διαφορετική από άλλες σύγχρονες, ακόμη και σε επιμέρους νοηματικά μεταφραστικά ζητήματα.

Ευχάριστη πολύ έκπληξη αυτή σας η παρέκβαση. Ας επιστρέψουμε όμως στις ηχογραφήσεις. Πώς τελικά άρχισε η έκδοση του υλικού;

Με εθνική χρηματοδότηση, όπως ήταν η επιδίωξη. Από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και τμηματικά από το 1998 ως το 2004, με αποφάσεις του τότε Υφυπουργού Χρήστου Πάχτα και τη θερμή υποστήριξη του φίλου καθηγητή Γιώργου Παπαδημητρίου. Δυστυχώς και εδώ, ο τότε Υπουργός Πολιτισμού Ευάγγελος Βενιζέλος δεν διευκόλυνε καν να φτάσει η εγκεκριμένη χρηματοδότηση μέσω του καθ’ ύλην Υπουργείου του όπως προέβλεπε ο νόμος στον εκδοτικό φορέα. Μου έκανε μάλιστα μεγάλη εντύπωση, σε σχετική προσωπική μας συνάντηση, η εντελώς αρνητική και απαξιωτική του στάση. Ευτυχώς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας βρήκε σύντομα και τον τρόπο για την απευθείας χρηματοδότηση. Βέβαια, ο κ. Βενιζέλος, όταν είδε τα πρώτα Σώματα των CD να κυκλοφορούν, αναγνώρισε δημόσια το λάθος του. Αναγνωρίζει κανείς την ανανγώριση του λάθους, αλλά «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια».

Μιλάμε μέχρι στιγμής για ένα μεγάλο ηχογραφημένο Αρχείο, με περισσότερους από 120 ψηφιακούς δίσκους (CD);

Ναι. Σήμερα κυκλοφορούν ήδη 45 και άλλοι 25 έχουν τυπωθεί ή τυπώνονται και θα κυκλοφορήσουν σύντομα. Κυκλοφορούν αυτόνομα, κατά θέματα, σε δύο σειρές με τους τίτλους «Μνημεία» και «Σύμμεικτα» Εκκλησιαστικής Μουσικής.

Δίκαιη λοιπόν η βράβευση της Ακαδημίας Αθηνών για ένα τόσο σπουδαίο έργο. Νομίζω βραβεύθηκε πέρισυ, το 2005.

Μάλιστα, πέρσι, την ίδια εποχή. Έχει απονεμηθεί ειδικό βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών και για τις δύο «εθνικής σημασίας μουσικοφιλολογικές Σειρές», όπως τις χαρακτηρίζει. Είναι πράγματι μια υψηλή τιμητική διάκριση. Η βράβευση, αποτελεί πρώτιστα αναγνώριση του ειδκού αυτού πνευματικού και καλλιτεχνικού τομέα του Ελληνισμού, των μεγάλων και άγνωστων εκκλησιαστικών συνθετών, και κυρίως των μεγάλων παραδοσιακών ψαλτών και των λοιπών άξιων συντελεστών. Και να προσθέσω ότι: το πλούσιο ρεπερτόριο, οι παραδοσιακοί ψάλτες, η φιλολογική δομή, η ιστορική τεκμηρίωση, η ηχητική ποιότητα, η άρτια εμφάνιση, επιπλέον ο μη κεροδοσκοπικός χαρακτήρας και η στήριξη της Πολιτείας, όλα αυτά προσδίδουν πράγματι στις Σειρές «Μνημεία» και «Σύμμεικτα» τα χαρακτηριστικά Εθνικής Έκδοσης…

Ποιά είναι η θέση της επίσημης Εκκλησίας της Ελλάδος απέναντι σ’ ένα Έργο τόσο μεγάλο σε όγκο και σπουδαιότητα. Ανήκει, αν δεν κάω λάθος, σε χώρο που τον θεωρεί δικό της…

«Ο τομέας της Μουσικής, και της Εκκλησιαστικής, ανήκει σε όλους, είναι τμήμα του Εθνικού πολιτισμού. Από την επίσημη Εκκλησία πάντως δεν υπήρξε καμιά υποστήριξη. Εμείς, ωστόσο, καταθέσαμε τα πρώτα Σώματα του Έργου στην Ιερά Σύνοδο, έστω και χωρίς καμιάν απάντηση. Η αλήθεια είναι ότι η Εκκλησία, μετά τη βράβευση της Ακαδημίας Αθηνών, ενδιαφέρθηκε και για δική της βράβευση προς το πρόσωπό μου, για την αποδοχή της οποίας όμως δεν βρήκα κανέναν ουσιαστικό λόγο. Άλλωστε, η παρούσα Διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος [* Σημ. Υπενθυμίζουμε ότι η συνέντευξη δόθηκε το 2006, όταν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος ήταν ο μακαριστός Χριστόδουλος] υπό άλλην θεσμική ιδιότητα το 1973 προσπάθησε, με ανεπίτρεπτη επίσημη επιστολή, να διαβάλει τις έρευνες αυτές στο αρχικό τους στάδιο, και ειδικά να ματαιώσει τη μεγάλη Έκδοση της Εθνικής Τράπεζας.

Απίστευτο αυτό που λέτε. Πρώτη η Εκκλησία θα έπρεπε να υποστηρίξει ένα παρόμοιο Έργο. Στο σημείο αυτό πάντως εγώ θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο και για το περίφημο Χωριό σας στην Κω.

Το περίφημο Χωριό «μου», το Ασφενδιού, ήταν ένα παλιό αγροτικό χωριό, το πλουσιότερο και μεγαλύτερο κάποτε της Κω, και όλης γενικά της Δωδεκανήσου. Και εγώ θα ήθελα να μιλήσουμε για τη δραστηριότητα και την παρέμβασή μου εκεί. Θα προτιμούσα όμως να το αφήσουμε για μιαν άλλη συνάντησή μας. Εδώ να πούμε μόνο ότι έχω έτοιμο για δημοσίευση ένα πάρα πολύ σημαντικό βιβλίο για το Ασφενδιού, με πλουσιότατο φωτογραφικό υλικό των ετών 1979-1982, πλήρεις αποτυπώσεις, και εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο, μικρό δείγμα του οποίου έχει ήδη προδημοσιευθεί το 2002. Με την ευκαιρία να πούμε ότι έχω επίσης έτοιμη για δημοσίευση μια σπάνιας σημασίας Συλλογή 14 CD, με εκτενές ειδικό βιβλίο, για την μουσική παράδοση της Κω. Είναι μια προσωπική ηχογραφημένη καταγραφή που έγινε εδώ και σαράντα χρόνια, από το 1963 ως το 1968. Περιλαμβάνει σκοπούς και τραγούδια, του γάμου, μοιρολόγια, κάλαντα και θρήνους, σατυρικά, αποκριάτικα, παιδικά, στιχοπλακιές, άσματα αφηγηματικά, τον Ερωτόκριτο, και καλύπτει γεωγραφικά όλο το νησί. Πρόκειται για καθαρά φωνητικό υλικό -ένα CD μόνο οργανικό-, ανυπολόγιστης σήμερα σημασίας που παραπέμπει σε μεγάλο βάθος χρόνου, ως το ύστερο Βυζάντιο.

Όλος αυτός ο ιχνηλατικός ερευνητικός μόχθος, αλλά και ο συγγραφικός, παράλληλα, σκέφτομαι, με μια αδιάκοπη διδακτική δραστηριότητα.

Αδιάκοπη. Σαράντα ακριβώς χρόνια, από το 1966 ώς σήμερα, στρατευμένος στην ιδιωτική εκπαίδευση -η «Ιδιωτική Οδός» πάλι, που λέγαμε, ειδικότερα στη φροντιστηριακή, στην τόσο διαβεβλημένη σήμερα «παραπαιδεία». Περιορισμένα στην αρχή, συστηματικά αργότερα, όταν έγινε η κύρια επαγγελματική μου απασχόληση. Ένα πεδίο επίσης, εξίσου σημαντικό, βαθειάς ικανοποίησης και δημιουργικότητας. Η χαρά να βοηθά κανείς τους νέους σε μια τόσο κρίσιμη, ειδικά για τη νεοελληνική πραγματικότητα, καμπή της ζωής τους, να τους χειραγωγεί ναι να τους πειθαρχεί στη γνώση, να τους οδηγεί στα μυστικά των κλασικών κειμένων, να τους εμπνέει την αγάπη για το πολυτιμότερο αγαθό, τη μόρφωση. Ταυτόχρονα, όμως και η χαρά να αντλεί κανείς πολλά, πάρα πολλά από αυτούς. Χιλιάδες μαθητές, όλοι σε σπουδαίες θέσεις σήμερα, ασφαλώς και αύριο, πολλοί σε διακεκριμένες, οι οποίοι επιδεικνύουν παντού συγκεκριμένο ήθος και συμπεριφορά. Αξίζει να τους συγχαρεί κανείς για το μήνυμα που εκπέμπουν.

Με την τελευταία αυτή ιδιότητά σας, θα ήθελα να σας κάνω μια τελευταία, επίκαιρη πολύ, νομίζω, ερώτηση: Πώς βλέπετε τα πράγματα στην Παιδεία σήμερα;

Στον γενικότερο χώρο, με αισιοδοξία. Ο τόπος αυτός έχει μεγάλη ροπή στη μάθηση. Η παιδεία σήμερα έχει κατακτήσει ευρύτερα στρώματα και επιπλέον περιοχές που κάποτε ήταν εντελώς απαξιωμένες. Δέστε την καλλιτεχνική παιδεία: κινηματογράφος, θέατρο, χορός, μουσική, παντού ένας πλούσιος δημιουργικός οργασμός. Επίσης, και λογοτεχνικός οργασμός. Όπως πάντα, πολλή ποίηση και τώρα, όπως είναι φυσικό, και πολλή πεζογραφία. Ακόμη εκδόσεις, εκθέσεις, δραστηριότητες. Από μια τέτοια πλούσια δραστηριότητα αναδύεται ευκολότερα το ποιοτικό. Και όλα αυτά σκευή σήμερα πολλών, όχι μόνο ενός μικρού αριθμού καλλιτεχνών και διανοουμένων. Στο συγκεκριμένο τώρα θέμα της Εκπαίδευσης: και εδώ είναι θέμα γενικότερο της νεοελληνικής Κοινωνίας, και της Πολιτείας που την εκπροσωπεί. Να προσανατολίσει σε στόχους λιγότερο υλικούς, αποκλειστικά επαγγελματικούς, και περισσότερο σε ουσιαστικούς, βαθύτερα μορφωτικούς. Σκοπός της Παιδείας δεν είναι μόνο να δημιουργεί ικανούς επαγγελματίες, οι οποίοι θα συνδεθούν άριστα με την παραγωγή, αλλά, το σπουδαιότερο, να κάνει ικανούς τους νέους να σκέφτονται το σωστό και να αισθάνονται το ωραίο, γενικότερα, να τους εμπνεύσει έφεση και αγάπη για το αγαθό της πνευματικής και ψυχικής καλλιέργειας. Και γι’ αυτά όλα χρειαζόμαστε πραγματικούς Δασκάλους.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ποικίλα (επίκαιρα)

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

 

 

Ο Φίλιπ Ροθ, ο Τραμπ και η (νέα) συνωμοσία εναντίον της Αμερικής

— της Judith Thurman / New Yorker | Μετάφραση για το dim/art: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου—

Το 2004, ο Φίλιπ Ροθ εξέδωσε το μυθιστόρημα The Plot Against America (στα ελληνικά, Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής, εκδόσεις Πόλις, 2007, μτφ. Ηλίας Μαγκλίνης). Οι τέσσερις βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος, που λαμβάνει χώρα μεταξύ Ιουνίου του 1940 και Οκτωβρίου του 1942, είναι οι Ροθ από το Νιούαρκ, μια οικογένεια Αμερικανών εβραίων – η Μπες, ο Χέρμαν και οι δυο τους γιοι, ο Φίλιπ και ο Σάντι. Υποστηρίζουν με ζήλο τον Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ, μόνο που στην ελεύθερη ανάπλαση της ιστορίας από τον Ροθ, ο Ρούζβελτ χάνει τις εκλογές για την τρίτη θητεία από έναν απρόσμενο ρεπουμπλικανό υποψήφιο, τον αεροπόρο Τσαρλς Λίντμπεργκ, η νίκη του οποίου αλλάζει τα πάντα όχι μόνο στην αμερικανική πολιτική αλλά και στην ίδια τη ζωή.

Ο πραγματικός Λίντμπεργκ ήταν οπαδός του απομονωτισμού και είχε υιοθετήσει ένα σύνθημα που δανείστηκε ο Ντόναλντ Τραμπ για τη δική του προεκλογική καμπάνια αλλά και για το διάγγελμα της ορκωμοσίας του: «America First» – «Πρώτα η Αμερική». Ο μυθοπλαστικός Λίντμπεργκ, όπως και ο πραγματικός Τραμπ, εξέφραζε τον θαυμασμό του για έναν δολοφόνο Ευρωπαίο δικτάτορα, ενώ η εκλογή του αποθράσυνε τους ξενόφοβους. Στο βιβλίο του Ροθ, μια ξένη δύναμη –η ναζιστική Γερμανία– εμπλέκεται στις αμερικανικές εκλογές, με αποτέλεσμα να γεννηθεί η θεωρία ότι ο πρόεδρος υπόκειται σε εκβιασμούς. Στην πραγματική ζωή, οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ διερευνούν τους δεσμούς του Τραμπ με τον Βλαντιμίρ Πούτιν και την πιθανότητα να υπάρχει ντοσιέ με μυστικές πληροφορίες που δίνει στη Ρωσία τη δυνατότητα να επηρεάζει το καθεστώς του.

Ο Ροθ έγραψε στο Times Book Review ότι Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής δεν γράφτηκε ως πολιτικό «roman à clef», για πραγματικά πρόσωπα. Σκοπός του μάλλον ήταν να δραματοποιήσει μια σειρά από υποθετικά σενάρια που τελικά δεν συνέβησαν στην Αμερική αλλά αποτελούσαν «την πραγματικότητα κάποιου άλλου» – δηλαδή των εβραίων της Ευρώπης. «Το μόνο που κάνω», έγραφε, «είναι να από-καθορίζω το παρελθόν –αν υπάρχει τέτοιο ρήμα– για να δείξω πώς θα μπορούσαν όλα να ήταν διαφορετικά και να έχουν συμβεί εδώ».

Την περασμένη βδομάδα, ο Ροθ ερωτήθη μέσω e-mail μήπως τελικά όντως συνέβη εδώ. Η απάντησή του ήταν: «Ευκολότερα κατανοεί κανείς την εκλογή ενός φανταστικού προέδρου όπως ο Τσαρλς Λίντμπεργκ από ό,τι ενός πραγματικού, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Λίντμπεργκ, παρά τη συμπάθειά του στους Ναζί και τις ρατσιστικές του τάσεις, ήταν ένας μεγάλος ήρωας της αεροπλοΐας, ο οποίος είχε επιδείξει εκπληκτικό θάρρος και αεροναυτική ιδιοφυΐα με τη διάσχιση του Ατλαντικού το 1927. Είχε χαρακτήρα, είχε υπόσταση και, μαζί με τον Χένρι Φορντ, ήταν, την εποχή εκείνη, ο διασημότερος Αμερικανός παγκοσμίως. Ο Τραμπ δεν είναι παρά ένας απατεώνας. Το πιο σχετικό βιβλίο για τον πρόδρομο του Τραμπ είναι το The Confidence Man (Ο έμπιστος) του Χέρμαν Μέλβιλ, αυτό το ζοφερά απαισιόδοξο, τολμηρά επινοητικό μυθιστόρημα –το τελευταίο του Μέλβιλ– που θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται επίσης Η τέχνη της απάτης.

Η αμερικανική πραγματικότητα, η «Αμερικανική παράνοια», σημειώνει ο Ροθ, καθιστά πιο δύσκολο το να γράψεις μυθοπλασία. Μήπως ο Ντόναλντ Τραμπ υπερβαίνει τη φαντασία των μυθιστοριογράφων;

«Δεν είναι ο Τραμπ ως χαρακτήρας», απάντησε ο Ροθ, «ως ανθρώπινος τύπος –ο τύπος του κτηματομεσίτη, ο στυγνός και πορωμένος καπιταλιστής– που υπερβαίνει τη φαντασία. Είναι ο Τραμπ ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών».

«Γεννήθηκα το 1933», συνεχίζει, «τη χρονιά που ορκίστηκε πρώτη φορά ο Ρούζβελτ. Ήταν πρόεδρος μέχρι που έγινα δώδεκα. Από τότε είμαι Ρουζβελτικός Δημοκρατικός. Πολλά πράγματα με θορύβησαν ως πολίτη κατά τη θητεία του Ρίτσαρντ Νίξον και του Τζορτζ Γ. Μπους. Ό,τι κι αν είχα θεωρήσει όμως ως έλλειμμα στον χαρακτήρα ή τις πνευματικές τους ικανότητες, κανείς από τους δύο δεν παρουσίαζε την ένδεια του Τραμπ σε επίπεδο ανθρώπου: την άγνοια γύρω από τη διακυβέρνηση, την ιστορία, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την τέχνη, την ανικανότητα να εκφράζει ή να αντιλαμβάνεται ύφος ή αποχρώσεις λόγου, την ανυπαρξία οποιασδήποτε αξιοπρέπειας και τη χρήση ενός λεξιλογίου εβδομήντα επτά λέξεων που μάλλον θα πρέπει να ονομάζεται Καθικικά παρά Αγγλικά».

Ο Ροθ αποσύρθηκε από το γράψιμο στα εβδομήντα επτά του, αλλά με δεδομένες τις απειλές του Τραμπ για φίμωση της δημοσιογραφίας που στέκεται κριτικά απέναντί του, ποιον ρόλο βλέπει να έχουν οι Αμερικανοί συγγραφείς σήμερα;

«Σε αντίθεση με τους πολλούς συγγραφείς της Ανατολικής Ευρώπης τη δεκαετία του ’70, οι Αμερικανοί συγγραφείς ποτέ δεν είδαν να τους κατάσχεται η άδεια οδήγησης ή να απαγορεύεται στα παιδιά τους να εγγραφούν σε τριτοβάθμιες σχολές. Οι συγγραφείς εδώ δεν ζουν σκλαβωμένοι σε ένα ολοκληρωτικό αστυνομοκρατούμενο καθεστώς, και δεν θα ήταν σώφρον να φερόμαστε ως αν να συμβαίνει αυτό, εκτός εάν –ή έως ότου– υπάρξει πραγματική επίθεση στα δικαιώματά μας και η χώρα αρχίσει να πνίγεται στα ψέματα του Τραμπ. Στο μεταξύ, φαντάζομαι πως οι συγγραφείς θα συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται με σθένος την πελώρια αμερικανική ελευθερία να γράφεις ό,τι σου αρέσει, να μιλάς ανοιχτά για την πολιτική κατάσταση ή να οργανώνεσαι με όποιον τρόπο θεωρείς κατάλληλο».

Πολλά κομμάτια από τη Συνωμοσία εναντίον της Αμερικής απηχούν συναισθήματα που εκφράζονται σήμερα από ευάλωτες ομάδες Αμερικανών – μετανάστες και μειονότητες που έχουν θορυβηθεί από την εκλογή του Τραμπ όσο και οι εβραίοι του Νιούαρκ από την εκλογή του Λίντμπεργκ. Το βιβλίο καταγράφει επίσης την παρόρμηση της άρνησης. Η εκλογή του Λίντμπεργκ καθιστά σαφές στο επτάχρονο «Φίλιπ Ροθ» ότι «το απρόβλεπτο είχε πια συντελεστεί. Με άλλη μορφή, αυτό το νομοτελειακά απρόβλεπτο ήταν ό,τι μαθαίναμε στο σχολείο ως “Ιστορία”, αθώα ιστορία, όπου, ό,τι στον καιρό του θεωρούνταν αναπάντεχο, καταγράφηκε ως αναπόφευκτο. Ο τρόμος του απρόβλεπτου είναι αυτό που συγκαλύπτει η επιστήμη της Ιστορίας, μετατρέποντας τη συμφορά σε έπος».

Όταν ρωτήθηκε αν αυτή η προειδοποίηση όντως έγινε και πραγματικότητα, ο Ροθ απάντησε: «Το μυθιστόρημά μου δεν γράφτηκε ως προειδοποίηση. Εγώ απλώς προσπαθούσα να φανταστώ πώς θα ήταν τα πράγματα για μια εβραϊκή οικογένεια σαν τη δική μου, σε μια εβραϊκή κοινότητα όπως το Νιούαρκ, αν είχε ενσκήψει και εδώ κάτι που να θυμίζει έστω και αμυδρά ναζιστικό αντισημιτισμό το 1940, στο τέλος της πιο έντονα αντισημιτικής δεκαετίας στην ιστορία του κόσμου. Ήθελα να φανταστώ πώς θα το αντιμετωπίζαμε, που σημαίνει ότι έπρεπε πρώτα να επινοήσω μια δυσοίωνη αμερικανική κυβέρνηση που να μας απειλεί. Όσο για το πώς μας απειλεί ο Τραμπ, θα έλεγα ότι, όπως και για τις αγχωμένες και φοβισμένες οικογένειες στο βιβλίο μου, το πιο τρομακτικό απ’ όλα είναι ότι ο άνθρωπος αυτό κάνει τα πάντα και το οτιδήποτε να μοιάζει πιθανό, συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, της πυρηνικής καταστροφής».

170130_r29373illuweb-690x548-1484959967

 Εικόνα εξωφύλλου: Tom Bachtell

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ποικίλα (επίκαιρα)

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Η τηκομένη χιών

—του Γιώργου Μητά—

Η ασυνήθιστη αθηναϊκή χιονόπτωση ξύπνησε, μεταξύ άλλων, αναγνωστικές μνήμες θαμμένες στους πάγους του χρόνου κι έφερε πλάι πλάι, δίπλα στη χθεσινοβραδινή εστία, παλιές, αγαπημένες ιστορίες: θα άξιζε να ζήσει κανείς και πάλι την αγωνιώδη προσπάθεια του περιπλανώμενου τυχοδιώκτη ν’ ανάψει φωτιά προκειμένου να κρατηθεί στη ζωή, κάπου στις παγωμένες όχθες του ποταμού Χέντερσον, κοντά στη Βερίγγεια Θάλασσα (Τζακ Λόντον, «Για μια φωτιά», Αμερικανικά Διηγήματα Β’, Γράμματα, 1983), ή να αναβιώσει την αλησμόνητη εκείνη χριστουγεννιάτικη ολονυκτία στον ετήσιο χορό των δεσποινίδων Μόρκαν, στο σπίτι της νήσου Άσερ, τότε που, με το πρώτο φως της μέρας και την αναχώρηση των επισκεπτών, μέσα από τις νιφάδες του χιονιού αναδύθηκε ένας αψηλάφιστος κόσμος σκιών και δακρύων (Τζέημς Τζόυς, «Οι Νεκροί» (Δουβλινέζοι), Ηριδανός 1977), ή, έστω, να ακολουθήσει στο φρέσκο χιόνι τα μυστηριώδη χνάρια του αλλόκοτου ανθρώπου που φθάνει εξουθενωμένος στο πανδοχείο της κυρίας Χωλλ, έτοιμος ν’ αποσπάσει τους επιδέσμους από το πρόσωπό του και, αφού ανακτήσει τις δυνάμεις του, να ξεσπάσει την οργή του πάνω στους φιλήσυχους κατοίκους του χιονοσκεπασμένου Ίπιγγ (Ε.Γ. Ουελλς, Ο Αόρατος, μετ. Α. Παπαδιαμάντης, Κίχλη, 2009).
Εμείς πάλι, θα μοιραστούμε τη βαριά από τα χνώτα ατμόσφαιρα της καλύβας των «Εξόριστων του Πόκερ Φλατ», αλλά και τη μοίρα των ενοίκων της (Φράνσις Μπρετ Χαρτ, Αμερικανικά Διηγήματα Α΄, Γράμματα, 1983), μέχρις ότου χιμήξει μέσα ο παγωμένος άνεμος και σβήσει, μαζί με τις ελπίδες των αποβλήτων που έχουν βρει εκεί καταφύγιο, και την τελευταία αράδα της θλιβερής ιστορίας!

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ποικίλα (επίκαιρα)

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Πάρε τη ραγισμένη μου καρδιά και κάν’ την τέχνη

Η Μέριλ Στριπ τα χώνει στον Ντόναλντ Τραμπ

—της Ashley Lee για το The Hollywood Reporter / μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Θεοχάρης—

Η Μέριλ Στριπ παρέλαβε το Βραβείο Cecil B. DeMille στο πλαίσιο της απονομής των Χρυσών Σφαιρών την Κυριακή το βράδυ (8/1/2017). Στον λόγο της μετά την απονομή, η Στριπ τα έχωσε στον Ντόναλντ Τραμπ για μία συγκεκριμένη «ερμηνεία» του.

Η Στριπ πήρε τη σκυτάλη από τον Χιου Λόρι, ο οποίος είχε προηγουμένως χαρακτηρίσει τη Hollywood Foreign Press Association ως ένα «από τα πλέον διασυρόμενα τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας αυτή τη στιγμή»: το Χόλιγουντ, οι ξένοι και ο Τύπος. «Αλλά ποιοι είμαστε εμείς και τι είναι το Χόλιγουντ, τέλος πάντων; Δεν πρόκειται παρά για μια ομάδα ανθρώπων που έχουν έρθει από αλλού», εξήγησε, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι μεγάλωσε στο Νιου Τζέρσι, ενώ, όπως είπε, δεν κατάγεται από το Λος Άντζελες ούτε η Σάρα Πόλσον ούτε η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ, η Έιμι Άνταμς, η Νάταλι Πόρτμαν, η Ρουθ Νέγκα, η Βαϊόλα Ντέιβις, ο Ντεβ Πατέλ και ο Ράιν Ρέινολντς. «Πού είναι τα πιστοποιητικά γεννήσεώς τους;»

«Το Χόλιγουντ, λοιπόν, κατακλύζεται από μέτοικους και αλλοδαπούς. Αν μας διώξεις όλους με τις κλωτσιές, δεν θα σου μείνει τίποτα να βλέπεις εκτός από ποδόσφαιρο και πολεμικές τέχνες, οι οποίες δεν είναι τέχνες», είπε βουρκωμένη και με σβησμένη τη φωνή, καθώς αποδεχόταν την τιμητική διάκριση για το σύνολο του έργου της ως ηθοποιού.

meryl-streep-show-2017-billboard

Η Μέριλ Στριπ αποδέχεται το Βραβείο Cecil B. DeMille κατά τη διάρκεια της 74ης τελετής απονομής για τις Χρυσές Σφαίρες στο Beverly Hilton Hotel, 8/1/2017. (Φωτογραφία: Paul Drinkwater/NBCUniversal via Getty Images)

Η Στριπ παρατήρησε επίσης ότι μία «ερμηνεία» ξεχώρισε την περασμένη χρονιά: αυτή του Ντόναλντ Τραμπ, όταν κορόιδεψε έναν δημοσιογράφο με αναπηρία σε κάποια πολιτική συγκέντρωση. «Κάθε άλλο παρά καλή ήταν, αλλά τη δουλειά της την έκανε», είπε. «Κατά κάποιον τρόπο, μου ράγισε την καρδιά όταν την είδα, και ακόμα δεν μπορώ να τη βγάλω από το μυαλό μου γιατί δεν επρόκειτο για ταινία, αλλά για κάτι που έγινε στην πραγματική ζωή. Αυτό το ποταπό ένστικτο, να ταπεινώνεις τον άλλον, όταν εκφράζεται δημοσίως διεισδύει στη ζωή όλων μας, γιατί νομιμοποιεί τους πάντες να κάνουν το ίδιο».

«Η ασέβεια φέρνει ασέβεια, η βία προκαλεί βία», είπε στη συνέχεια. Και αφού κάλεσε τον Τύπο να αντισταθεί στον Τραμπ, η Στριπ έκλεισε την ομιλία της, παραθέτοντας τα λόγια της Κάρι Φίσερ: «Πάρε τη ραγισμένη σου καρδιά και κάν’ την τέχνη».

Την πολυβραβευμένη ηθοποιό παρουσίασε η Βαϊόλα Ντέιβις, η οποία τόνισε ότι έχει κερδίσει οχτώ Χρυσές Σφαίρες, ενώ συνολικά είχε 29 υποψηφιότητες. «Η δεξιοτεχνία της μας υπενθυμίζει τι σημαίνει να είναι κανείς καλλιτέχνης, που είναι να μας κάνει να αισθανόμαστε λιγότερο μόνοι», είπε για τη συμπρωταγωνίστριά της στο Doubt. Έπειτα, απευθυνόμενη στην ίδια, είπε: «Με κάνεις να αισθάνομαι υπερήφανη που είμαι καλλιτέχνις. Με κάνεις να αισθάνομαι ότι αυτά που έχω –το σώμα μου, το πρόσωπό μου, η ηλικία μου– είναι αρκετά».

Στην τελετή που έγινε στο Beverly Hilton Hotel, η Στριπ ήταν επίσης υποψήφια για την ερμηνεία της στην ταινία Florence Foster Jenkins, σε σκηνοθεσία του Στήβεν Φρίαρς και σενάριο του Νίκολας Μάρτιν.

Το ετήσιο τιμητικό Βραβείο DeMille απονέμεται σε καλλιτέχνες με «εξαιρετική συνεισφορά στον κόσμο του θεάματος». Ανάμεσα στους πρόσφατα τιμηθέντες βρίσκονται ο Ντένζελ Ουάσινγκτον, ο Τζωρτζ Κλούνι, ο Γούντι Άλεν, η Τζόντι Φόστερ, ο Μόργκαν Φρίμαν, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο Στήβεν Σπίλμπεργκ και ο Γουόρεν Μπίτι.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ποικίλα (επίκαιρα)

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Postfaktisch

berlin-cover

Με αφορμή το χθεσινό τρομοκρατικό χτύπημα στο Βερολίνο

—της Λένιας Ζαφειροπούλου—

Ακούω πολύ ραδιόφωνο, γερμανικό, βρετανικό, γαλλικό, ελληνικό. Αισθάνομαι πως το ραδιόφωνο, ίσως ακριβώς επειδή δεν είναι πλέον της μόδας, αντικατοπτρίζει καθαρά την κουλτούρα τού δημοσίου λόγου μιας χώρας.

Εχθές λοιπόν έμαθα για το τρομοκρατικό χτύπημα στο Βερολίνο από μια φίλη στο τηλέφωνο και, συνηθισμένη από τα δικά μας έκτακτα δελτία, άνοιξα το γερμανικό ραδιόφωνο στις 22.40, 20 δηλαδή λεπτά πριν το κανονικό δελτίο ειδήσεων. Τίποτα: Στον πολιτιστικό σταθμό τής Ραδιοφωνίας Βερολίνου-Βραδεμβούργου, η προγραμματισμένη εκπομπή σύγχρονης μουσικής. Στον σταθμό πολιτικής δημοσιογραφίας DeutschlandFunk, τρέχει αμέριμνη μια χριστουγεννιάτικη καντάτα ενός ελάσσονος συγχρόνου του Haydn. Και στον πανγερμανικό πολιτιστικό σταθμό dradio Kultur, το καθιερωμένο ραδιοφωνικό θρίλερ τής Δευτέρας. Υπομονή ως τις 23.00. Και σκέφτομαι: να γιατί μια χώρα χρειάζεται γερές δομές: Γιατί; Γιατί όταν ένας σταθμός έχει σιδηρούν πρόγραμμα και όχι εκπομπές με μουσικούλα κι ένα ζεύγος χαλαρών και cool δημοσιογράφων που είναι σαν να ‘χουν πάρει μαζί τους το μικρόφωνο την ώρα που πίνουν καφέ στο κοντινό μπιστρό, όταν λέω υπάρχει σιδηρούν πρόγραμμα, μπορεί να σε διαφυλάξει από την τρομολαγνία, χωρίς να χρειάζεται να είσαι τέρας ήθους. Περιμένω λοιπόν ως τις 23.00. Στις 23.00 λιγόλογες ειδήσεις, με ψυχρό και επίσημο λεξιλόγιο και αυστηρά μόνο με τις επισήμως επιβεβαιωμένες πληροφορίες. Στις 23.05, πεντάλεπτο έκτακτο δελτίο, καθαρά πλαισιωμένο από το γνωστό σηματάκι «Aktuell» του σταθμού, το οποίο ο τακτικός ακροατής αναγνωρίζει ακουστικά. Ένας ήρεμος και χαμηλόφωνος ανταποκριτής ανακοινώνει λίγες περισσότερες λεπτομέρειες με μία κανονική φωνή μικροφώνου, μέσα από ένα στούντιο. Δεν είναι στο ύπαιθρο, δεν κραυγάζει, δεν λαχανιάζει, δεν ακούγεται μέσα από πλήθη ούτε μπροστά από σειρήνες αστυνομικών και ασθενοφόρων, δεν αποδύεται σε γλαφυρές περιγραφές του «τόπου της σφαγής». Σήμερα το πρωί στο Dradio, ένας νηφάλιος ανθρωπολόγος μάς εξηγεί για πολλοστή φορά την λέξη που φέτος ανακηρύχτηκε επισήμως στη Γερμανία λέξη τής χρονιάς: η λέξη είναι postfaktisch και σημαίνει την εποχή όπου τα γεγονότα και τα δεδομένα δεν παίζουν πλέον ρόλο. Είμαστε λέει μια εποχή που δεν κρίνει πλέον σύμφωνα με τη γνώση, αλλά με τη γνώμη και το αίσθημα. Δεν έχει δηλαδή σημασία που η στατιστική μάς λέει πως είναι πολύ πιθανότερο να πεθάνουμε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα κι όχι σε τρομοκρατική ενέργεια. Δεν έχει σημασία που η εγκληματικότητα και οι βιασμοί στη Γερμανία έχουν μειωθεί τα δυο τελευταία χρόνια όπου η χώρα έχει πρόσφυγες. Δεν έχει σημασία που μόνο το 1% των βιασμών στη Γερμανία αποδίδεται σε ξένους. Εμείς, οι περήφανοι απόγονοι τού Διαφωτισμού και εύκολοι περιφρονητές των σύγχρονων βαρβάρων θα προτιμήσουμε το αίσθημα, τις θρυαλλίδες, τις κορώνες και τις αισθηματικές εκρήξεις των social media κι όχι τα συμπεράσματα τής στατιστικής. Θα συνεχίσουμε να φοβόμαστε τις τρομοκρατικές ενέργειες, τους πρόσφυγες και τους βιασμούς. Αυτά μας εξηγεί ο επιστήμονας στο ραδιόφωνο.

Κι εγώ για μια ακόμη φορά συγχαίρω αυτή τη χώρα που εξακολουθεί να κάνει την σθεναρότερη αντίσταση μέσα στην Ευρώπη, κι αυτή και η καγκελάριός της. Η Γερμανία κατέστρεψε τον εαυτό της και τους άλλους όταν μπήκε στο τριπ τής λαϊκιστικής παράνοιας και ξέρει τη σημαίνει να μπαίνεις στο τριπ. Και προς στιγμήν αρνείται να μπει. Έτσι σε κανέναν από τους παραπάνω σταθμούς, δεν άκουσα για την χθεσινοβραδινή τρομοκρατική ενέργεια στο Βερολίνο τη λέξη «μακελειό». Την άκουσα όμως στο μικρό ραδιοφωνικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ σήμερα το πρωί στις 10.30. Οι Γερμανοί δε λένε «μακελειό». Εδώ στη χώρα δεν αγαπούμε την πειθαρχία τους. Αυτόν τον καιρό όμως τους σώζει. Τους σώζει απ’ το να παραδοθούν αμαχητί στο έμφυτο ένστικτο του ανθρώπου που έλκεται παράξενα από τον τρόμο, την φρίκη και την συντριβή των ορίων. Είναι η ίδια έλλειψη πειθαρχίας που εξώθησε πολλούς χθες στα social media, με αφορμή τον φόνο τού Ρώσου πρέσβη, να αναγγείλουν με θριαμβευτική φρίκη τον Γ’ Παγκόσμιο. Συμφωνώ, η εποχή μας μοιάζει με χύτρα που βράζει βασανιστικά αργά. Και δεν έχει σίγουρα τίποτε το λαμπρό και το ηρωικό το να ζεις μες στη θολούρα των ατμών της εποχής σου. Αν όμως κάναμε όλοι μας λίγη περισσότερη υπομονή, με λιγότερα λόγια και λιγότερες μεγαλόστομες χειρονομίες, περισσότερη υπομονή με τους πρόσφυγες, με την φτώχεια, με την κρίση, ίσως και να καταφέρναμε να πεθάνει ο λαϊκισμός από πείνα. Και ίσως αποφεύγαμε να θεωρηθούμε αργότερα από την Ιστορία, οι κοντόθωροι, μικρόψυχοι, ανυπόμονοι και απείθαρχοι πρόδρομοι μιας καταστροφής.

* * *

berlin-cover

Εικόνα εξωφύλλου: Berlin, Friedrichshain, Γιώργος Τσακνιάς 2002

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ποικίλα (επίκαιρα)

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x