
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ
—Charles Baudelaire—
Είμαι σαν το βασιλιά χώρας βροχερής,
Πλούσιος, αλλά ανίσχυρος, νέος κι όμως γέρος,
Που τις υποκλίσεις των παιδαγωγών του περιφρονεί,
Ανία νιώθει με τους σκύλους του καθώς και με τ’ άλλα ζώα,
Τίποτε να τον φαιδρύνει δεν μπορεί, μήτε κυνήγι, μήτε γεράκι,
Μήτε ο λαός που μπροστά στο μπαλκόνι του πεθαίνει.
Του ευνοούμενου γελωτοποιού το γκροτέσκο τραγούδι
Δεν τέρπει πια το μέτωπο του σκληρού ασθενή·
Η κρινοκέντητη κλίνη του μεταμορφώνεται σε μνήμα,
Οι κυρίες της αυλής, που λατρεύουν κάθε πρίγκιπα,
Δεν μπορούν να βρουν τολμηρές φορεσιές
Για να κερδίσουν ένα χαμόγελο απ’ το νεαρό σκελετό.
Χρυσάφι κι αν φτιάχνει, ο σοφός ποτέ δεν μπόρεσε
Ν’ αφαιρέσει απ’ το είναι του τη χαλασμένη ύλη,
Μήτε μες σ’ αυτά τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά
Που οι ηγεμόνες στη γεροντική ηλικία θυμούνται,
Μπόρεσε να ξαναζεστάνει αυτό το ηλίθιο κουφάρι
Όπου αντί για αίμα στις φλέβες του κυλά
Του ποταμού της Λήθης το πράσινο νερό.
Charles Baudelaire, Τα άνθη του κακού, μετάφραση Δέσπω Καρούσου, εκδόσεις Γκοβόστη.

Αφήστε απάντηση στον/στην Θανάσης Τριανταφύλλου Ακύρωση απάντησης