Το διπλό πρόσωπο

Ένα blues για την Αμερική και τον φωτογράφο Bill Stettner.

—του Γρηγόρη Καραγρηγορίου—

Τhe Double Face , © Bill Stettner, 1963
Τhe Double Face , © Bill Stettner, 1963

Το 1963 στην Αμερική, ξεκίνησε με την πρώτη μεγάλη νίκη των Viet Cong στο Ap Bac, την ομιλία του Κυβερνήτη της Alabama, G.C. Wallace («Φυλετικός διαχωρισμός: χθες, σήμερα, αύριο, για πάντα») και τελείωσε με την ομιλία «I have a dream» του Martin Luther King στο Lincoln Memorial και την δολοφονία του Kennedy στο Texas.

O Bill Stettner στα 25 του βγάζει την διάσημη φωτογραφία του «Το διπλό πρόσωπο», («The Double Face»). Μια φωτογραφία με το καθαρό φωτισμένο πρόσωπο ενός συνηθισμένου λευκού στα δεξιά και το εξίσου καθαρό, σκουρόχρωμο πρόσωπο ενός μαύρου στα αριστερά. Παίζοντας με την αναμενόμενη από το μάτι του θεατή σκιά στα αριστερά, αλλά και με την εγγενή αδυναμία του εγκεφάλου να ξεχωρίσει τις δυο όψεις πριν περάσουν μερικά δευτερόλεπτα.  Ο ίδιος θα πει τριάντα χρόνια αργότερα ότι ήθελε να δείξει πόσο ίδιοι είμαστε όλοι, μιαν εκδοχή που όλοι δέχτηκαν χωρίς πρόβλημα. Αλλά και να επιβάλει χωρίς κανένα δισταγμό, μιαν «υποκειμενική» ματιά του θεατή, αποδεικνύοντας του πόσο διπρόσωπη είναι η Αμερική, δηλαδή ο ίδιος ο θεατής.  Θέλει να πει: Αφού δεν είσαι ρατσιστής γιατί ξαφνιάζεσαι όταν, μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, καταλάβεις τι δείχνει η φωτογραφία; Μόνο γιατί σε κορόιδεψα, λες; Για σκέψου καλύτερα.

Η τεχνική δυσκολία —αυτονόητο, αλλά αναγκαίο να τονιστεί— είναι μεγάλη. Είναι 1963. Δεν υπάρχει photoshop, οι φωτογραφίες δεν είναι ψηφιακές, τα films εμφανίζονται στο χέρι, οι εκτυπώσεις γίνονται στον σκοτεινό θάλαμο με κόκκινα μάτια από τα χημικά (ίσως και άλλου είδους χημικά βρώσιμα ή εισπνεόμενα τέτοια, είναι swinging sixties και 25 χρονών είπαμε).  Τα slides μένουν μήνες κρεμασμένα, ομολογεί, και εκατοντάδες μοντέλα περνούν από το studio να φωτογραφηθούν αλλά —κι εδώ ο Bill ακούγεται να βρίζει όπως μόνο ένας γιος μετανάστη από το Bronx έχει τα κότσια— μέρες μετά, στην εμφάνιση, τίποτα δε ταιριάζει και φτου, πάλι από την αρχή.

Ο Stettner θα ακολουθήσει τη γνωστή πορεία των εξεγερμένων Αμερικανών της γενιάς του, οι μύθοι πενήντα χρόνια μετά έχουν πέσει. Την δουλειά του θα την εκτιμήσουν οι διαφημιστικές της Madisson Avenue, ακριβώς τότε που ξεκινούσαν να κατακτήσουν τον κόσμο (στην Αμερική ήταν ήδη βασιλιάδες χωρίς στέμμα, first we take Manhattan, then we take Berlin) και θα του κάνουν μια προσφορά που δε θα μπορέσει να αρνηθεί. Με ειλικρίνεια αμερικάνικη βάζει τα πράγματα στη θέση τους: «Όταν ήμουν νέος η γκλαμουριά του επαγγέλματος με κέρδισε. Άρχισα βοηθός με αμοιβή 27,50$ τη βδομάδα και όσες μοντέλες μπορούσε να χωρέσει το κρεβάτι μου». Τα επόμενα χρόνια, ανεβαίνει με άλματα στα κασέ, φτιάχνει μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της μαζικής κουλτούρας και ανεξάρτητα από την θέληση ή την αλήθεια ημών, υμών ή όποιων, θα καθορίσει κι αυτός την αισθητική περισσότερο από όσο νόμιζε στα νιάτα του και κυρίως αλλιώς.

Ο Bill κάνει τη δουλειά του στο Louisville του Kentucky, φωτογραφημένος από τον μαθητή του Wayne Eastep, μέσα δεκαετίας ’70.
Ο Bill κάνει τη δουλειά του στο Louisville του Kentucky, φωτογραφημένος από τον μαθητή του Wayne Eastep, μέσα δεκαετίας ’70.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, στη μέση της απόστασης απ’ εδώ που στεκόμαστε, τα sixties με το διπλό πρόσωπο έχουν περάσει, λένε, ανεπιστρεπτί. Ο Bill είναι στην πρώτη πεντάδα των φωτογράφων διαφήμισης και εξέχον μέλος του συνδικάτου των φωτογράφων. Κάτι τρέχει στο μυαλό του. Κανείς δε θα μάθει γιατί — στον επικήδειο, ακόμα κι αν είχε τέτοιο, κανείς δε λέει την αλήθεια της ζωής του πεθαμένου . Μπορούμε χωρίς προπέτεια, αφού όλα παίζουν, να δεχτούμε ότι αυτός ήταν ο Bill, τέτοιο τυπάκι από τα λίγα και άλλη εξήγηση δεν χρειάζεται.

Η επαγγελματική κάρτα του Studio Bill Stettner με μια διάσημη φωτογραφία του, αλληγορία για την δική του Αμερική.
Η επαγγελματική κάρτα του Studio Bill Stettner με μια διάσημη φωτογραφία του, αλληγορία για την δική του Αμερική.

Έτσι λοιπόν, γι αυτό μιλάμε, αποφασίζει να ξεκινήσει μια μάχη που κανείς, ακόμη κι αυτοί που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, οι φάροι του πολιτισμού, οι φωτογράφοι «τέχνης» αισθάνονται λίγοι και μικροί να σηκώσουν: Την μάχη των πνευματικών δικαιωμάτων της φωτογραφίας. Μέχρι τότε, ο δημιουργός μετά την πώληση της χρήσης του έργου του σε ένα έντυπο ή άλλο μέσο δεν είχε κανένα δικαίωμα, οικονομικό ή καλλιτεχνικό στην μελλοντική χρήση από τον αγοραστή. Τα δικαιώματα του έργου δεν τα είχε ο δημιουργός, δηλαδή, αλλά αυτός που το καθιστούσε δημόσιο, ο εκδότης. Οι διαφημιστικές, εκδοτικές, τηλεοπτικές, ενημερωτικές εταιρείες, μοιράζοντας και αγοράζοντας, κάνουν πόλεμο με λύσσα και όλοι σκιάζονται. Σχεδόν κανείς δε μένει στη δικαστική μάχη μέχρι τέλους, ενώ η απεργία αρχίζει σιγά σιγά να εκφυλίζεται. Μόνο ο Bill Stettner βαστά, αυτός που έχει να χάσει τα περισσότερα.

Και κερδίζει. Σχεδόν μόνος του. Και σίγουρα μοναδικός από τους μεγάλους φωτογράφους με τα εξαψήφια κασέ για κάθε πόζα. Αλλά βέβαια, δεν θα ξαναδεί ποτέ παραγγελία από την βιομηχανία της διαφήμισης. Τα χρέη τον πνίγουν. Κλείνει το studio και μετακομίζει σε ένα μαγαζάκι στο Columbus Circle. Θα κάνει τον παλιατζή. Φτιάχνει φωτογραφίες για τα κουρασμένα μάτια του μόνο, για τον εαυτό του; Κανείς δε ξέρει; Θα πεθάνει πένης και εξαντλημένος από τον χρόνο, το 1994 στο νοσοκομείο Mount Sinai. Στο νεκροκρέβατό του, κάποιος ή κάποια (φήμες μιλάνε για παλιά ή νέα ερωμένη, για τον Bill Stettner είναι η ιστορία, τι θα περίμενε κανείς;) θα τον βάλει υπό την επήρεια της μορφίνης να υπογράψει την παραχώρηση του προσωπικού αρχείου του, που με καμάρι έλεγε ότι περιείχε χιλιάδες ανέκδοτα φιλμ από το 1958 μέχρι τον θάνατό του. Με προσωπικές δημιουργίες του, φτιαγμένες για πάρτη του. Το ίδιο βράδυ ένα φορτηγάκι θα φορτώσει κουτιά από το μικρό πατάρι του παλιατζίδικου στο South West Side.

Πορτρέτο του Bill Stettner στο παλιατζίδικο του «The Garage Sale» στη Νέα Υόρκη © Peter Adams,  1991
Πορτρέτο του Bill Stettner στο παλιατζίδικο του «The Garage Sale» στη Νέα Υόρκη © Peter Adams, 1991

Όσοι είχαν δει τις εκθαμβωτικές φωτογραφίες για τα sixties, με Martin Luther Κing, Mohamed Ali, Malcom X, LSD, Grateful Dead, Miles Davis, Vietnam θρηνούν. Κι όσοι, ή  οι ίδιοι φαντάζονται τι θα είχαν τα κουτιά για τα ταραγμένα ‘70s, τα πουλημένα ‘80s, την εξάντληση των ‘90s, θρηνούν. Για τα film και τις εκτυπώσεις με την Αμερική του Bill, του εραστή που πουλάει τον εαυτό του για όσα μοντέλα χωράνε στο κρεβάτι του, του μάγκα που κοροϊδεύει τους λευκούς αν και λευκός, του αλήτη από το Bronx που ξέρει να επιβιώνει μαγκιώρικα, του καταραμένο ήρωα που πήρε πάνω του την μάχη και το πλήρωσε αγόγγυστα αλλά πανάκριβα.

Όποιος έχει οποιαδήποτε πληροφορία για την κατάληξη των προσωπικών αρχείων του Bill Stettner, του φωτογράφου, να επικοινωνήσει με τον φίλο και μαθητή του Peter Adams στο peter.adams@peteradams.com.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.