Οι γάτες του Ερμιτάζ

—της Sally McGrain (μετάφραση για το dim/art: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου)—

Ο Βάσκα ποζάρει στην αυλή του Ερμιτάζ (φωτογραφία: Dmitry Lovetsky/AP).

Κάτω από τις μεγαλειώδεις αίθουσες του Μουσείου Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης, με τους Ντα Βίντσι, τα διαμάντια, τα αρχαιοελληνικά αγάλματα, τους αιγυπτιακούς παπύρους, το τεράστιο πλήθος των έργων ζωγραφικής, το ρολόι με το παγώνι και τους άλλους θησαυρούς, ξεδιπλώνεται ένας υπόγειος λαβύρινθος. Εκεί, σ’ αυτόν τον τυφλό, ανήλιαγο κόσμο –στα βάθη των Χειμερινών Ανακτόρων, κάτω από την απέραντη θέα στον ποταμό Νέβα– κατεβήκαμε διστακτικά η Μαρία Χάλτουνεν κι εγώ. Κι ενώ την ακολουθούσα μέσα σ’ έναν στενό, πλημμελώς φωτισμένο διάδρομο γεμάτο μεγάλους σωλήνες και καλώδια που εξείχαν, η Χάλτουνεν έβγαλε ένα μικρό επιφώνημα έκπληξης. «Κοίτα!» είπε.

Μέσα στο ημίφως εμφανίστηκε ένα πλάσμα· μια σκιά, τριάντα πόντους ύψος, που πήγε και κάθισε πάνω σ’ έναν σωλήνα.

«Α, είσαι και χοντρούλης εσύ!» είπε η Χάλτουνεν κουνώντας την αλυσιδίτσα του πάσου της σαν φυλαχτό, ενώ πλησίαζε το πλάσμα με τα μυτερά αυτιά. «Μα τι καλός που είσαι!»

Η γάτα παρέμεινε καθιστή, εντελώς ακίνητη. Και μετά εξαφανίστηκε.

«Σε μερικές αρέσει η παρέα με τους ανθρώπους», είπε η Χάλτουνεν, ιδιαίτερη γραμματέας του διευθυντή του μουσείου τα τελευταία δεκαοκτώ χρόνια και, εκτός από τα άλλα της καθήκοντα, ημιεπίσημη εκπρόσωπος τύπου των Γατών του Μουσείου. Κοίταξε πίσω από τους σωλήνες για να δει πού είχε πάει το πλάσμα, αλλά το μόνο που βρήκε ήταν μια κουβέρτα μαζεμένη κοντά στον τοίχο κι ένα μπολ. «Άλλες πάλι προτιμούν τη μοναξιά».

Οι γάτες του Ερμιτάζ, αυτό το ετερόκλητο πλήθος από τα φοβισμένα αδέσποτα που κάποτε κρύβονταν λιμασμένα από την πείνα στο υπόγειο των ανακτόρων, τώρα απολαμβάνουν αγάπη και φροντίδα κι ανήκουν στην οικογένεια του μουσείου. Κάπου εβδομήντα πρώην αδέσποτες γάτες ζουν σήμερα στο Ερμιτάζ όπου, χάρη κυρίως στις προσπάθειες της Χάλτουνεν, έχουν το δικό τους υπόγειο άσυλο και τρεις εθελοντές πλήρους απασχόλησης να τις φροντίζουν.

Κάτω από τη γη, στην επικράτειά τους, τα σημάδια ήταν ορατά: τιγρέ κρεβατάκια, μπλε και ροζ μπολ, σημεία όπου οι σωλήνες της θέρμανσης έχουν καλυφθεί με μαλακά, λουλουδάτα υφάσματα ώστε να κουρνιάζουν εκεί οι γάτες. Πού και πού, βλέπουμε κάποιο ζευγάρι μάτια να μας κοιτάζει μέσα από ένα φρεάτιο· σε μια περιφραγμένη γωνιά, κάτω από κόκκινους και μπλε σωλήνες νερού, ένα μικρό μαύρο γατάκι με λευκά ποδαράκια, ξαπλωμένο φαρδύ-πλατύ. Καθώς περνούσαμε, πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο και βγήκε από τον περιφραγμένο χώρο.

«Ο διευθυντής μας λέει πως τα γατιά είναι το πνεύμα του κτιρίου», είπε η Χάλτουνεν. «Το genius loci του μουσείου».

Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Πάνε δεκαπέντε χρόνια που η Χάλτουνεν ανακάλυψε τις γάτες, οι οποίες είχαν βρει καταφύγιο στο σύστημα θέρμανσης του μουσείου. Η θλιβερή τους κατάσταση, ώθησε τη Χάλτουνεν και μία άλλη συνάδελφό της να αρχίσουν να τις ταΐζουν· φορώντας στολές των εργατών συντήρησης και κουβαλώντας αποφάγια από την καντίνα, όργωναν τα αχανή υπόγεια κάθε μέρα μετά τη δουλειά. «Ήταν φρικτό, μετά από μια ολόκληρη μέρα δουλειάς, να φοράς αυτά τα απαίσια ρούχα και να σέρνεις βρωμερά φασόλια μέσα σ’ αυτά τα σκοτεινά υπόγεια», είπε η μικροκαμωμένη Χάλτουνεν που, με τα μεγάλα, λαμπερά της μάτια και τη μικρή στρογγυλή μυτούλα έχει επίσης κάτι από γάτα. «Αλλά άπαξ και αρχίσεις, μετά δεν σταματάς».

Στη συνέχεια, αποφάσισαν να οργανωθούν. Ξεκίνησαν έναν έρανο, «Ένα ρούβλι για μια γάτα», και με τα χρήματα αυτά αγόραζαν τροφές. Εμφανίστηκαν άρθρα σε εφημερίδες. Ο κόσμος άρχισε να ενδιαφέρεται. Ο διευθυντής του μουσείου τούς έδωσε άδεια να χρησιμοποιούν κάποιους μικρούς χώρους στο υπόγειο για να φροντίζουν τα άρρωστα και τα γέρικα ζώα, ενώ εγκαταστάθηκε και παροχή νερού. «Ξέρεις πώς είναι αυτά τα πράγματα», είπε η Χάλτουνεν. «Όταν βλέπεις ένα πρόβλημα, κάτι πρέπει να κάνεις».

Θεωρητικά, οι γάτες αποτελούν τώρα έναν στρατό εξοπλισμένο με νύχια και δόντια και έναν αποκλειστικό σκοπό: να πιάνουν και να σκοτώνουν ποντίκια που πιθανώς θα μασουλούσαν τα έργα τέχνης. Στην πράξη, βέβαια, «είναι τεμπέλες και χοντρές», είπε η Χάλτουνεν με φανερό καμάρι. (Κάποτε, ένας φύλακας φωτογράφισε μια γάτα που παρακολουθούσε εμβρόντητη έναν αρουραίο να πίνει γάλα από το μπολ της.) Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τη Χάλτουνεν, όταν ήρθε το συνεργείο απολύμανσης, οι ψόφιοι αρουραίοι που βρήκαν μετά ήταν πολύ λιγότεροι από ό,τι συνήθως. Η παρουσία των γατών, λέει η Χάλτουνεν, η σωματική μυρωδιά τους, λειτουργεί ως απωθητικό για τα τρωκτικά.

Γάτες υπάρχουν στα ανάκτορα από το 1745, οπότε η κόρη του Μεγάλου Πέτρου, η αυτοκράτειρα Ελισάβετ, εξέδωσε διάταγμα να σταλούν αμέσως από το Καζάν στην αυλή της μεγαλειοτάτης οι πιο μεγαλόσωμες γάτες και οι πιο ικανές να πιάνουν ποντίκια. Λέγεται ότι η Αικατερίνη η Μεγάλη είχε αδυναμία στις ρωσικές μπλε, τις οποίες προτιμούσε ως κατοικίδια. Επί των ημερών του τελευταίου τσάρου, οι κατοικίδιες γάτες της αυτοκρατορικής οικογένειας έμειναν πίσω, στα ανάκτορα, και είχαν καλύτερη τύχη από τα σκυλιά, τα οποία μεταφέρθηκαν μαζί με την οικογένεια στο Εκατερίνενμπουργκ και θανατώθηκαν. Κατά την τριετή πολιορκία του Λένινγκραντ, στην πόλη δεν απέμεινε κανένα ζώο, εκτός από τους αρουραίους, οι οποίοι λέγεται πως ήταν τόσο πολλοί ώστε σχημάτιζαν μια ενιαία γκρίζα μάζα που κινούνταν μέσα στους δρόμους. Με την άρση του αποκλεισμού, είπε η Χάλτουνεν ενώ συνεχίζαμε να περπατάμε κάτω από το μουσείο, οι Ρώσοι έστειλαν στην πόλη τις γάτες τους για να βοηθήσουν στην καταπολέμηση των τρωκτικών.

Μπαίνοντας στη μικρή κλινική, τον περιορισμένο αλλά φιλόξενο χώρο που έχουν για σπίτι τους οι πιο ηλικιωμένες και άρρωστες γάτες, η Χάλτουνεν χαιρέτησε την Ιρίνα Πόποβετς, μια από τις εθελόντριες που φροντίζουν τα ζώα. Έπειτα χαιρέτησε την Κούσια («Αχ, αυτή δεν έχει ουρά!»), τη Ζακλίν («Καλέ, κοίτα πόσο χοντρές είμαστε!»), τη Σόφικο («Εσύ είσαι πολύ γριούλα!») και την τιγρέ Ασόλ, η οποία πήρε το όνομά της από μια πάμφτωχη ηρωίδα βιβλίου*, που περίμενε στην ακτή έναν ναυτικό σε πλοίο με πορφυρά πανιά να έρθει να την πάρει.

Καθισμένη στο ζεστό δωμάτιο με την έντονη μυρωδιά και χαϊδεύοντας τη Σόφικο, η Χάλτουνεν μου εξήγησε ότι, χάρη στις δωρεές από τη γερμανική φιλοζωική εταιρεία Pro Animale και στην εταιρεία Purina, υπάρχει πλέον επίσημος τραπεζικός λογαριασμός για τις γάτες του Ερμιτάζ, ο οποίος δεν αδειάζει ποτέ. Οι γάτες, ωστόσο, δεν υποστηρίζονται μόνο από τέτοιες δωρεές: πέρσι πραγματοποιήθηκε η πρώτη «Γιορτή της Γάτας», όπου όλες οι συμμετοχές σε έναν διαγωνισμό για την καλύτερη γατοζωγραφιά (περίπου τριακόσιες, οι περισσότερες από παιδιά) εκτέθηκαν για μία μέρα στο υπόγειο του μουσείου. Στο πλαίσιο της δεύτερης Γιορτής, φέτος την άνοιξη, διοργανώθηκε κυνήγι θησαυρού για παιδιά μέσα στο μουσείο, που οδήγησε τελικά στη μοναδική γάτα-μούμια που κατέχει το μουσείο και που εκτέθηκε μόνο για εκείνη τη μέρα. Η γιορτή αποδείχτηκε τόσο δημοφιλής, που υπάρχει η σκέψη από του χρόνου η διάρκειά της να παραταθεί στις δύο μέρες. «Μείναμε κατάπληκτοι», είπε η Χάλτουνεν. «Τόσος κόσμος στο βρώμικο υπόγειό μας! Μεγάλη επιτυχία».

Και οι ίδιες οι γάτες, πάντως, που πλέον δεν φοβούνται τους ανθρώπους, έχουν θετικό αντίκτυπο στο ηθικό του προσωπικού. «Οι άνθρωποι εδώ γίνονται πιο καλοσυνάτοι, γιατί έχουν τη δυνατότητα να δείξουν την καλοσύνη τους», είπε η Χάλτουνεν καθώς βγαίναμε ξανά έξω, όπου μια πορτοκαλιά γάτα κοιμόταν στον ήλιο κάτω από ένα άγαλμα της κλασικής εποχής. «Είναι πολύ ωραίο να έχεις τη δυνατότητα να δείχνεις τα καλά σου στοιχεία».

Μολονότι οι γάτες δεν επιτρέπεται να μπαίνουν στις αίθουσες με τα εκθέματα και στην πτέρυγα της διεύθυνσης του μουσείου, όσες αγαπούν τους ανθρώπους απολαμβάνουν ελεύθερη είσοδο στα πρώην διαμερίσματα των κυριών επί των τιμών, όπου τώρα βρίσκονται τα γραφεία του προσωπικού. Στο γραφείο του υπεύθυνου ασφαλείας, κάτω από το φωτοτυπικό, έπινε το γάλα της η «Μικρή Αλήτισσα», ένα γατάκι που βρέθηκε εγκαταλελειμμένο κάπου στην ύπαιθρο και ένας φύλακας το έσωσε πριν χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση κάποιου σκύλου. Η Φρίντα, μια μαύρη γάτα που βρέθηκε στα σκουπίδια, πόζαρε στην κορυφή της βιβλιοθήκης σαν παρισινή λιθογραφία του 19ου αιώνα, αν και –σύμφωνα και με το φωτογραφικό ντοκουμέντο που αμέσως μου παρουσιάστηκε– εξακολουθεί να προτιμά τις πλαστικές σακούλες για τον ύπνο της. Η Νίκο, που μοιάζει με μικρογραφία τίγρης, κοιμόταν βαθιά πάνω σε ένα γραφείο, με τη γλώσσα της έξω (η, θεωρητικά, κάτοχος του γραφείου μάς διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα· πιάνοντας την ουρά της γάτας, είπε ότι όποτε χρειαζόταν να υπογράψει κάτι, απλώς βουτάει την άκρη της ουράς στο μελανοδοχείο).

«Πολλοί άνθρωποι από χώρες της Δύσης μάς λένε ότι δυστυχώς, εκείνοι δεν μπορούν να έχουν γάτες στο γραφείο τους», είπε η Χάλτουνεν κοιτώντας γύρω της με φανερή ικανοποίηση. «Εμείς εδώ είμαστε πολύ τυχεροί».

* Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για τα Πορφυρά πανιά, του Αλεξάντερ Γκριν.

Πηγή: The New Yorker 

2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.