1944 — το χειρόγραφο μυθιστόρημα του Man Ray

—από το artdaily.com. Μετάφραση για το dim/art: Αθηνά Μιχαλακέα—

ΜΙΛΑΝΟ- Την Τρίτη, 6 Νοεμβρίου, στο “Fondazione Marconi”, οι Antonio d’ Orrico, Janus, Giorgio Marconi και Carlo Cambi παρουσίασαν το 1944, ανέκδοτο μυθιστόρημα του Man Ray.

Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα αγγλικά, σε μία εξαιρετική έκδοση, από τον οίκο του Carlo Cambi. Υπάρχει, επίσης, μια νέα ιταλική μετάφραση (η πρώτη είχε εκδοθεί το 1981 στον τόμο Man Ray. Tutti gli scritti (Άπαντα τα κείμενα), υπό την επιμέλεια του Janus και με εκδότη τον Feltrinelli. Το 1944 είναι γραμμένο στο χέρι, σε ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο, στο οπισθόφυλλο του οποίου είναι σχεδιασμένη από τον καλλιτέχνη μια ετικέτα. Στην πρώτη σελίδα, ένας μεγάλος μαύρος λεκές από μελάνι, σαν όλες οι λέξεις του έργου να πηγάζουν από αυτόν.
Το βιβλίο, χωρισμένο σε τρία κεφάλαια, ξεκινά με μια εισαγωγή από τον Man Ray, όπου προσπαθεί να ορίσει τη φύση των λέξεων, και με ένα δοκίμιο του Janus, του πιο έγκυρου μελετητή του Man Ray και προσωπικού φίλου του καλλιτέχνη. Το έργο είναι ανολοκλήρωτο· παρουσιάζει κενά τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος: οι πρώτες σελίδες έχουν μυστηριωδώς αφαιρεθεί μετά το θάνατο του Ray και η ιστορία διακόπτεται απότομα, δίχως επίλογο. Το γεγονός ότι είναι ημιτελές, αποτελεί και μέρος της γοητείας του.
Ο τίτλος του μυθιστορήματος είναι 1944, τη στιγμή που όλος ο κόσμος βρίσκεται στη σκιά του φρικτού Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου· ο Man Ray χρησιμοποιούσε πάντοτε για τα έργα του πρωτότυπους τίτλους· πιθανότατα, προέβλεψε τη σημασία του 1944, διαισθανόμενος ότι πλησίαζε το τέλος του πολέμου και, μαζί, η διάλυση της ψευδαίσθησης για έναν ασφαλέστερο κόσμο.
Κύριος χαρακτήρας είναι ο Robor, που είναι χαμένος σε μία φανταστική πόλη. “Robor” στα λατινικά σημαίνει «αρρενωπή ισχύς», καθώς και «πνευματική ενέργεια»· πρόκειται για λέξη καρκινική, ένα όνομα που μπορεί να διαβαστεί και ανάποδα. Το παιχνίδι των λέξεων συνέπαιρνε το Man Ray, όπως εξάλλου και όλους τους σουρεαλιστές. Ο πρωταγωνιστής, ένας πιλότος, ο οποίος πριν από τον πόλεμο ήταν ζωγράφος, πορεύεται προς έναν φανταστικό κόσμο και προσπαθεί να ξεχάσει τις εικόνες της βίας και του θανάτου που τον έχουν βαθιά συνταράξει. «Το νόημα του κειμένου είναι διφορούμενο· όπως το “Robor” είναι λέξη που μπορεί να διαβαστεί κι ανάποδα, έτσι και η ιστορία χαρακτηρίζεται από την ανάλογη αμφισημία — είναι πόλεμος και ειρήνη ταυτόχρονα», αναφέρει ο Janus, «το μυθιστόρημα αποτελεί τρόπον τινά δοκίμιο για τη ζωγραφική και τη γραφή, μια προσπάθεια συγκερασμού των δύο δραστηριοτήτων».

Marchingegno

Με την ευκαιρία της έκδοσης, το ίδρυμα Marconi παρουσιάζει έκθεση με έργα του Man Ray, τα οποία χρονολογούνται στην ίδια περίοδο με το βιβλίο. Το 1940 ο Ray αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Παρίσι και αναζήτησε άσυλο στο Λος Άντζελες, όπου γνώρισε σπουδαίες προσωπικότητες, κέρδισε σημαντικά βραβεία και πραγματοποίησε ποικίλες θεματικές εκθέσεις· εκεί, επίσης, έμελλε να γνωρίσει και την Juliet Browner, τη μούσα του, μοντέλο και σύζυγό του από το 1946, στην οποία και αφιέρωσε την εκπληκτική σειρά φωτογραφιών «Τα 50 πρόσωπα της Juliet» — φωτογραφίες, πολλές από τις οποίες έχουν εκτεθεί.
Εκτίθενται ακόμη ορισμένα σκίτσα από τη σειρά «Σπουδή για τη Λήδα και τον Ρωμαίο ή την Ιουλιέττα», ένα παιχνίδι οπτικών ψευδαισθήσεων, ένα από τα δικά του «αντικείμενα αφοσίωσης», η συσκευή “Marchingegno” (1944),  διάφορες φωτογραφίες, μεταξύ των οποίων και η «Σκακιέρα» (1942), που αποτελεί και την τελευταία εικόνα του βιβλίου: ο Robor εισέρχεται σε έναν υπερρεαλιστικό τόπο, όμοιο με καφετέρια ή nightclub, γεμάτο γυμνές γυναίκες «εδώ κι εκεί ζευγάρια είναι λυγισμένα πάνω σε μία σκακιέρα» (Man Ray), «μία μείξη ονείρων και αναμνήσεων που μοιάζει τόσο δυνατή ώστε να σταματήσει την πένα του συγγραφέα» (Janus).

Ο Man Ray (Emmanuel Radnitzsky) γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου 1890 στη Φιλαδέλφεια, από γονείς Ρωσοεβραίους που είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Μεγάλωσε στο Brooklyn, παρακολούθησε μαθήματα βιομηχανικού σχεδιασμού, αργότερα γράφτηκε στο Ferrer Center της Νέας Υόρκης και από το 1913 συνεργάστηκε με τον φωτογράφο Alfred Stieglitz και με την avant-garde κοινότητα της Νέας Υόρκης. Δημιούργησε τα πρώτα του κυβιστικά έργα και άρχισε να πειραματίζεται με διάφορες τεχνικές όπως το κολάζ, η γλυπτική, καθώς και η ζωγραφική με σπρέι. Στη συνέχεια, αφιερώθηκε στη φωτογραφία. Ήταν, μαζί με τον Marchel Duchamp, ο κύριος υποστηρικτής του ντανταϊστικού κινήματος στη Νέα Υόρκη, ίδρυσε την Ένωση Ανεξάρτητων Καλλιτεχνών(1916), τη “Societé Anonyme Inc.” (1920) και το περιοδικό “New York Dad”(1921).
Την ίδια περίοδο δημιουργεί το πρώτο «αντικείμενο αφοσίωσης», το διάσημο «Αίνιγμα του Isidore Ducasse». Το 1921 μετακομίζει στο Παρίσι, όπου συναντά ξανά τον Marchel Duchamps, και την ίδια χρονιά γίνεται το θέμα ενός solo στη Libraire Six. Δημιουργεί τις πρώτες “Ray-ογραφίες”, οι οποίες εκδίδονται στον τόμο Champsdélicieux (1922), με πρόλογο του Tristan Tzara. Το 1922 μετέχει στο Salon Dada στην Gallerie Montaigne, ενώ αργότερα εργάζεται για την ταινία Rétour à laraison (Επιστροφή στη λογική), και εντάσσεται στις ομάδες των σουρεαλιστών με την έκθεσή του στην Gallerie Pierre το 1925, καθώς και όλες τις εκθέσεις του που έκτοτε ακολούθησαν.
Μέχρι το 1940 έζησε στο Παρίσι, όπου και καθιερώθηκε ως ένας από τους καλύτερους ερμηνευτές της ποιητικής του σουρεαλισμού, με πίνακες, συνθέσεις, ταινίες και πειραματικές φωτογραφίες. Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και μέχρι το 1951, εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες. Κατά την παραμονή του στις Ηνωμένες Πολιτείες αφιερώθηκε στη ζωγραφική, δημιουργώντας τις σειρές «Σαιξπηρικές εξισώσεις» και «Αλφάβητο για ενήλικες». Όταν επέστρεψε στο Παρίσι, συνέχισε τη φωτογραφική του έρευνα, τη ζωγραφική και την κατασκευή «αντικειμένων αφοσίωσης».
Το 1959 το Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης του Λονδίνου αφιέρωσε στον Man Ray μια μεγάλη έκθεση, και δύο χρόνια αργότερα του απονεμήθηκε χρυσό μετάλλιο φωτογραφίας στην Biennale της Βενετίας. Το 1966 διοργανώθηκε η πρώτη μεγάλη ρετροσπεκτίβα στο County Museum of Art του Λος Άντζελες· το 1970, μια μεγάλη έκθεσή του που ξεκίνησε από το Museum Boijmans van Beuningen στο Ρότερνταμ και στη συνέχεια ταξίδεψε σε διάφορα μουσεία ανά την Ευρώπη. Ο Man Ray πέθανε στις 18 Νοεμβρίου του 1976, ενώ η Juliet του το 1991.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.