James Brown και Joe Tex: μια ιστορία μίσους

Αυτό δεν είναι τραγούδι #178
Dj της ημέρας, ο Βαγγέλης Φωκάς

Ο James Brown και ο Joe Tex δεν υπήρξαν ποτέ αυτό που κάποιος θα έλεγε «αγαπημένοι φίλοι». Αντιθέτως, μεταξύ τους είχε δημιουργηθεί μια χρόνια κόντρα που ξεκίνησε αρκετά νωρίς στην καριέρα τους, κυρίως επειδή ο Joe ήταν πεπεισμένος ότι ο James τού έκλεβε την κίνηση με το μικρόφωνο και την κλωτσιά στον αέρα, η οποία αποτελούσε το σήμα κατατεθέν του.

Η κατάσταση όμως άρχισε να μυρίζει μπαρούτι το 1961, όταν ο James Brown διασκεύασε το ολόφρεσκο single του Joe Tex, “Baby You’re Right”. Ενώ τα δύο 45άρια κυκλοφόρησαν περίπου την ίδια εποχή, η εκτέλεση του Brown γνώρισε τεράστια επιτυχία και έφτασε έως το νούμερο δύο των R&B charts.

10846383_10152542335712960_6514068044611319375_n

10686714_10152542336217960_8199529368648345488_n

Σε μια εκδικητική τροπή των πραγμάτων, ο James κλέβει την κοπέλα του Joe, Bea Ford. Και λίγο αργότερα, λες και δεν έφταναν όλα αυτά, ο Brown στέλνει κι ένα γράμμα στον Tex όπου λίγο-πολύ τού έλεγε ότι βαρέθηκε την Bea και του τη δίνει πίσω. Αντί άλλης απάντησης, ο Joe Tex κυκλοφορεί το “You Keep Her”, τραγούδι στο οποίο απευθύνεται στον Brown με το όνομά του και του λέει πως, έτσι κι αλλιώς, είναι καλύτερα χωρίς την Bea.

Η τεταμένη κατάσταση κορυφώνεται έπειτα από αρκετό καιρό,  όταν ο James Brown αποφασίζει να επιστρέψει και να παίξει στο Macon της Γεωργίας, τη γενέτειρά του. Την εμφάνιση εκείνη άνοιξε ο Joe Tex φορώντας μια σκισμένη τρύπια κουβέρτα. Πέφτοντας στα γόνατα και πιάνοντας την πλάτη του σαν να είχε φοβερούς πόνους, άρχισε να φωνάζει: «Έλεος! Έλεος! Έλεος! Βγάλτε μου αυτή την κάπα!» — παρωδώντας έτσι την κάπα που ο James Brown φορούσε στις συναυλίες του.

Έξαλλος, ο James Brown πήρε εκείνο το βράδυ στο κατόπι τον Joe Tex· τον ακολούθησε σε κάποιο τοπικό club, το “Club 15”, όπου εκείνη τη βραδιά έπαιζαν ο Otis Redding και οι Pipetones. O Brown μπήκε στο club με μια καραμπίνα και άρχισε να πυροβολεί κατά πάντων. Κάποιος από το μπαρ απάντησε στα πυρά. Μες στη γενική σύγχυση ο Joe Tex ξεγλίστρησε από την πίσω πόρτα, ενώ ο Brown επέστρεψε στο πούλμαν του και έφυγε.

Αρκετά χρόνια μετά, οι αιώνιοι αντίπαλοι φαίνεται να τα βρήκαν αρκετά ώστε ο Joe Tex να δηλώσει: “If I was a dancefloor, James Brown could mash potatoes on me all night long!”

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook
Advertisements

Η τέχνη είναι υπόθεση συνειδητή

«Για ποιο βιβλίο που δεν έγραψα ευχαριστώ τον θεό της λογοτεχνίας;» — απαντά η ποιήτρια Μαρία Τοπάλη.

 

Είκοσι χρόνια πριν θα απαντούσα πιθανότατα με φόρα και με θράσος, δακτυλοδείχνοντας το «κακό», το μισητό, το περιφρονητέο βιβλίο με όνομα και επίθετο. Και τώρα, θα πείτε, τι; Έχεις, μήπως, βάλει νερό στο κρασί σου; Δεν εννοώ αυτό. Αλλά, στο ενδιάμεσο, έχω γράψει και δημοσιεύσει μερικά και έχω διαβάσει πολλά, πάρα πολλά βιβλία, όχι πλέον από τη σκοπιά του ανθρώπου που φιλοδοξεί να γράψει, αλλά από τη σκοπιά του ανθρώπου που κοιμήθηκε ήδη κάμποσα βράδια με το τέρας. Όχι μόνο γράφοντας αλλά και μεταφράζοντας και βιβλιοκρίνοντας. Και ναι, μετακινήθηκα. Δεν μου βγαίνει πια αυθόρμητα, όπως διαπίστωσα επιχειρώντας να απαντήσω στο ερώτημα της Ελένης Κεχαγιόγλου και του dim/art, δεν μου βγαίνει καθόλου να πω «αυτό». «Στην πυρά». Τι συνέβη στο μεταξύ;

Εξακολουθώ να βρίσκω πολλά βιβλία μέτρια και αρκετά βιβλία κακά — βιβλία ποίησης, ιδίως, με την οποία καταγίνομαι πιο συστηματικά. Αλλά δεν φουντώνει πια μέσα μου εκείνος ο παλιός, νεανικός θυμός. Ίσως γιατί ακόμη και το κακό βιβλίο μού έχει γίνει πλέον αρκετά διάφανο ως προς τις προθέσεις και τη στόχευση. Και, από την άποψη αυτή, ακόμη και το κακό βιβλίο είναι, με τον τρόπο του, ενδιαφέρον — πέστε το αν θέλετε διαστροφή της ενασχόλησης.

Ο φόβος, όμως, του βιβλίου που δεν θα ήθελα να έχω γράψει είναι υπαρκτός. Και ελέγχεται παλιός. Η ιδέα ενός τέτοιου βιβλίου —τι λέω, ενός τέτοιου κειμένου!— μου προκαλεί κρύον ιδρώτα όταν πρόκειται η ίδια να βάλω ένα νέο πόνημά μου σε κυκλοφορία. Φοβάμαι όπως ο διάβολος το λιβάνι, το πρόχειρο βιβλίο. Το βιβλίο-που-δεν-είναι-έτοιμο-ακόμα. Φοβάμαι την καλή ιδέα που ρίχνεται όπως όπως στο χαρτί∙ το «όπως-όπως» ας διαβαστεί εδώ ως ελάχιστος φόρος τιμής στον Λουκά Κούσουλα και στα μοναδικής ευφυΐας και κομψότητας δοκίμιά του Και μόνος και μετά πολλών…, που δεν πρέπει να χαθούν στον φλύαρο πολτό της σοβαροφάνειας που συχνά μας κατακλύζει. Το πρόχειρο βιβλίο παραμένει αυτό ακριβώς: μια καλή ιδέα σε φάση «όπως-όπως» (ο Κούσουλας, άλλωστε, σοφά και προκλητικά βάζει στον υπότιτλο των δικών του, δουλεμένων αποσταγμάτων το «όπως-όπως…). Μια ιδέα που, στην πραγματικότητα, δεν έχει γίνει ακόμη βιβλίο, κι ας είχε τον τρόπο ο συγγραφέας να το κυκλοφορήσει σε χαρτί τυπωμένο, σελιδοποιημένο και δεμένο.

Φοβάμαι το άγουρο. Φοβάμαι το βιβλίο που ο συγγραφέας του δεν έχει δώσει την κρίσιμη εκείνη μάχη νεύρων και υπομονής ώστε να ελαχιστοποιήσει την εκ των υστέρων κριτική και αυτοκριτική. Τρέμω το βιβλίο στο οποίο εκ των υστέρων εύκολα ο έμπειρος αναγνώστης, ο επιμελητής, ο ίδιος ο συγγραφέας θα παρατηρούσαν ότι πολλά πράγματα θα μπορούσαν να έχουν γίνει διαφορετικά. Δεν εννοώ, φυσικά, με αυτό συνειδητές τεχνικές ανέμελου, καθημερινού ύφους ούτε την επιλογή να είναι ορατές οι ραφές και η φόδρα της γραφής. Εννοώ ότι ο τεχνίτης θα πρέπει να μπορεί ανά πάσα στιγμή να σταθεί πίσω από τις γραμμές του και να υπερασπιστεί την κάθε του επιλογή.

Δεν πιστεύω καθόλου μα καθόλου στο άρρητο, στο άφατο και στα παρόμοια στερητικά και στερημένα όσον αφορά την έμπνευση και τις καλλιτεχνικές επιλογές. Αλλίμονο αν ανάγαμε σε τόσο φτωχά τεχνάσματα την τέχνη του λόγου. Και, ναι, μισώ εκφράσεις του τύπου «έτσι μου βγήκε» και «ξαφνικά, χωρίς να ξέρω πώς, ένιωσα ότι… και πήρα το μολύβι κι έγραψα».

Το γράψιμο είναι τέχνη, η τέχνη είναι υπόθεση συνειδητή (παρακαλώ, το «συνειδητή» να μην μπερδεύεται κακόπιστα με το «εγκεφαλική»), η τέχνη του λόγου είναι τέχνη της έκφρασης. Δεν μπορεί να κρύβει τις ατέλειες, κυρίως δε την πνευματική οκνηρία και την έλλειψη εγρήγορσης πίσω από φτηνά τεχνάσματα. Και δεν μπορεί, φυσικά, να αρνείται, σαν παιδάκι, την ευθύνη του εαυτού της.

Μαρία Τοπάλη @biblioNET

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Φραγκφούρτη. Από το 1996 δημοσιεύει ποίηση, κριτική και μεταφράσεις από τα γερμανικά. Είναι μητέρα δυο κοριτσιών, ζει στην Αθήνα και εργάζεται στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Δημοσιεύει κριτικά και άλλα κείμενα στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο συνεργαζόμενη τακτικά με την Ποιητική και με την Καθημερινή της Κυριακής. Από τις εκδόσεις «Νεφέλη» κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές της Σερβίτσιο Τσαγιού (1999) και Λονδίνο και άλλα ποιήματα»(2007), από τις εκδόσεις «Πατάκη» κυκλοφορεί το βιβλίο-ποίημα Βερμίου Κατάβαση (2010), η μετάφρασή της των Ελεγειών του Ντουίνο του Ρ.Μ. Ρίλκε (2011), από τις εκδόσεις «Οκτώ» το θεατρικό μιούζικαλ Ο Χορός της Μεσαίας Τάξης (2012) και από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το βιβλίο Για τέσσερα χέρια (2013) που εξέδωσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Ματσούκα.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2012) Ο χορός της μεσαίας τάξης, Οκτώ
(2010) Βερμίου κατάβαση, Εκδόσεις Πατάκη
(2006) Λονδίνο και άλλα ποιήματα, Νεφέλη
(1999) Σερβίτσιο τσαγιού, Νεφέλη
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2013) Για τέσσερα χέρια, Γαβριηλίδης
(2010) Επέτειος, Μικρή Άρκτος
(2008) Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα, Κίχλη
(2007) Karaoke Poetry Bar, Futura
Μεταφράσεις
(2014) Μεγάλος παραμυθοθησαυρός, Εκδόσεις Πατάκη
(2014) Boie, Kirsten, Ο μικρός ιππότης Πότης, Εκδόσεις Πατάκη
(2014) Joyce, William, Τα φανταστικά ιπτάμενα βιβλία του κου Μόρρις Λέσμορ, Εκδόσεις Πατάκη
(2012) Klassen, Jon, Θέλω πίσω το καπέλο μου, Κόκκινο
(2012) Rilke, Rainer Maria, 1875-1926, Κισμέτ, Νεφέλη
(2011) Συλλογικό έργο, The Plotless Room: I Lie to History, Futura
(2011) Grimm, Jakob Ludwig, Η Κοκκινοσκουφίτσα, Νεφέλη
(2011) Rilke, Rainer Maria, 1875-1926, Οι ελεγείες του Ντουίνο, Εκδόσεις Πατάκη
(2010) Zweig, Stefan, 1881-1942, Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ. H αόρατη συλλογή, Άγρα
(2007) Frisch, Max, 1911-1991, Ας με λένε Γκάντενμπαϊν, Μελάνι
(2006) Habermas, Jürgen, 1929-, Η εποχή των μεταβάσεων, Scripta
(2004) Habermas, Jürgen, 1929-, Το μέλλον της ανθρώπινης φύσης. Πίστη και γνώση, Scripta
(2001) Rilke, Rainer Maria, 1875-1926, Επιστολές σε μια νέα γυναίκα, Ροές
(2000) Enzensberger, Hans – Magnus, 1929-, Πολιτική και πολιτισμός, Scripta
(1997) Burckhardt, Jacob, 1818-1897, Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, Νεφέλη

* * *

Κάθε εβδομάδα ένας λογοτέχνης απαντά στο ερώτημα του dim/art «Για ποιο βιβλίο που δεν έγραψα ευχαριστώ τον θεό της λογοτεχνίας;» Επιχειρούμε δι’ αυτής της οδού να προσεγγίσουμε το στίγμα των σημερινών ελλήνων λογοτεχνών: διερευνώντας τι απεχθάνονται, τι αντιπαθούν ή, έστω, τι αποφεύγουν οι σύγχρονοι πεζογράφοι και ποιητές, προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι επιδιώκουν.
Επιμέλεια: Ελένη Κεχαγιόγλου.

* * *

Στο «Cafe dim/art» γίνονται διαδικτυακές συναντήσεις σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων και λογοτεχνών.

Εδώ άλλες αναρτήσεις από το Cafe dim/art

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Είναι θέμα γεύσης

Διάλειμμα για διαφημίσεις #19

Η διαφήμιση ως ταινία, ως αφήγηση, ως τέχνη, ως εύρημα, ως παγίδα, ως προπαγάνδα — ενίοτε και ως μπούρδα. Διαφημίσεις γυρισμένες από διάσημους σκηνοθέτες και μικρά αριστουργήματα αγνώστων δημιουργών. Τεκμήρια εποχής, κοινωνίας, οικονομίας, καθημερινότητας.

Μια ευρηματική ινδική διαφήμιση για τα προφυλακτικά Moods σε διάφορες φρουτώδεις γεύσεις.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία: Διάλειμμα για διαφημίσεις

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

 

Το μυστήριο μιας ημιτελούς ανάγνωσης

Ιστορίες ανάγνωσης #27 — μια στήλη για επίμονους αναγνώστες, γραμμένη από λάτρεις της ανάγνωσης

Απόσπασμα από το κεφάλαιο με τίτλο «Κάρολος Ντίκενς (1812-70)» από το βιβλίο του Stuart Kelly, Το βιβλίο των χαμένων βιβλίων. Η ιστορία των σπουδαίων βιβλίων που δε θα διαβάσουμε ποτέ, μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009.

 * * *

Στις 9 Μαρτίου 1870, ο Κάρολος Ντίκενς διάβαζε στη βασίλισσα Βικτόρια αποσπάσματα από το καινούργιο του έργο Το μυστήριο του Έντουιν Ντρουντ. Το μυθιστόρημα, που διαδραματίζεται στη ληθαργική κωμόπολη  του Κλόιστερχαμ, έχει ως κεντρικό ήρωα τον οπιομανή διευθυντή χορωδίας Τζον Τζάμπερ, που διακατέχεται από απόκρυφες εμμονές για την αρραβωνιαστικιά του ανιψιού του Έντουιν Ντρουντ, του οποίου είναι ο κηδεμόνας. Η Ρόζα έχει επίσης προσελκύσει την προσοχή ενός άλλου ορφανού, του οξύθυμου Νέβιλ Λάντλες και, όταν ο Ντρουν εξαφανίζεται, και το ρολόι και το κολάρο του βρίσκονται στο ποτάμι, ο Τζάσπερ κατηγορεί αμέσως τον Νέβιλ για φόνο.

Ο Ντίκενς πρόσφερε στη βασίλισσα την ευκαιρία να μάθει, πριν από τους υπηκόους της, τον επίλογο της ιστορίας. Είτε από αδιαφορία, είτε από κατανοητή επιθυμία να μη χάσει την αγωνία του τέλους, η Βικτόρια αρνήθηκε. Σε λιγότερο από τρεις μήνες ο Ντίκενς πέθανε και Το μυστήριο του Έντουιν Ντρουντ έμεινε μισοτελειωμένο. Ο τίτλος του έγινε μυστηριωδώς εύστοχος: ο Ντίκενς δεν άφησε σημειώσεις, ούτε σχέδια και ενδείξεις ως προς την έκβαση της ιστορίας.

Θα μπορούσε να είναι πιο προσεκτικός. Μόλις έξι χρόνια νωρίτερα, ο Ντίκενς βρισκόταν σε ένα τρένο που είχε εκροχιαστεί στο Στέιπλχερστ, από το οποίο μόνο το δικό του βαγόνι έμεινε στις ράγες. Αφού βοήθησε δύο κυρίες να κατέβουν από το τρένο, ο Ντίκενς γύρισε πίσω για να πάρει το χειρόγραφο του Κοινού μας φίλου, που το είχε παρατήσει πάνω στο κάθισμά του, και ένα μπουκάλι τσέπης μπράντι. Αυτό το αντάμωμα με το θάνατο δεν άλλαξε τη μέθοδο εργασίας του.

Το απογοητευμένο κοινό έκανε διάφορες υποθέσεις για το τι θα γινόταν με το έργο: Μήπως θα μπορούσε να γράψει ένα τέλος ο Γουίλκι Κόλλινς; Θέλοντας να δώσουν τέλος στις φήμες για συνέχεια, οι εκδότες του Ντίκενς, Τσάπμαν και Χολ, έστειλαν επιστολή στους Times επισημαίνοντας πως «εμείς δεν θα επιτρέπαμε σε κανέναν συγγραφέα να συμπληρώσει έργο του κυρίου Ντίκενς». Κατόπιν τούτου, ο Κόλλινς αποκάλυψε το 1878 πως του ζητήθηκε να τελειώσει το μυθιστόρημα αλλά «αρνήθηκε κατηγορηματικά». Τέτοιες ρητές δηλώσεις δεν δέσμευαν ωστόσο τους εκδότες του Κόλλινς, οι οποίοι, δέκα χρόνια μετά, συμφώνησαν με τον σερ Ουόλτερ Μπίσαντ να ολοκληρώσει τον Τυφλό έρωτα του Κόλλινς.

* * *

Επιμέλεια στήλης: Γιώργος Τσακνιάς

Εδώ άλλες Ιστορίες ανάγνωσης

Μια ιστορία [ανάγνωσης]  για τον Ντίκενς

Το dim/art στο Facebook

 

Παραδοσιακά μελομακάρονα και κουραμπιέδες

cover

Δύο προπολεμικές συνταγές

—της Άστριντ Ζωής Όκλαντ—

Το dim/art και η Ευώνυμος Οικολογική Βιβλιοθήκη βάζουν σιγά σιγά τα γιορτινά τους.

Στο κλίμα των ημερών, παρουσιάζουμε δύο προπολεμικές συνταγές για μελομακάρονα και κουραμπιέδες που ανασύραμε από το αρχείο της Ευωνύμου Οικολογικής Βιβλιοθήκης. Η μεταγραφή των χειρογράφων ήταν δύσκολη· όπου δεν βγάζαμε τον γραφικό χαρακτήρα, αφήσαμε κενό. Προσπαθήστε να διαβάσετε το σκαναρισμένο χειρόγραφο ή αυτοσχεδιάστε!

Μελομακάρονα

01

Υλικά

  • 1 οκά λάδι
  • 1 ποτήρι του νερού αλυσίβα* δυνατή
  • 2 πιατέλα του τσαγιού ζάχαρη
  • 2 μικρά φλιτζανάκια κονιάκ
  • χυμόν ενός πορτοκαλιού και μισού λεμονιού
  • 100δρμ. Αμύγδαλα ή καρύδια χοντροκοπα….
  • 2 κουταλάκια κρεμόριο** και σόδα 1 κουταλάκει
  • αλεύρι όσον πάρει περίπου 2 οκάδες

Κατασκευή

Βάζομε το λάδι στην αλυσίβα την ζάχαρη το κονιάκ και μια κουταλιά βούτυρο καλό και τα δουλεύομεν μέχρις όταν ασπρίσουν και πήξουν περίπου τρία τέταρτα της ώρας κατόπιν το αλεύρι με το κρεμόριον και την σόδα ανακατεύουμε (;) αφού ανακατευθούν ρίπτομεν και το λεμόνι και το πορτοκάλι το δουλεύομεν μισή ώρα περίπου ρίπτομεν τα αμύγδαλα τα πλάθομεν… μεγάλα και τα στέλλομεν…. εις τον φούρνο. Η ζύμη να …

Κουραμπιέδες

02

Υλικά

  • 1 οκά βούτυρο
  • 2 πιατέλλα του τσαγιού ζάχαρι
  • 1 φλυτζανάκι του καφέ κονιάκ
  • 4 κρόκους
  • 1 πιατέλο του τσαγιού αμύγδαλα χοντροκομένα
  • 2 οκάδες αλεύρι.

Κατασκευή

Κτυπάμεν καλά το βούτυρο με την ζάχαρη και το λεμόνι μέχρις ότου ασπρίσουν και πήξουν. Κατόπιν ρίπτομεν το αλεύρι με το οποίον πρέπει να δουλευθεί πάρα πολύ, πρέπει δε απαραιτήτως να πάρει 2 οκάδες και να δουλευθεί τόσον ώστε αφού ρίξομεν όλον το αλεύρι η ζύμη να γίνεται κατά το τρίψιμον σαν αλοιφή και να μην σκορπά καθόλου. Κατόπιν ρίπτομεν έναν έναν τους κρόκους και τέλος το αμύγδαλον τους πλάθομεν και τους στέλλομεν εις τον φούρνον. Και εάν θέλομεν λίγα γαρύφαλα.

Τους θαρραλέους αναγνώστες μας που θα επιχειρήσουν να συνοδεύσουν την βασιλόπιτα, τις δίπλες και το χριστόψωμο με τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες της Ευωνύμου τους προτρέπουμε να μοιραστούν μαζί μας τις γευστικές τους εντυπώσεις και τους ευχόμαστε τα γλυκά να είναι ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΑ!

*Αλυσίβα ή σταχτόνερο: πρόκειται για ένα αλκαλικό διάλυμα το οποίο κάνει τα κουλουράκια πιο τραγανά και αφράτα!

**Κρεμόριο: σκόνη η οποία παρασκευάζεται από το κατακάθι του κρασιού και δίνει όγκο στα γλυκά.

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Media Luz

Αυτό δεν είναι τραγούδι #177
Dj της ημέρας, η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Δεν μπορώ να σκεφτώ πολλά κομμάτια (εντάξει, βγάζω έξω τα εντελώς πανηγυρτζίδικα) που έχουν κλαρίνο και δεν μ’ αρέσουν. Αυτό, κατ’ αρχήν. Το κλαρίνο είναι το βιολί των πνευστών, στο τονικό εύρος και στην ευλυγισία της έκφρασης – ο πιο αγαπημένος μου ήχος στη μουσική. Τζαζ, κλασική, δημοτικά, τα κάνει όλα, με στρογγυλάδα και κομψή δύναμη. Επίσης θυμίζει βιολί γιατί, όπως συμβαίνει, βέβαια, με όλα τα πνευστά, τον ήχο τον πλάθει ο μουσικός· και ο ήχος του λάθους είναι διαβολικά επώδυνος. Όπως στο βιολί.

Το συγκεκριμένο τραγούδι-που-δεν-είναι-τραγούδι (τα πρώτα δύο λεπτά, δηλαδή, του Media Luz) ήταν αποκάλυψη: πριν τον Κηλαηδόνη, δεν είχα ξανακούσει άλλον Έλληνα να γράφει κλασική τζαζ. Ήταν όμως και μια από τις πιο πρώιμες επαφές μου με τον ήχο του κλαρίνου. Όταν το πρωτοάκουσα, χωρίς τον περισπασμό στίχων, που ανέκαθεν με απορροφούσαν δυσανάλογα στα «κανονικά» τραγούδια, συγκεντρωνόμουν στην απλή μελωδία του κλαρίνου-πρωταγωνιστή και μπορούσα να φανταστώ ό,τι ήθελα: χρώματα που εκρήγνυνται σε αργή κίνηση μέσα σε ένα νουάρ φόντο.

Ναι, το κλαρίνο όλα αυτά.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Ο ψυχεδελικός πύργος του Κόμη της Γλασκώβης

Υπάρχει κάτι πιο κουλ από έναν σκωτσέζικο πύργο; Ναι: ένας σκωτσέζικος πύργος καλυμμένος από ψυχεδελικά γκράφιτι.

—της Priscilla Frank / Huffington Post | Μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Τσακνιάς—

o-CASTLE-900

Το 2007, ο Πάτρικ Μπόιλ, Κόμης της Γλασκώβης, πληροφορήθηκε ότι έπρεπε να γκρεμίσει την τσιμεντένια πρόσοψη που είχε προσθέσει το 1950 στο σπίτι του — κι όταν λέμε «σπίτι του», εννοούμε τον Πύργο Κέλμπουρν, ένα κτίσμα του 13ου αιώνα, πενήντα χιλιόμετρα από τη Γλασκώβη. Κατόπιν προτροπής του γιου του, αποφάσισε να βάψει τον τσιμεντένιο τοίχο προτού τον κατεδαφίσει, κι έτσι ανέθεσε στους βραζιλιάνους καλλιτέχνες Nina Pandolfo, Nunca και Os Gêmeos να καλύψουν το κάστρο με πολύχρωμα ψυχεδελικά καρτούν.

Ήταν μια κίνηση χωρίς προηγούμενο, η οποία πάντρεψε την εφήμερη αστική street art με τον παραδοσιακό πολιτισμό της υπαίθρου, δημιουργώντας μια ανιστορική παραδοξότητα εξαιρετικής εικαστικής ομορφιάς. «Ένα πρότζεκτ αντιθέσεων και συνεργασιών που γεφυρώνει διαφορετικούς πολιτισμούς και χώρους, που ενώνει δύο πολύ περήφανες και πολύ διαφορετικές κουλτούρες», εξηγεί το σχετικό Δελτίο Τύπου του Πύργου Κέλμπουρν.

Το έργο αρχικά προοριζόταν να ζήσει τρία χρόνια. Χάρη στον ενθουσιασμό του Κόμη, επιβίωσε αρκετά περισσότερο. Δυστυχώς, σύμφωνα με το BBC, μια επιθεώρηση του 2012 αποκάλυψε πως η τσιμεντένια προσθήκη προξενεί βλάβες στους τοίχους του πύργου και πρέπει να αφαιρεθεί. Κατά πάσα πιθανότητα, η πρόσοψη θα αφαιρεθεί εντός του 2015. Οι ιδιοκτήτες του πύργου, ο Κόμης και ο γιος του, Ντέιβιντ, σκοπεύουν να κάνουν έναν διαγωνισμό για αρχιτέκτονες και designers που θα δημιουργήσουν αντίστοιχα εντυπωσιακά εικαστικά στο εξωτερικό του πύργου, τέτοια που δεν θα βλάπτουν την κατασκευή.

slide_390548_4738258_free

 

slide_390548_4738280_free

 

slide_390548_4738284_free

 

slide_390548_4738288_free

 

slide_390548_4738292_free

 

slide_390548_4738294_free

 

slide_390548_4738298_free

 

Φωτογραφίες: Jeff J Mitchell via Getty Images

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Street art

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook