Χέρμαν Μπλάουτ (1939-2012)

Ήρθε στην Ελλάδα το 1965 για να βρει την καλή του. Έφτασε τη μέρα που δολοφονήθηκε ο Σωτήρης Πέτρουλας. Εγκαταστάθηκε μόνιμα και το 1999 πήρε την ελληνική ιθαγένεια. Ο Hermann Blauth έφυγε από τη ζωή την περασμένη Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012, σε ηλικία 73 ετών.


 Από τις πρώτες εκθέσεις που πραγματοποίησα στην Ελλάδα ήταν αυτή στην γκαλερί «Ώρα». Πήγα να δείξω τη δουλειά μου και συμπτωματικά μπήκε μέσα η Ελένη Βακαλό, η οποία είπε αμέσως στον Μπαχαριάν ότι θα έπρεπε να μου οργανώσει μία έκθεση. Ήταν ακόμα η εποχή που για να πάρω άδεια παραμονής στην Ελλάδα έπρεπε να δουλέψω στο Μινιόν, για να φαίνεται ότι έχω μόνιμη δουλειά. «Τι να σε κάνουμε, ρε;» μου είχε πει τότε ο αστυνομικός, «έχουμε εδώ τόσους καλλιτέχνες, όση είναι η άμμος».

[Από συνέντευξη του Χέρμαν Μπλάουτ στην Athens Voice, 11/12/2008].

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Τα κείμενα και οι φωτογραφίες προέρχονται από τον ιστότοπο του καλλιτέχνη.

Ο Hermann Blauth είναι ένας ορθόδοξος υπερρεαλιστής. Με την έννοια μιας ορισμένης σχολής; Όχι, αν σκεφτούμε τον υπερρεαλισμό ενός Bosch κι ενός Pierro di Cosimo, τον υπερρεαλισμό του Dali και του Max Ernst επίσης. Από προορισμό λοιπόν. 

Ανάφερα αυτά ακριβώς τα ονόματα μαζί διότι ο Hermann Blauth συνδυάζει στοιχεία τους. Κι αυτό πάλι οφείλεται στον σχηματισμό της ζωής του, με συμπλοκές από διάφορους χώρους ιστορικούς και γεωγραφικούς. 

Όντας βόρειος έχει την πολυπλοκότητα της φαντασίας και κατέχει την εισχώρηση της τεχνικής στην ανάλυση της λεπτομέρειας. Ζώντας στην Ελλάδα άνοιξε το βάθος των πινάκων του στη φωτεινότητάς της. Έκανε δική του την οπτική αγωγή της μεσογειακής ζωγραφικής στη συγκεκριμένη στερεότητα των μορφών, που όμως γίνεται ασώματη συγχρόνως από τη χρωματική καθαρότητα που φτάνει. 

Στους πίνακές του ανταμώνονται στοιχεία αναγεννησιακής προοπτικής και βυζαντινών χρωματικών εντάσεων, με την ευαισθησία της ρευστότητας των φόντων, της συνθετικότητας και της λεπτολογίας που μας τραβάει στο ενδοσκοπικό βάθος που βρίσκουμε στη ζωγραφική των βορείων. 

Οι λεπίδες του Dali και οι ενοραματικές διεισδύσεις που κάνει ο Max Ernst μέσα στην ύλη, βρίσκονται μαζί στην πηγή της καταγωγής του. 

Ο ελληνικός μύθος γίνεται σ’ αυτή την τελευταία σειρά των πινάκων του η κοίτη που δέχεται και πλαταίνει τη ροή τους. Ο ελληνικός μύθος έχει εκείνο τον ανθρωπισμό που δεν δεσμεύει κανέναν στα σύμβολά του, μα αντίθετα παρακινεί τη γένεση προσωπικών συμβόλων που τα εντάσσει μέσα στην έννοια της δικής του ελευθερίας. Θρέφει τις πιο αλλότροπες μυθοπλασίες και επιβιώνει. Γίνεται κίνητρο αιώνες τώρα για να δημιουργούνται νέες έννοιες από τα αιώνια θέματά του, που ανανεώνουν και το δικό του περιεχόμενο.

Ο Hermann Blauth το κάνει άλλη μια φορά γονιμοποιώντας τη φαντασία του με τα σύμβολα του ελληνικού μύθου και αποδίδοντας στον ελληνικό μύθο τη συνεισφορά της ερμηνείας που παίρνουν μέσα στον υπερρεαλισμό της ζωγραφικής του.

[Ελένη Βακαλό, 1974]

Άλλα αν η «δεξιοτεχνία είναι η αγωνία της τέχνης», η τέχνη βρίσκεται ακριβώς μισό βήμα πέρα απ’ αυτήν, αρχίζει μ’ αυτό, δεν τελειώνει εδώ. Η σχέση του ανθρώπου με το λογικό του αρχιτεκτόνημα πρέπει να ναι – σκέφτηκα πάντοτε – αυτό το «βήμα», που δεν ανάγεται σε τίποτα και δε μετριέται με τίποτα: είναι η ποίηση. Και ο Μπλάουτ έτσι: Αφού την αποσύνθεσε την πραγματικότητα με τα στοιχεία της που απομόνωσε και ξαναδιάταξε, ζητάει πια την ανθρώπινη έκφραση του γι΄αυτήν, πέρα απ΄αυτήν: Ένα λουλούδι κόκκινο που φυτρώνει ανάμεσα στις σκληρές αρχιτεκτονημένες πέτρες του, τρία δεντράκια πράσινα που αιωρούνται πάνω από τα κτίρια της λογικής του διάταξης, ένα σοφά μελετημένο άνοιγμά τους που αφήνει πίσω, στο βάθος και φαίνεται αχνό, λυπημένο κάποιο τοπίο του δειλινού σα μέσα σε κάδρο, ένα παιγνίδι χρωματικό από καμπύλες ατίθασες που υψώνεται ολόισιο μέσα στην αιχμηρή στερεότητα των ορθογώνιων συνθεμάτων του έρχεται πάντοτε, όχι να κρεμάσει στο κενό την υλικότητα του πραγματικού κόσμου, όχι να την αρνηθεί, να αλαφρώσει το βάρος της, να την απαλύνει ούτε καν να την υψώσει σε κάποια σφαίρα που δεν της ανήκει – αλλά να αποδώσει σε αυτήν και μόνο σε αυτήν αυτό που βρίσκεται πέρα από αυτήν. Είναι το όνειρο – και όχι σαν φυγή και σαν άρνηση, όχι σαν υπεκφυγή, διακόσμηση ή παρηγοριά αλλά ακριβώς σαν αλήθεια τελική και σαν δύναμη που ανήκει στον άνθρωπο, προνόμιο του ακατάλυτο και αναφαίρετο. Και τραγικό. Αυτός ο υποταγμένος σουρεαλισμός —έτσι θα τον έλεγα— είναι ο τρόπος του Μπλάουτ. 

Και θα τολμούσα μάλιστα να έλεγα εδώ, χωρίς καμιά αξίωση τεχνοκριτικής ανάλυσης, πως οι δύο αυτοί κόσμοι, όνειρο και πραγματικότητα, στους πίνακες του έχουν και σχεδιαστικά και χρωματικά μια τέτοια αντίθεση μεταξύ τους που θα μπορούσαν να μένουν δύο μέρη ξεχωριστά για δύο κόσμους ξεχωριστούς μέσα σε κάθε πίνακα. Και δεν θα ήταν τότε παρά η καταστροφή της ζωγραφικής του προσπάθειας ή αναζήτησης —όπως όλη η ζωγραφική του αιώνα μας σημαδεύεται από τέτοιες καταστροφές με την εκζήτηση ή την βιασμένη παράθεση στοιχείων εγκεφαλικών— έξω από τον πίνακα. Αλλά δεν υπάρχουν κόσμοι ξεχωριστοί και δεν υπάρχουν και στους πίνακες του Μπλάουτ μέρη ξεχωριστά, δεν υπάρχουν καν αναβαθμοί μιας προσέγγισης. Υπάρχει η ποίηση και τα γεφυρώνει συνθέτοντάς τα με τον αιώνιο καημό του ανθρώπου. Είναι η έκφραση που νομίζω πως βλέπω στους πίνακες του Μπλάουτ — αυτή που πάσχισα σε όλο το μικρό μου έργο να βρω και μόλις την άγγιξα για μένα, μπορώντας να τη χαίρομαι κάθε φορά που τη βρήκα σε κάθε έργο της τέχνης.

[Δημήτρης Χατζής, 1980]


Ο Χέρμαν Φραντς Μπλάουτ δε μπήκε στη Σύγχρονη Τέχνη του 20ου αιώνα με τη απαίτηση να γίνει πρωτοποριακός. Ωστόσο κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι στη Σύγχρονη Τέχνη – ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες – θα διαγραφόταν μία θριαμβευτική επιστροφή στη ζωγραφική του αντικειμένου. Οι εκθέσεις παρουσιάζουν εδώ και πολύ καιρό μία αύξηση της Ευρωπαϊκής αυτοπεποίθησης στην τέχνη και την έντονη αποφασιστικότητα των δημιουργικών καλλιτεχνών να προκαλούν τη σχεδόν παντοδύναμη αισθητικής της ορθής γωνίας και της καθαρής αφαίρεσης με ρεαλιστικά καλλιτεχνικά μέσα, τα οποία κεντρίζουν εκ νέου τη φαντασία, τον προσωπικό κόσμο των συναισθημάτων, το υποσυνείδητο, το μυστηριώδες και γενικά την αισθητική σαγήνη. 

Ο Χέρμαν Φραντς Μπλάουτ είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος αυτής της ασυνήθιστης πρωτοπορίας. Αποφασιστικά πιστός στη γνησιότητα του έργου τέχνης, προωθεί αυθεντικές καλλιτεχνικές μορφές στη ζωγραφική.

[Franz Schilke, 2009]


Χρονολόγιο

1939

Στις 24 Ιουλίου γεννιέται στο Ιλλερτίσσεν της Βαυαρίας ο Χέρμαν Φραντς Μπλάουτ (Hermann Franz Blauth). Είναι το τρίτο παιδί του τραπεζικού Χέρμαν Φραντς Μπλάουτ, και της Ιωσηφίνας Κλίμες. Ο πατέρας του είναι ο υποδιευθυντής της Σπάρκασσε του Ιλλερτίσσεν. Λίγες ημέρες μετά από την γέννησή του ξεσπάει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο πατέρας του καλείται στον στρατό. Αρχίζουν τα χρόνια της στέρησης και της μεγάλης περιπέτειας της ανθρωπότητας, από την οποία κανείς δεν βγήκε κερδισμένος. Με την κατάρρευση της Γερμανίας η μικρή πόλη του Ιλλερτίσσεν βρίσκεται μπλεγμένη στις πολεμικές επιχειρήσεις. Οι πρώτες του μνήμες δεν είναι τρυφερές. Αντίθετα, είναι χαραγμένες από τις πομπές των προσφύγων, τις ορδές της λεηλασίας, τα ουρλιαχτά των σειρήνων, τις νύχτες στα καταφύγια και τις κραυγές των τραυματισμένων.

1945

Τα αμερικάνικα τανκς εισβάλλουν στο Ιλλερτίσσεν. Το πατρικό σπίτι επιτάσσεται. Η μητέρα του, με τέσσερα παιδιά στην αγκαλιά της, βρίσκει πρόχειρο κατάλυμα εδώ κι εκεί. Το φαγητό λιγοστό. Τα παιδιά τρέφονται με τα αποφάγια των Αμερικανών στρατιωτών κατοχής ή κλέβουν από τις αποθήκες του αμερικάνικου στρατού ό,τι μπορεί να μεταφερθεί και το ανταλλάσσουν με τρόφιμα στη μαύρη αγορά. Το φθινόπωρο ο Χέρμαν πηγαίνει σχολείο. Σχεδόν όλα τα παιδιά του σχολείου είναι ξυπόλητα και φορούν κοντά παντελονάκια. Είναι επιμελής μαθητής και ο πρώτος στην καλλιγραφία. Μετά από το μάθημα βόσκει αγελάδες και εργάζεται στα χωράφια για ένα ποτήρι γάλα.

1947

Ο πατέρας του, αιχμάλωτος πολέμου, γυρίζει από το Τέξας. Είναι ένας ξένος και θα χρειασθεί χρόνος για να υπάρξει επαφή μεταξύ τους. Μετά από μακρά περίοδο ανεργίας ο πατέρας του γίνεται διευθυντής της τοπικής εφημερίδας και ο Χέρμαν κερδίζει τα πρώτα του χρήματα πουλώντας εφημερίδες. Μοναχικός, ξοδεύει τον ελεύθερο χρόνο του στη φύση, τριγυρνά στα δάση, ονειροπολεί ξαπλωμένος στα λιβάδια, στέκεται στα κάγκελα του σταθμού και τα τραίνα που φεύγουν ταξιδεύουν την φαντασία του στον κόσμο που θέλει να γνωρίσει.

1950

Φοιτά στο Γυμνάσιο ενός καθολικού τάγματος. Είναι άριστος μαθητής και τελειώνει κάθε τάξη με έπαινο.

1953

Η οικογένεια μετακομίζει στο Μόναχο. Το ενδιαφέρον του για την Γραμματική και τα Μαθηματικά μειώνεται. Μέσα του ριζώνεται η πεποίθηση ότι θέλει να γίνει ζωγράφος. Δύο καθηγητές του σημαδεύουν τη ζωή του. Ο καθηγητής της ζωγραφικής διακρίνει το ταλέντο του και τον ενισχύει με κάθε δυνατό τρόπο. Εκτός μαθήματος τον μυεί στην τεχνική της χαρακτικής. Ο καθηγητής της Μουσικής τού ξυπνάει ένα βαθύ πάθος για την κλασική μουσική, που τον συνοδεύει σε όλη του την ζωή, εμπνέει το έργο του, συνοδεύει την εργασία του, ευφραίνει καθημερινά την ψυχή του. Τα τετράδιά του γεμίζουν σκίτσα. Σχεδιάζει μανιωδώς. Οι γονείς του τού χαρίζουν ένα καβαλέτο, αλλά αργότερα μετανιώνουν πικρά γι΄αυτό. Κάνει τις πρώτες προσπάθειες να ζωγραφίσει με λάδι.

1957

Κάθε σκέψη για σπουδές ζωγραφικής απορρίπτονται μετά βδελυγμίας από τους γονείς του. Κάνει ένα συμβιβασμό μαζί τους. Αρχίζει σε ένα πολυκατάστημα του Μονάχου μαθητεία ως διακοσμητής βιτρίνας. Αμέσως τον παίρνουν στο εργαστήριο και εκεί ικανοποιεί ως ένα βαθμό την ανάγκη του για δημιουργία. Η διακόσμηση βιτρίνας βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο και αγγίζει συχνά τα όρια της τέχνης. Περνάει τις κρατικές εξετάσεις με διάκριση.

1961

Αρχίζει την στρατιωτική του θητεία στην αρχή ως καταδρομέας και στη συνέχεια, μετά από αίτησή του, σε κινητή νοσοκομειακή μονάδα στο Μόναχο. Η πολύ πρωινή υπηρεσία στο στρατό του επιτρέπει να φοιτά στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ενισχύεται η στάση του κατά της βίας και του πολέμου και μετά από το τέλος της θητείας του γίνεται μέλος της γερμανικής Οργάνωσης Αντιρρησιών Συνείδησης. Παρακολουθεί τμήμα ελεύθερου σχεδίου στο Αμβούργο, γιατί πιστεύει πως το σχέδιο είναι η βάση της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

1964

Δείχνει για πρώτη φορά το έργο του χρησιμοποιώντας τον χώρο ενός φορτηγού ψυγείου που περιφέρεται στις πόλεις γύρω από το Μόναχο. Το θεωρεί πιο πολύ διασκέδαση. Πουλάει το πρώτο του έργο. Γνωρίζει την Αθηναία, Σοφία Τζαμαλούκα που σπουδάζει στο Μόναχο. Την ερωτεύεται από την πρώτη στιγμή. Ο μακρύς, λεπτός λαιμός της, τα πλούσια, πιασμένα ψηλά μαλλιά της, του θυμίζουν την Νεφερτίτη, την οποία λατρεύει. Εκείνη του μιλάει για την σημερινή Ελλάδα, για τον Καζαντζάκη και τον Σκαλκώτα, τον οποίο ήδη γνωρίζει. Για τον Καβάφη και τον Σεφέρη και τον Ελύτη. Για την Ελλάδα πέρα από την αρχαιότητα. Είναι σίγουρος πως αυτή η γυναίκα θα έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Και είναι η πρώτη που πιστεύει στη δουλειά του.

1965

Ακριβώς 26 χρόνια από την γέννησή του ξεκινάει για το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα για να συναντήσει την Σοφία. Φτάνει στην Αθήνα τις ημέρες της δολοφονίας του Σωτήρη Πέτρουλα. Βλέπει από κοντά την Ακρόπολη, τους Δελφούς, την Ολυμπία, την Αίγινα, την ΄Υδρα, την Μύκονο…. Περισσότερο από τους αρχαίους χώρους τον συγκλονίζει η σύγχρονη εικόνα της χώρας. Τον αφυπνίζει. Αρχίζει την σύγκριση και την αυτοκριτική. Με την Σοφία και λίγους φίλους περνάει μια εβδομάδα στο Διακοφτό, επισκέπτεται την ορεινή Φτέρη. Για πρώτη φορά στέκεται μπροστά σε ένα χώρο φρίκης που την προκάλεσε ο λαός του. Αποφασίζει να πνίξει κάθε σπίθα σωβινισμού μέσα του. Τον κυριεύει ένα παράξενο συναίσθημα. Η Ελλάδα δεν του είναι ξένη. Μια ομίχλη καλύπτει τις αναμνήσεις του.

1966

Μετά από τέσσερα ταξίδια στην Ελλάδα μέσα σε έξι μήνες διακόπτει τις σπουδές του και γυρίζει την πλάτη του στην Γερμανία. Για πάντα. Βαθιά ερωτευμένος με την Σοφία και με την πατρίδα της αναζητάει στην Ελλάδα την πατρίδα της επιλογής του και της καρδιάς του. Η γραφειοκρατία τον εμποδίζει να ριζώσει. Η Αστυνομία Αλλοδαπών έχει άποψη και για την τέχνη και για τους δημιουργούς. «Ζωγράφους έχουμε τόσους όση είναι η άμμος της θάλασσας», του λένε. Χωρίς άδεια εργασίας δεν υπάρχει άδεια παραμονής και χωρίς άδεια παραμονής δεν υπάρχει άδεια εργασίας. Αλλά η απόφασή του να εγκατασταθεί στην Ελλάδα είναι ισχυρότερη. Παίρνει το πολυπόθητο χαρτί και εργάζεται παραδίδοντας μαθήματα γερμανικής γλώσσας και διακοσμώντας αθηναϊκές βιτρίνες. Τον Οκτώβριο παντρεύεται την Σοφία, ζωογόνο ήλιο της ζωής του από τότε μέχρι σήμερα.

1968

Κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση στο Μόναχο, στην Γκαλερί Stenzel στο Hofgarten με έργα που εκφράζουν την αγάπη του για την Σοφία και την Ελλάδα. Πουλιούνται αρκετά, αλλά δεν βλέπει δραχμή στα χέρια του γιατί είναι ακόμη ευκολόπιστος και ο γκαλερίστας απατεώνας. Εξ αιτίας της έκθεσης γνωρίζει τον Παύλο Μπακογιάννη που ετοιμάζει την ταινία «Μπουμπουλίνας 20-22» για την Βαυαρική τηλεόραση. Ο Μπλάουτ κάνει τα σκηνικά.

1969

Στην Γκαλερί Lucifer κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα με λάδια και ξυλογραφίες. Αρχίζει να διδάσκει στην Σχολή Σταυράκου γραφικές τέχνες και διακόσμηση, στη συνέχεια και τα υλικά και τις τεχνικές της ζωγραφικής. Γνωρίζει την Anne και τον Günter Nicola, συλλέκτη και εκδότη περιοδικών. Μια μεγάλη φιλία γεννιέται. Ο Nicola διοργανώνει αργότερα σειρά εκθέσεων του Μπλάουτ στην Γερμανία. Τον Αύγουστο γεννιέται η πρώτη του κόρη, η Άλκηστη. Η Ελένη Βακαλό γνωρίζει την δουλειά του και μεσολαβεί για μία έκθεσή του στην Γκαλερί «Ώρα».

1974

Τον Ιούνιο γεννιέται, τρυφερή και ξανθιά, η δεύτερη κόρη του, η Δάφνη. Εδώ κι ένα χρόνο ζωγραφίζει μυθολογικά θέματα, διαχρονικά σύμβολα. Το φθινόπωρο παίρνει μία υποτροφία τριετούς διάρκειας από το ΙΚΥ για τη μελέτη της αρχαίας μυθολογίας και θρησκείας των λαών. Τα λάδια του συχνά κινούνται ανάμεσα στη μονοχρωμία ή σε μικρή χρωματική γκάμα. Τρίμηνη παραμονή στη Γερμανία για σειρά εκθέσεων (Köln, Dortmund, Koblenz) με μεγάλη επιτυχία. Τον κατάλογο προλογίζει η Ελένη Βακαλό.

1975

Στρατευμένος από χρόνια στον αγώνα για την προστασία του περιβάλλοντος, ασχολείται εικαστικά με το θέμα. Η αφορμή γι΄αυτό είναι η μελέτη των Ελευσίνιων μυστηρίων και η σχέση του με την Ελευσίνα, ένα τόπο που απειλείται με θάνατο. Η οικογένεια Μπλάουτ μετακομίζει στο Μαρούσι.

1978

Η οικολογική καταστροφή της Αθήνας, οι πολυκατοικίες που ξεφυτρώνουν καθημερινά καταβροχθίζοντας το πράσινο, οι άνθρωποι που στοιβάζονται σε ένα όλο και πιο στενό ζωτικό χώρο, η αδιαφορία και η επιθετικότητα που κερδίζουν συνεχώς έδαφος τον οδηγούν σε μια νέα σειρά έργων με τίτλο «Η πόλις, σύγχρονα τοπία πόλεων και οικολογικές διαμαρτυρίες».

1980

Γίνεται μέλος στο Landesverband Bildender Kuenstler της Γερμανίας. Δημιουργεί πάλι μία γέφυρα με την χώρα καταγωγής του συμμετέχοντας σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Γερμανία.

1981

Αφιερώνει στη μνήμη του Δημήτρη Χατζή την πρώτη του αναδρομική έκθεση (1963-1981) στην Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία «Τέχνη» στη Θεσσαλονίκη. Συγχρόνως κάνει ατομική έκθεση στην Γκαλερί «Πανσέληνος» (προλογίζει ο ΄Αλκης Χαραλαμπίδης) της Θεσσαλονίκης. Περνάει το καλοκαίρι με φίλους στην Χίο. Ανακαλύπτει την ομορφιά του νησιού και μελαγχολεί από την εγκατάλειψη των χωριών που πεθαίνουν. Κάνει δεκάδες σκίτσα, τα οποία είναι η αφετηρία για τον καινούργιο κύκλο των έργων του «Κριτική προσέγγιση ενός κόσμου που χάνεται».

1982

Συμμετοχή στην Große Kunstausstellung Haus der Kunst στο Μόναχο. Είναι ο νεώτερος καλλιτέχνης της έκθεσης.

1983

Στην διάρκεια της έκθεσης «Κριτική προσέγγιση ενός κόσμου που χάνεται» στην Γκαλερί «Νέες Μορφές» (επιμέλεια καταλόγου Μάνος Στεφανίδης) γνωρίζει την δημοσιογράφο Σοφία Ταράντου, της οποίας η παρουσία είναι μέχρι σήμερα πολύτιμη. Το καλοκαίρι η οικογένεια Μπλάουτ ξαναπηγαίνει στην Χίο. Κάνει αμέτρητα σχέδια με μολύβι και κάρβουνο και ακουαρέλες και μαζεύει ασταμάτητα απομεινάρια από παλιές πόρτες, από παραθυρόφυλλα και βάρκες. Τα μεταφέρει στο ατελιέ του. Τα κομμάτια αυτά, τα εγκαταλελειμμένα από τον άνθρωπο, τα εκτεθειμένα στον ήλιο και στην βροχή, τον συγκινούν. Στον καινούργιο κύκλο «Δάκρυα των πραγμάτων» τα ενσωματώνει στα έργα του. Γνωρίζει την καθηγήτρια Σάσα Μαλιάρα –Λουλακάκη, νευρολόγο – ψυχίατρο, η οποία έχει μια νέα ματιά στα έργα του και τον ενισχύει στις αναζητήσεις και στους προβληματισμούς του. Η Σάσα, η Σοφία και ο Χέρμαν γίνονται στενοί φίλοι και η οικογένεια Μπλάουτ αποκτά ένα νέο μέλος.

1985

Η Δημοτική Πινακοθήκη της Ρόδου φιλοξενεί αναδρομική έκθεσή του με 105 έργα του. Η Κλεοπάτρα Λεονταρίτου, που την έχει γνωρίσει δύο χρόνια πριν, γράφει μία μελέτη για τον κατάλογο της έκθεσης. Από τότε στέκεται απέναντι στον Μπλάουτ και στο έργο του με θετική διάθεση και πολύτιμη κριτική ματιά. Ζωγραφίζει μία μεγάλη τοιχογραφία στην είσοδο του Δημαρχείου της Δραπετσώνας, δώρο του στην γκρίζα πόλη.

1987

Υποχρεωμένος από τη ζωή να επισκέπτεται παιδιατρικές κλινικές στην Ευρώπη, έρχεται σε επαφή με το απρόσωπο και κρύο περιβάλλον των νοσοκομείων και αποφασίζει να το μεταμορφώσει όπου και όσο μπορεί. Ζωγραφίζει τοιχογραφίες και τις προσφέρει στην Πανεπιστημιακή Οφθαλμιατρική Κλινική στο Μόναχο και στο Νοσοκομείο Παίδων Πεντέλης.

1989

Η σκηνοθέτης Πανδώρα Μουρίκη γυρίζει ντοκιμαντέρ για τον Μπλάουτ με τίτλο «Καταγραφή ενός συμβάντος που ενισχύει την ελπίδα».Η πρώτη προβολή γίνεται στο πλαίσιο της αναδρομικής του έκθεσης με τίτλο «Σοφία, ο ήλιος μου» (πρόλογος έκθεσης Αθηνά Σχινά και Μπία Παπαδοπούλου). Η ταινία διακρίνεται διεθνώς.

1991

Σε ένα δημοτικό στον Αλμυρό του Βόλου οργανώνει τους μικρούς μαθητές και ζωγραφίζουν την πρόσοψη του σχολείου τους. Οι δυνατότητες των παιδιών τον εντυπωσιάζουν άλλη μία φορά.

1992

Γίνεται μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου. «Ο Παράδεισος δεν έχει μηλιά» εγκαινιάζει τον νέο χώρο της Lufthansa στην Θεσσαλονίκη. Με τον ίδιο τίτλο ο Πέτρος Θεοδώρου γράφει με αφορμή τα εγκαίνια της έκθεσης ένα κομμάτι ηλεκτρονικής μουσικής. Τη δουλειά του παρουσιάζει η Ευρυδίκη Trichon – Μιλσανή.

1993

Από την εποχή της πρώτης του έκθεσης στο φορτηγό ψυγείο τον απασχολεί ο εναλλακτικός τρόπος παρουσίασης κινητών πολιτιστικών εκδηλώσεων. ΄Ένα τέτοιο σχέδιο για την Δραπετσώνα δεν πραγματοποιείται τελικά λόγω απρόβλεπτου κωλύματος. Αλλά βρίσκει δύο ευήκοα ώτα: το Υπουργείο Πολιτισμού με την Ντόρα Μπακογιάννη και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας με τον Γιάννη Βαρβιτσιώτη βοηθούν στην πραγματοποίηση του τραίνου του στρατού και του πολιτισμού. Δεν είναι απόλυτα σύμφωνο με το όραμά του, αλλά είναι μια καλή αρχή. Το τραίνο ξεκινάει στις 9 Σεπτεμβρίου το ταξίδι του από την Χαλκίδα, φτάνει σε 20 πόλεις και συγκεντρώνει 140.000 επισκέπτες.

1994

Ο εκδοτικός οίκος του Μονάχου Medizin und Kunst εκδίδει τον τόμο“Malerei heute” (Η ζωγραφική σήμερα). Ανάμεσα στους 40 ζωγράφους του τόμου (Rauschenberg, Polke, Koons, Lichtenstein, Johns κ.ά.) περιλαμβάνεται και το έργο του Μπλάουτ.

1995

Συμπληρώνει 30 χρόνια στην Ελλάδα και με αυτή την αφορμή διοργανώνεται αναδρομική έκθεσή του στο Μαρούσι με 70 έργα. Εκδίδεται κατάλογος με όλα τα έργα και μελέτη του καθηγητή Χρύσανθου Χρήστου.

1996

Γίνεται ιδρυτικό μέλος του ΟΣΔΕΕΤΕ (Οργανισμός για τα πνευματικά δικαιώματα των εικαστικών καλλιτεχνών) και παραμένει επί πέντε χρόνια στο Διοικητικό του Συμβούλιο.

1998

Η Μαρίνα Λεοντάρη γυρίζει τηλεοπτική ταινία διάρκειας μιας ώρας στη σειρά «Διαπρεπή ζευγάρια» αφιερωμένη στον Χέρμαν και τη Σοφία Μπλάουτ.

1999

Παίρνει την ελληνική υπηκοότητα και χάνει το γερμανικό διαβατήριο.

2000

Η κόρη του ΄Αλκηστις γεννάει την Μυρτώ και η οικογένεια αποκτά ένα νέο μέλος.

2003

Παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη το λεύκωμα με ακουαρέλες του «Το δέρμα του ήλιου» (12 αναπαραγωγές και ένα πρωτότυπο). Τα έργα σχολιάζει με στίχους της η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ και τον πρόλογο γράφει η Σοφία Ταράντου. Συλλεκτική έκδοση των εκδόσεων ΙΑΣΠΙΣ. Η Τράπεζα Αττικής αγοράζει 24 έργα (12 λάδια και 12 ακουαρέλες) και εκδίδει με αυτά το επιτραπέζιο ημερολόγιο του 2004. Τον Δεκέμβριο εκθέτει αυτά τα έργα στην αίθουσα Δ.Βικέλας. Τον κατάλογο της έκθεσης προλογίζει η Ευρυδίκη Trichon – Μιλσανή.

2004

Η συλλογή της Τράπεζας Αττικής εκτίθεται στην Θεσσαλονίκη, την Γκαλερί «Εψιλον». Τον Μάιο αναδρομική έκθεση στην Δημοτική Πινακοθήκη της Αθήνας.

2006

Έκθεση της ενότητας «Ταξιδεύοντας» στην γκαλερί Έκφραση. Ο κατάλογος της έκθεσης περιείχε μια συζήτηση του καλλιτέχνη με την Διευθύντρια όλων των μουσείων της πόλης των Αθηνών, Νέλλη Κυριαζή.

2007

Το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας εξέδωσε το πολυτελές λεύκωμα “Athens” με δώδεκα ακουαρέλες της πόλης των Αθηνών. Τιράζ 250, από τα οποία τα 50 περιείχαν μία πρωτότυπη ακουαρέλα. Το λεύκωμα προσφέρεται ως δώρο σε αρχηγούς Κρατών και Υπουργούς των Εξωτερικών.

2009

Εκδόθηκε η Ποιητική Συλλογή «Το βήμα που δεν έγινε» του Σταμάτη Βασίλαρου με 20 σχέδια με μολύβι του ζωγράφου.

2010

Ατομική έκθεση στη γκαλερί «Έκφραση» με τον Τίτλο «Το μέλλον που χάσαμε;». Τα λάδια θέτουν ένα διάλογο ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία, στην μία πλευρά γεωμετρικά, με έντονα χρώματα τοπία και στην άλλη, γκρίζα, ρεαλιστικά, ζωγραφικοί μάρτυρες της φτώχιας και της καταστροφής. Ο πρόλογος της έκθεση γράφτηκε από τον καθηγητή Μιχάλη Μερακλή. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου εκκλήθει από την πόλη του Ιλλερτίσεν να εκθέσει τη δουλειά του στο Μουσείο Ανακτόρων των Voehlin, στην οποία εκτέθηκαν 23 έργα. Η κυρία Νέλλυ Κυριαζή, διευθύντρια των Μουσείων των Αθηνών, πρόλογισε εκτενώς τον κατάλογο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.