Rijksmuseum

 Εθνικό Μουσείο της Ολλανδίας — ή πώς ένα μουσείο μπορεί να μην είναι πληκτικό

—Του Simon Schama. Μετάφραση για το dim/art: Αθηνά – Χριστίνα Μιχαλακέα—

Ξαφνικά ένας κλέφτης βγαίνει τρέχοντας από το εμπορικό κέντρο της Breda. Η αστυνομία τον κυνηγάει και προσπαθεί να τον μπλοκάρει: αστυνομικοί κατεβαίνουν με σκοινιά, μπαίνουν έφιπποι στο μολ. Οι περαστικοί κοιτούν με ανοιχτό το στόμα. Λεπτομέρεια: όλοι είναι ντυμένοι με ρούχα του 17ου αιώνα και, μόλις ολοκληρώνεται η σύλληψη του κλέφτη —η όλη σκηνή αποτελεί δραματοποίηση της «Νυχτερινής περιπόλου» του Ρέμπραντ—, από την οροφή πέφτει ένα banner που διαφημίζει τα επικείμενα εγκαίνια του Εθνικού Μουσείου της Ολλανδίας ύστερα από δέκα χρόνια εργασιών στο κτίριο. Δείτε το βίντεο από το πρωτότυπο αυτό hapenning.

Στις 13 Απριλίου άνοιξαν ξανά οι πύλες του Rijksmuseum, ενός μουσείου που ενδιαφέρεται να συνδέσει τη (μεγάλη) Ιστορία και τη (μικρή) ιστορία της καθημερινής ζωής με τους σπουδαίους Ολλανδούς ζωγράφους, και την υψηλή Τέχνη με τον πολιτισμό της καθημερινότητας, σε μια προσπάθεια να καταφανεί ότι η τέχνη είναι όχι απλώς προϊόν της Ιστορίας αλλά καθρέφτης της, και με ζητούμενο όχι την ακαδημαϊκή γνώση αλλά την απόλαυση του έργου τέχνης από όλους. [dim/art]. 

rijksmuseum_opening

Adriaen Coorte
Adriaen Coorte

Επιτέλους. Εκεί είναι, όλοι οι παλιοί μου φίλοι, χαμένοι τα τελευταία 10 χρόνια, ακουμπούν στον τοίχο και περιμένουν να επιστρέψουν εκεί όπου ανήκουν: στους τοίχους του Rijksmuseum στο Άμστερνταμ. Εκεί ήταν τα μετέωρα πόδια του άρρωστου παιδιού με το άδειο βλέμμα, που λικνίζεται στην αγκαλιά της μητέρας του, του Gabriël Metsu· εκεί ήταν το μάτσο τα λευκά σπαράγγια του Adriaen Coorte, σε μια απόκοσμη αντίθεση με τον μαύρο σπάγκο που πιέζει τη λευκή σαν το χαρτί «επιδερμίδα» του όγκου τους. Υπήρχε κι άλλο ένα ζευγάρι πόδια, που ανήκαν στην όμορφη ερωμένη του Jan Steen, με τις μπούκλες να ξεφεύγουν από τον απαλό σκούφο της, καθισμένη στη γωνιά ενός κρεβατιού, με το δεξί της πόδι, που φέρει τα σημάδια της καλτσοδέτας της, να ακουμπάει πάνω στο αριστερό της πόδι, με τους μηρούς της σκανδαλωδώς ορατούς, έτσι που έχουν κατέβει οι άλικες κάλτσες της. «Τι λες;» ρώτησε ο Taco Dibbits, διευθυντής των συλλογών του Rijksmuseum, και ήρωας, μαζί με τον Γενικό Διευθυντή του Μουσείου, Wim Pijbes, αυτής της χαρμόσυνης, θαυμάσιας μεταμόρφωσης, «Πάνω ή κάτω;» «Κάτω», του είπα. «Τότε θα τοποθετηθεί εκεί», είπε, με το σοφό χαμόγελό του.

Jan Steen
Jan Steen

Το «reunion» ήταν για τα καλά σε εξέλιξη. Νωρίτερα, παρακολουθούσαμε τη Σάσκια, με το παχουλό πηγούνι και τα μεγάλα λαμπερά μάτια, να υψώνεται πάλι στον τοίχο ενός δωματίου γεμάτο με Ρέμπραντ της πρώτης περιόδου. Εκεί βρισκόταν ήδη ο θλιμμένος Ιερεμίας, τυλιγμένος στο γκρι βελούδινο παλτό του, με το κεφάλι του κατεβασμένο καθώς ο ναός καιγόταν μπροστά του. Αλλά και ο Ρέμπραντ, νεαρός μποέμ, μορφάζοντας, με τα ατίθασα μαλλιά του και την κακοσχηματισμένη του μύτη, μισοκαλυμμένος από σκιές, ώστε να αναδειχθεί το βάθος της ποιητικής μελαγχολίας.

Οι Dibbit και Pijbes σκέφτονταν να δανειστούν το σλόγκαν “weerzien met de meesters” («καινούργια  γνωριμία με τους δασκάλους»), από τότε που είχε πρωτανοίξει το Rijksmuseum στα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η τωρινή συγκυρία μπορεί να μην έχει ακριβώς το ίδιο αίσθημα της εθνικής αναγέννησης, αλλά οπωσδήποτε παραμένει μια συναισθηματικά φορτισμένη επανασύνδεση του κοινού με έργα τέχνης άρρηκτα συνδεδεμένα με το αίσθημα της ολλανδικής ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, αυτό που όντως έγινε στο Μουσείο δεν είναι τόσο μια ανακαίνιση με μερικές φανταχτερές μοντέρνες προσθήκες, παρά το ότι με την ανακαίνιση εγκαινιάστηκε ένας επαναστατικός τρόπος επιμέλειας των εκθεμάτων. Όταν κοιτάζει κανείς τους πρώτους Ρέμπραντ, 0ή τον μεγάλο μανιεριστή Cornelis van Haarlem, βλέπει επίσης, όπως θα έκαναν και όσοι πρωτοαντίκρυσαν τους πίνακες, το ασήμι, τα όπλα και την έπιπλωση όλη, και τα βλέπει ως τεκμήρια του πολιτισμού που επέτρεψε στα έργα αυτά να δημιουργηθούν. Εισάγεσαι σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ιστορίας της Ολλανδίας. Κι επειδή τα αντικείμενα εκτίθενται σε βιτρίνες απλές, χωρίς περίτεχνα κάδρα, με το γυαλί εντυπωσιακά αόρατο, τίποτα στο οπτικό πεδίο του θεατή δεν χωρίζει τις εικόνες από τα κειμήλια.

Johan Huizinga
Johan Huizinga

Τα αντικείμενα δεν βρίσκονται εκεί ανάμεσα στους πίνακες για διακοσμητικούς λόγους. Τα έχουν επιλέξει ο Dibbits και οι συνεργάτες του, από το αχανές αρχείο του Rijksmuseum, ώστε να δημιουργήσουν έναν ζωντανό διάλογο ανάμεσα στους πίνακες και τα κειμήλια, τον υλικό κόσμο και την πολιτισμική φαντασία. Πρόκειται για μια —ήπια και όχι δογματική— κοινωνική αντίληψη της ιστορίας, και οφείλει πολλά στην ακαδημαϊκή παράδοση που ενσωματώθηκε στη δουλειά του σπουδαίου Ολλανδού ιστορικού Johan Huizinga (1872-1945), ο οποίος θεωρούσε ότι πίνακες, αντικείμενα και γραπτά κείμενα συνδέονταν άρρηκτα σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση του συλλογικού πολιτισμού. Σε συνάφεια και με την έμφαση που δίνει η Ιστορία της Τέχνης στη δημιουργική δύναμη που ασκεί σε έναν καλλιτέχνη ο περίγυρός του (περισσότερο από τη ρέμβη της μοναχικής ιδιοφυΐας), ο νεαρός Ρέμπραντ έχει τοποθετηθεί ανάμεσα σε φίλους και μαικήνες. Ένας από τους φίλους αυτούς, ο κορνιζοποιός Herman Doomer, είναι παρών με μια εντυπωσιακή κατασκευή, φτιαγμένη από έβενο και μαργαριτάρια. Ένας άλλος φίλος, ο χρυσοχόος Jan Lutma, από έναν περίτεχνο νιπτήρα, με τη μορφή ανοιχτού στρειδιού. Συνεργασίες και σχέσεις εξελίσσονται από τοίχο σε τοίχο. Η αυτοπροσωπογραφία του Ρέμπραντ σε νεαρή ηλικία γειτονεύει με την αντίστοιχη του ανταγωνιστή του (και, κατά κάποιον τρόπο, alter ego του) Jan Lievens, και ένα πορτέτο του κοινού πάτρωνά τους, Constantijn Huygens, από τον Lievens.

Jan Lievens
Jan Lievens

Αν όλα αυτά φαντάζουν περίπλοκα και αν σας φαίνεται ότι προξενούν διάσπαση της προσοχής, στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Η ιστορία και η τέχνη έχουν αποκαταστήσει τη στενή σύνδεσή τους, αφού —παρόλο που οι ιστορικοί με συγκατάβαση αντιμετωπίζουν τα έργα ως «ατελείς» αναμνήσεις του παρελθόντος, και οι ιστορικοί της τέχνης κατηγορούν τους ιστορικούς ως κοντόφθαλμους— η αλήθεια (και ο Huizinga τη γνώριζε) είναι ότι έχουν ανάγκη η επιστήμη την τέχνη, για να ανασυστήσουν την πραγματικότητα του χαμένου κόσμου στο παρελθόν. Η ιστορία χωρίς την ποίηση των εικόνων είναι τυφλή· η τέχνη χωρίς τις μαρτυρίες των κειμένων είναι βουβή.

Το Rijksmuseum δεν είναι ο πρώτος φορέας που παρουσιάζει μαζί έργα που δεν θα έπρεπε ποτέ να διαχωρίζονται ως έργα «υψηλής» και «διακοσμητικής» (δηλαδή όχι αρκετά υψηλής) τέχνης. Υπάρχουν αρκετά μουσεία, πλούσια σε καθημερινά χρηστικά αντικείμενα παρά σε 0bb7feaa69776ead9b23854bee8f8db2εικαστικά έργα, που έχουν καταβάλει μια συστηματική προσπάθεια  να παρουσιάσουν τον ευρύτερο πολιτισμό. Το 2001, το Victoria & Albert’s Museum του Λονδίνου, αντανακλώντας τις πεποιθήσεις συγγραφέων του 19ου αιώνα, όπως ο John Ruskin και ο William Morris, ότι τα υφαντά, τα κεραμικά και άλλα αντικείμενα έχουν εξίσου ισχυρή αισθητική επιρροή με τους πίνακες τοποθέτησε τέτοια αντικείμενα κατά χρονολογική σειρά σε διαδοχικά δωμάτια, από τους Τυδώρ έως τους Βικτωριανούς.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, για έναν τόπο που για το κοινό είναι πάντοτε συνδεδεμένος με την εκπληκτική παρέλαση των αριστουργημάτων και των σπουδαίων δασκάλων του —Rembrant, Ruisdael, Vermeer—, που θα αναγάγει το Rijksmuseum σε «Μουσείο της Ολλανδίας», όπως αρέσκεται να αυτοαποκαλείται. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι αυτή η συναρπαστική, χειμαρρώδης εξέλιξη στην τέχνη συνέβη εκεί: στην Ολλανδία ήταν ισχυρή η αντίσταση στη διάκριση ανάμεσα στο «υψηλό» και στο «ταπεινό» που υιοθετήθηκε στην Ιταλία της Αναγέννησης. 189e6668243380ded73e0160b7bbe02bΣύμφωνα με τον Πορτογάλο ουμανιστή Φρανσίσκο ντε Ολάντα, ο Μικελάντζελο δεν καταδεχόταν να επαινέσει την ικανότητα των καλλιτεχνών των Κάτω Χωρών, καθώς ειδικεύονταν σε τέτοια ταπεινά θέματα όπως το τοπίο. Αλλά, ακριβώς για το λόγο αυτό, ενώ η τέχνη στην Ιταλία έγινε πρωταρχικό προνόμιο του κλήρου και της αριστοκρατίας, στην Ολλανδία έγινε κτήμα του λαού. Εδώ ήταν που δημιουργήθηκε μια τέχνη καθόλου αμήχανη να υιοθετήσει στη θεματολογία της όχι μόνον ιστορικές σκηνές, ή περιστατικά αφοσίωσης και γενναιότητας, αλλά και τη γήινη ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, από τα πιο χυδαία έως τα πιο κομψά χαρακτηριστικά της.

Jan Vermeer
Jan Vermeer

Όταν κοιτάζουμε το μικρό κορίτσι-υπηρέτρια του Vermeer να γεμίζει μια κούπα με γάλα, ή το κορίτσι του Pieter Claesz με το κρασί και τη ρέγκα, θεωρούμε δεδομένο ότι οι καθημερινές πράξεις και τα αντικείμενα μπορεί να διαθέτουν κατά βάθος υψηλής φόρτισης υποβλητικότητα. Στην Ολλανδία, η μετάβαση του «ιερού» από τη θρησκευτικότητα στο κοσμικό βασίλειο έγινε σαφής με μεγάλη παραστατικότητα.

Παρόλο που ο Καλβινισμός δεν ευνοούσε τη χρήση εικόνων στους ναούς, θεωρώντας ότι αποτελούσαν είδος ειδωλολατρίας, ήταν πάντως το περιεχόμενο που έδωσε την ώθηση στη ζωγραφική να τον μεταφέρει στο κάθε τι. Το Rijksmuseum είναι γεμάτο από πίνακες που φέρουν πνευματικό φορτίο, έστω και αν φαίνεται πως απεικονίζουν υλικές απολαύσεις. Μια νεκρή φύση του Pieter Claesz συμπυκνώνει με εμβληματικό τρόπο κάθε τέχνη που σκοπό της έχει να προσφέρει κοσμική απόλαυση —μεταξύ των οποίων και τη ζωγραφική—, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει εκπληκτικές καλλιτεχνικές δεξιότητες.

Rembrandt, Νυχτερινή περίπολος (1641)
Rembrandt, Νυχτερινή περίπολος (1641)

Members of the media listen to a tour guide in the Gallery of Honour of the Rijksmuseum in AmsterdamΥπάρχει άλλος ένας λόγος για τον οποίο η απήχηση του Rijksmuseum έχει ριζώσει βαθιά στην εθνική μνήμη. Δεν παρουσίαζε μια τέχνη που ήταν απλώς ο καθρέφτης της καθημερινότητας των απλών ανθρώπων στην Ολλανδία − σε μεγάλο βαθμό, ανήκε επίσης σε κείνους. Σκηνές της καθημερινότητας, μικρά τοπία, «νεκρές φύσεις», «εύθυμες συντροφιές» αλκοολικών, φλερτάκηδες και τα συναφή — όλα αυτά έως τότε δεν υπήρχαν. Πολλά από αυτά τα έργα δεν κόστιζαν περισσότερο από τον εβδομαδιαίο μισθό ενός ειδικευμένου εργάτη. Επιπλέον, υπήρχε η αίσθηση ότι  και ότι η ζωγραφική συνιστούσε πατρογονική 2507c7e79686223294a00bf015415e5bκληρονομιά. Στην Ιταλία, τα ομαδικά πορτραίτα ήταν των δυναστειών· στην Ολλανδία, ήταν κατάκτηση των αστών, και εν πολλοίς μέρος της λαϊκής κουλτούρας, τουλάχιστον για τη μεσαία τάξη. Κάθε πόλη είχε δημοσίως αναρτημένα πορτρέτα των ομάδων των πολιτών της: των αστυνομικών, των επιθεωρητών των ορφανοτροφείων και των γηροκομείων, των συνδικάτων των υφασματεμπόρων…  Η «Νυχτερινή περίπολος» μας φαίνεται σήμερα αριστούργημα, αλλά τίνος; Η απάντηση είναι μιας ιδέας ή, τουλάχιστον, ενός αστικού μύθου: του μύθου της παντοτινή ζωτικότητας των ένοπλων πολιτών. Το Rijksmuseum-41255728622850908041-2807συνταρακτικό συναίσθημα της αναστάτωσης από τον θόρυβο και το χάος που προξένησαν οι διαταγές των αξιωματούχων, ταιριάζει γάντι στην παραπάνω «απάντηση». Επρόκειτο για το ακριβώς αντίθετο της αριστοκρατικής και εκκλησιαστικής ζωγραφικής, που, μεταξύ των άλλων, επέτασσαν ιεραρχία και αυταρχισμό. Έτσι, ενώ ο πίνακας του Ρέμπραντ είναι για τον εικαστικό «κανόνα» ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα, το νόημά του και, επομένως, η χαρά που δίνει, δεν μπορεί να κατανοηθεί αγνοώντας την ιστορία του Άμστερνταμ.

Στρατευμένοι στην ιδέα να δώσουν στον Ολλανδό την ιστορία του, μια ιστορία αδιαχώριστη από την τέχνη της, οι Dibbits και Pijbes, σε συνεργασία με τον πρώην διευθυντής του Rijksmuseum Ronald de Leeuw, που πρώτος οραματίστηκε αυτή την ιστορική αφήγηση στο μουσείο, είναι αμετανόητοι οπαδοί του «Μουσείου της Ολλανδίας».1984039716ad00c1c97f3178c6f32b09 Στην εποχή των μεγάλων διεθνών εκθέσεων, όπου η σύγχρονη τέχνη έχει γίνει λίγο-πολύ πανομοιότυπη, είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό που ένας σημαντικός θεσμός της τέχνης δεν φοβάται να αναδείξει τα διακριτά στοιχεία της εθνικής κουλτούρας και της ιστορίας του, έτσι ώστε οι θεατές να απολαμβάνουν τα έργα παρά να νιώθουν αμήχανοι απέναντί τους. Το γεγονός ότι το Rijksmuseum ξανανοίγει τις πόρτες του για το κοινό γίνεται, έτσι, μια ευκαιρία για την ευγενή αλλά αμετανόητη πράξης της εθνικής επανεπιβεβαίωσης.

1.-RijksmuseumΤίποτα από αυτά δεν στριμώχνεται στα σοβινιστικά αισθήματα. Τιμώντας τον πρώτο αρχιτέκτονα του Rijksmuseum, Pierre Cuypers (1827-1921), θέλησαν να δώσουν μια ευρύτερη οπτική για το παρόν και το παρελθόν της Ολλανδίας. Ο Cuypers ήταν καθολικός από το νότο και επέλεξε μια αρχιτεκτονική γλώσσα που προοριζόταν, με τους πύργους στο κτίριο με τα τούβλα και τα αετώματα, να αντηχεί στην ύστερη Μεσαιωνική και την Αναγεννησιακή Ολλανδία, η οποία ταυτόχρονα συνδέει τον καθολικό νότο και τον καλβινιστικό βορρά. Ο ελευθεριακός ιστορικισμός του Cuypers, που εκφράζεται σε ιστορικούς πίνακες του George Sturm και στα επεισόδια της ολλανδικής ιστορίας που κοσμούν το εσωτερικό του μουσείου, εκλήφθηκε ως ανόητος, αν όχι ως βδελυρά τοπικιστικός, από πολλές γενιές διευθυντών του μουσείου που επιζητούσαν το μοντέρνο και ξήλωναν τα μωσαϊκά στο πάτωμα, αποθήκευαν τους καμβάδες και άσπριζαν τους τοίχους. Προορισμός του Μουσείου όμως δεν ήταν να γίνει ένας λευκός κύβος, και τώρα έχει πλήρως επιστρέψει στην καλαίσθητη οπτική του Cuypers. Το ότι αυτό θα διεκπεραιωνόταν από Ισπανούς αρχιτέκτονες, τους Cruz y Ortiz, προερχόμενους από το βασίλειο ενάντια του οποίουrijksmuseum-05 οι Ολλανδοί διεξήγαγαν έναν αιμοσταγή 80ετή πόλεμο για την ελευθερία τους, αποτελεί ευκόλως εννοούμενη ειρωνεία. Για αυτή την ανασυγκρότηση της ιστορίας ενός έθνους που επιτεύχθηκε με μια πανευρωπαϊκή συνεργασία, που διατηρεί την παράδοση του διεθνιστικού ουμανισμού του Εράσμου και του φιλοσόφου-πολιτικού Hugo Grotius, το πορτραίτο του οποίου σε ηλικία 16 ετών, από τον Jan van Ravenstetyn, όπου στο πρόσωπό του διακρίνεται η κυκλοθυμία του διανοούμενου, είναι μια από τις πιο συναρπαστικές επαν-ανακαλύψεις του ανακαινισμένου μουσείου.

Εκτός από το γεγονός ότι το Rijksmuseum θα αποτελέσει τον μεγαλύτερο ίσως επιμορφωτικό θεσμό σε ιστορικά θέματα παγκοσμίως, εξαιρετικά ευχάριστο είναι ότι αυτό δεν σχετίζεται μόνο με τη μελέτη. Σε κάθε γωνιά, τα αχόρταγα μάτια τροφοδοτούνται με ευθυμία και απόλαυση. Οι «ειδικές συλλογές» είναι ένα εκπληκτικό θησαυροφυλάκιο, σαν τη σπηλιά του Αλαντίν, όπου παιδιά όλων των ηλικιών μπορούν να να χαθούν: κοσμήματα, μουσκέτα, ακόντια, ασημένιες μινιατούρες από σερβίτσια τσαγιού· ολόκληροι στόλοι από καραβάκια-ομοιώματα, που μας γυρίζουν πίσω στον 17ο και τον 18ο αιώνα, μαγικοί φανοί, κοστούμια, γυαλιά, πλακάκια από μάρμαρο χυμένο πάνω σε μάρμαρο· ατελείωτο, μεθυστικό υλικό.

Rijksmuseum-1895-1905

Οι άνθρωποι που φορούσαν, χρησιμοποιούσαν και κατείχαν όλα αυτά τα αντικείμενα επίσης κατοικούν στο μουσείο, και συνήθως στην πιο ταπεινή τους μορφή. Ένα παράδειγμα είναι η μικρή συλλογή από μάλλινα πολύχρωμα καπέλα. Καπέλα που πλέον τα βλέπουμε μόνο σε πίνακες με ψαράδες. Αλλά εδώ πρόκειται για τα καπέλα που φορούσαν οι φαλαινοθήρες στο Spitsbergen τον 17ο αιώνα, τα οποία διασώθηκαν χάρη στον πάγο, σε τόσο τέλεια κατάσταση που νομίζεις ότι θα τα δεις και στο γειτονικό μαγαζί. Κοιτάς λοιπόν τα καπέλα, ακούς τις φωνές των ναυτικών, το σπάσιμο του πάγου, μυρίζεις το λίπος της φάλαινας κι επικοινωνείς με τους προγόνους σου. Κι αυτό έστω κι αν δεν είναι Τέχνη, είναι η πιο σαγηνευτική πιθανότητά της.

* * *

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

5 comments

  1. Καταπληκτικό, και κακά τα ψέμματα : Πιστεύω πως μόνο έτσι διδάσκεται η ιστορία της τέχνης.
    Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ένα μάθημα που πραγματεύεται την εικόνα, διδάσκεται συνήθως τόσο στεγνά και πληκτικά.
    Στα καθ’ημάς,ας πούμε, μπορούμε ν΄αρχίσουμε από τα εύκολα. Μια»παιδική συναυλία» του Ιακωβίδη στο δρόμο,θα αναβίωνε ιδανικά τον ομώνυμο εξαιρετικό πίνακα, ή μια περφόρμανς με το «κρυφό σχολειό» του Νικολάου Γύζη, πιστεύω πως θα έφερνε νέα πνοή και νέο κόσμο στην Εθνική Πινακοθήκη.
    Αντί να γκρινιάζουμε λοιπόν που δεν πάει ο κόσμος στα μουσεία, ας κάνουμε κάτι για να πάνε τα μουσεία στον κόσμο.

    Μου αρέσει!

  2. «Σύμφωνα με τον Πορτογάλο ουμανιστή Francisco de Hollanda, ο Michelangelo εξυμνούσε την ικανότητα των καλλιτεχνών των Κάτω Χωρών να εξειδικεύονται σε τόσο ταπεινά θέματα όπως τα τοπία.» Τρομερό μεταφραστικό λάθος που αλλοιώνει εντελώς την σημασία του πρωτότυπου! «According to the Portuguese humanist Francisco de Holanda, Michelangelo condescended to praise the ability of the artists of the Low Countries as they specialised in such low matters as landscape», έγραψε ο Simon Schama (και πώς θα μπορούσε άλλωστε να αγνοεί την περιφρόνηση του Μικελάντζελο για την ζωγραφική των Κάτω Χωρών;). Θα πρέπει να μεταφραστεί: «Σύμφωνα με τον Πορτογάλο ουμανιστή Φρανσίσκο ντε Ολάντα, ο Μικελάντζελο δεν καταδεχόταν να επαινέσει την ικανότητα των καλλιτεχνών των Κάτω Χωρών, καθώς ειδικεύονταν σε τέτοια ταπεινά θέματα όπως το τοπίο» (η αλήθεια είναι πως η διατύπωση του Schama είναι ήπια και μάλλον διπλωματική, σε σχέση με αυτά που ο Holanda μεταφέρει ως απόψεις του Μικελάντζελο…). Η παράθεση του πρωτότυπου κειμένου στο οποίο βασίζεται η μετάφραση, θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για τον αναγνώστη: http://www.ft.com/cms/s/2/6050ffc2-96cb-11e2-a77c-00144feabdc0.html#slide0

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.