Αναζητώντας τη χαμένη άνοιξη

Εμείς, του ‘60 οι εκδρομείς, απόμακροι εξαρχής
εκτός παραδομένου κόσμου εμείς,
ανήλικοι διαρκώς, μα κι απ’ το καθεστώς
αμόλυντοι ευτυχώς.
Εμείς, μιας δίψυχης ωδής, παράλογα ανοιχτής,
με συμπεριφορές ανατροπής,
και της βαθιάς μας ζωής, της συντηρητικής,
εμείς οι εκκρεμείς.
Χρονιές, με αίμα και φωτιές,
και Χούντας, κι Ιουλιανές, και της Μεταπολίτευσης φωνές,
αυτού του συρφετού, του δημοκρατικού
του νέου εγωισμού.

—Διονύσης Σαββόπουλος—

«Αν θυμάσαι το Woodstock, δεν ήσουν εκεί», λέει μια σύγχρονη αμερικάνικη παροιμία. «Αν δεν θυμάσαι το Woodstock, ήσουν εξορία», θα μπορούσε να λέει μια σύγχρονη ελληνική παροιμία.

Από το Κογκό του Πατρίς Λουμούμπα μέχρι το Ντάλας, όπου έπεσε νεκρός ο JFK, από τους ορυζώνες του Βιετνάμ μέχρι τα αμφιθέατρα του Berkeley, από το Καρτιέ Λατέν του Μάη μέχρι την Πράγα του Ντούμπτσεκ και από το Woodstock μέχρι το Α΄ Νεκροταφείο και την κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα, μπορούμε ίσως τώρα, με την απόσταση του χρόνου, παρά τη διαφορετική ιστορική μοίρα των λαών, να δούμε τα κοινά στοιχεία της δεκαετίας του ’60.

Ανάμεσα σ’ αυτά, λογοτεχνία, μουσική, κινηματογράφο, εικαστικά, θέατρο κ.λπ., ονόματα και σχολές παγκόσμιας σημασίας που θα σημαδέψουν γενιές για πολλές δεκαετίες ακόμα.

Στις 17 Απριλίου του 1967, κάπου δέκα χιλιάδες Αθηναίοι παρακολούθησαν τη ζωντανή συναυλία των Rolling Stones στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας — η οποία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς ο Mick Jagger είχε την ατυχή έμπνευση να ράνει τους θεατές με κόκκινα γαρίφαλα· η πράξη θεωρήθηκε από την αστυνομία ανατρεπτική, η συναυλία  διακόπηκε άδοξα, οι Stones —που αδυνατούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε— φυγαδεύτηκαν στο ξενοδοχείο τους και ακολούθησαν συμπλοκές των θεατών με τους αστυνομικούς. Οι συμπλοκές αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο, βέβαια: να όμως που το σύνθημα της εποχής δεν ήταν μόνο το «δεν περνάει ο φασισμός», ήταν και το «θέλουμε να δούμε τους Rolling Stones».

Ναι, στην Ελλάδα το μετεμφυλιακό κράτος, που λίγα χρόνια νωρίτερα δολοφονούσε τον Σωτήρη Πέτρουλα και τον Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Τσαρουχά και τους 13 ανυποψίαστους πολίτες στη Γιορτή του Γοργοπόταμου, έδειχνε και πάλι τα δόντια του: μόλις τέσσερις μέρες μετά από την τόσο σύντομη συναυλία των Stones, η Ελλάδα —του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Σαββόπουλου, του Κουν— θα έμπαινε στον γύψο για εφτά χρόνια. Η ελληνική άνοιξη των sixties θα τελείωνε άδοξα. Τόσο άδοξα, όσο έληξε και η άνοιξη της Πράγας έναν χρόνο αργότερα, υπό τις ερπύστριες και πάλι των τανκς — σοβιετικής κατασκευής όμως αυτή τη φορά.

Ίσως η Δεκαετία της μέγιστης Αναταραχής, Ανασυγκρότησης, Αναγέννησης.

Πόσο χαμένη ήταν τελικά η «χαμένη άνοιξη» του εξήντα; Μάλλον θα παίρναμε διαφορετικές απαντήσεις από τους πρωταγωνιστές, από τους ανθρώπους που έζησαν τη ματαίωση της προσδοκίας, διαφορετικές από εκείνους της «άλλης πλευράς», διαφορετικές από τους κομπάρσους, από εκείνους που την έζησαν στο περιθώριο, από όσους αρνήθηκαν ή δεν κατάλαβαν ή απλώς απείχαν, άλλες απαντήσεις από εκείνους που την έζησαν μεγάλοι, κουβαλώντας ήδη βαριές αποσκευές, άλλες από όσους την θυμούνται αμυδρά, ως παιδική ανάμνηση. Και ίσως δίνουμε άλλες απαντήσεις εμείς, σήμερα.

Καμιά άνοιξη πάντως δεν είναι χαμένη. Δεν άνθισαν ματαίως.

* * *

* * *

01

Με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ο Τομέας Πολιτισμού της Δημοκρατικής Αριστεράς οργανώνει στις 27 και 28 Μαΐου στον πολυχώρο «Χυτήριο» (Ιερά Οδός 44, Γκάζι) διήμερη εκδήλωση με τίτλο:

«Δεκαετία του ’60 — Αναζητώντας τη Χαμένη Άνοιξη»

H δεκαετία του ’60, στην Ελλάδα και στον κόσμο, ως περίοδος πολιτικής αμφισβήτησης και καλλιτεχνικής έκρηξης.
Συζητήσεις, προβολές ταινιών και οπτικοακουστικού υλικού, αναγνώσεις λογοτεχνικών κειμένων, ελληνική και ξένη μουσική της εποχής.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ:

ΔΕΥΤΕΡΑ 27 ΜΑΪΟΥ 

20:30 Ηθοποιοί διαβάζουν αποσπάσματα από λογοτεχνικά κείμενα της εποχής.
Συμμετέχουν: Κίττυ Αρσένη, Γιώργος Γεωγλερής, Κοραλία Καράντη, Νίκος Κάππιος, Ματίνα Καρρά, Ελένη Κεχαγιόγλου, Εύα Κοταμανίδου, Λουκία Μιχαλοπούλου, Τζίνα Παπαδοπούλου
Επιμέλεια: Τζένη Αρσένη
Επιμέλεια κειμένων: Γιάννης Παπαθεοδώρου
Στο πιάνο ο Νίκος Πλάτανος
Τραγουδάει ο Λάκης Παππάς

22:00 Η Μαρία Φαραντούρη ερμηνεύει τραγούδια-σταθμούς από τη δεκαετία του ’60
—που ξυπνούν δυνατές μνήμες—, καθώς και νεότερα αγαπημένων ποιητών.
Στο πιάνο ο Αχιλλέας Ουάστορ

ΤΡΙΤΗ 28 ΜΑΪΟΥ

20:30 Συζήτηση με θέμα: «Δεκαετία του ’60 — Αναζητώντας τη Χαμένη Άνοιξη»
Συμμετέχουν:

  • Βασίλης Βασιλικός, συγγραφέας
  • Έφη Θεοδώρου, σκηνοθέτις
  • Σπύρος Λυκούδης, βουλευτής Επικρατείας της Δημοκρατικής Αριστεράς
  • Νότης Μαυρουδής, μουσικός
  • Τάκης Παπαγιαννίδης, σκηνοθέτης
  • Μάριος Σπηλιόπουλος, εικαστικός
  • Καίτη Τσαρουχά, στέλεχος Νεολαίας Λαμπράκη

— Συντονίζει η Μαρία Κατσουνάκη

Θα ακολουθήσει πάρτι με ελληνική και ξένη μουσική της δεκαετίας του ’60.
Dj: ΒΑΤΜΑΝ και Γρηγόρης Ψαριανός

Οι παραπάνω εκδηλώσεις θα πραγματοποιηθούν στον πολυχώρο «Χυτήριο», όπου επίσης, στο θέατρο αλλά και στην αυλή του, θα προβάλλονται φωτογραφικό υλικό (εξώφυλλα περιοδικών και βιβλίων, αποκόμματα εφημερίδων κ.λπ.), κινηματογραφικά επίκαιρα και ταινίες της εποχής (μεταξύ αυτών ο Γρηγόρης Λαμπράκης του Τάκη Παπαγιαννίδη και το 1968 του Πάτρικ Ρότμαν).

* * *

* * *

Ένα τραίνο, το τραίνο, χωρίς σταθμούς, μια μηχανή, χωρίς ανάσα, ένα σβηστό βαγόνι, κι έπειτα το βαγόνι Ζ—4383, όπου Εκείνος κλειδωμένος ταξιδεύει την ίδια απόσταση που έκανε τρεις μέρες πριν με τ’ αεροπλάνο, πριν από εκατό ώρες του Μάη, όσες κράτησε το ψυχορράγημά του, όσες, μετά την πτώση του, χρειάστηκε η ψυχή να κάνει τις ετοιμασίες της για να αναχωρήσει, γιατί η έξωση τής ήρθε απροσδόκητα, τόσο που δυσκολεύτηκε στην αρχή ακόμα και να το πιστέψει· σε ένα άλλο βαγόνι οι συγγενείς, η γυναίκα του με τις φλέβες στο λαιμό διογκωμένες, ένας αδελφός, αυτός που δεν σπούδασε και μια μάνα, πρόσωπο με τη γεωμετρία της γης να σκέφτεται τη γη που θα δεχόταν το μονάκριβό της, το λεβέντη της· κι ύστερα, πήζοντας ένα βαγόνι με τη βαρβατίλα τους, ένας λόχος χωροφυλάκων, τα όπλα ανάμεσα στα σκέλια τους, τρομοκρατημένοι πάνω σ’ αυτό το τραίνο του θανάτου, έτοιμοινα προλάβουν άλλα επεισόδια, χαζεύοντας έξω το τοπίο, που δεν περνούσε μέσα από την κλειδωμένη πόρτα του βαγονιού του, καθώς Εκείνος, μες στο φέρετρο, κατέβαινε απ’ το Βορρά στο Νότο για πάντα κλειστός, με την ψυχή του έξω απ’ το τραίνο να ακολουθεί σαν ελικόπτερο που προσπαθεί να πάει σιγά σιγά για να συμπορεύεται με την αμαξοστοιχία, λεπιδόπτερο που ραντίζει τα χωράφια μην τα προσβάλει ο περονόσπορος, κάνοντας τη βλάστηση της γης να ανατριχιάζει στο πέρασμα της σκιάς του, καθώς η σκιά δροσίζει για μια στιγμή την ξεραΐλα της και το χώμα, το διψασμένο από χρόνια για βροχή, ηλεκτρίζεται ακόμα και με το χάδι του ίσκιου του, σαν ένα χέρι που περνά μέσα απ’ το χέρι του χωρίς να μπλέξουν τα δάχτυλα μεταξύ τους, γιατί αυτό θα σήμαινε σταυρεδερφός, αίμα κι επανάσταση, όχι, μονάχα το χάδι του φτερού, άυλο ακούμπισμα, που αναδεύει έτσι ανεπαίσθητα το κοιμισμένο αίμα στις φλέβες, και το χώμα —χωράφια θεσσαλικά, κάμποι της Μακεδονίας, ο Μπράλος, ο Πηνειός, το Σαραντάπορον, η Θήβα, η Λεβαδειά— ξέρει πως θα δεχτεί σε λίγο το κορμί του, το τεσσαρακοστό πρώτο παλικάρι, κι ωστόσο το αίμα, σκέφτεται η φτερωτή ψυχή, το αίμα της γης, τα νερά της, ακολουθώντας τη δική της ωκεανογράφηση, ώριμα, σκάβουν από μέσα τα θεμέλια, προετοιμάζοντας τη μεγάλη επανάσταση, γι’ αυτό κι η εντολή στο μηχανοδηγό ήταν ρητή, «πουθενά καμιά στάση», από την αίθουσα μεταβιβάσεων του υπουργείου Προεδρίας ένα ολόκληρο επιτελείο το παρακολουθούσε, έπαιρνε πληροφορίες από τις κατά τόπους δυνάμεις της χωροφυλακής και ρύθμιζε ανάλογα την πορεία του, τηλεπικοινωνώντας με τον μηχανοδηγό, όλα τα δρομολόγια είχαν ακυρωθεί, δεν υπήρχαν τραίνα που έρχονταν αντίδρομα, ούτε άλλα που ακολουθούσαν από πίσω, όλα είχαν αναβληθεί για να περάσει αυτό το τραίνο, ανεμπόδιστα, να μην πιάσει κανένα λιμάνι, μην τύχει και ξεσηκωθούν οι ναυτικοί, οι πόρνες κι οι χαμάληδες και κάνουν επανάσταση· χεσμένοι πάνω τους οι αρμόδιοι δεν ξέραν πώς να σκεπάσουν την ντροπή τους, ένα παιδάκι φώναξε, όπως στο παραμύθι, «ο βασιλιάς είναι γυμνός» κι αυτοί αποσβολώθηκαν, τόσες τσιριμόνιες για να τον πείσουν ότι φορούσε τα πιο ακριβά ρούχα, ότι είναι ο πιο όμορφος, ότι η ισχύς του παραμένει η αγάπη του λαού, και ξάφνου, μ’ αυτή την κραυγή, τα πάντα ναυαγήσαν, και τότε, μη βρίσκοντας άλλη διέξοδο, προτίμησαν να τον μετακομίσουν, για να ησυχάσουν μια και καλή, να μην υπάρχει μάρτυρας της ψευτιάς τους, γιατί δεν έφτανε που είπε «ο βασιλιάς είναι γυμνός», αλλά τόλμησε να ξεγυμνώσει και τη βασίλισσα, εκεί στο Λονδίνο, βάζοντας κάποιον να της τραβήξει απ’ τον ώμο το φουστάνι, κι έτσι το τραίνο τώρα έτρεχε σ’ ένα κόσμο που σταμάτησε ξαφνικά απ’ τον κεραυνό του, σ’ ένα κόσμο που περίμενε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη το σύνθημα, μα όλα τελικά βολεύτηκαν, δεν γίναν επεισόδια, ούτε και στην κηδεία, τα συνθήματα που δόθηκαν ήταν κατευναστικά, προπαντός να μη χυθεί άλλο αίμα, γιατί οι καιροί δεν ήταν ώριμοι κι η πολιτική παίζει το παιχνίδι της χωρίς αγριάδα, για να κερδίσει τελικά, χάνοντας έστω και προσωρινά τη μεγάλη ευκαιρία του θανάτου του, ενώ οι αντίπαλοι, όσο Εκείνος ακόμα ψυχορραγούσε, προσπαθούσαν με μάταια λόγια να σκεπάσουν τη ντροπή τους.
«Η αλήθεια διά τα αιματηρά επεισόδια που προεκάλεσαν οι κομμουνισταί εις την Ουδετερούπολιν. Ο βουλευτής Ζ. παρεσύρθη τυχαίως από εμφανισθείσαν μοτοσυκλέταν, ενώ ηγείτο παρανόμου διαδηλώσεως των κομμουνιστών. Η αστυνομία προσεφέρθη να μεταφέρει τους κομμουνιστάς διά λεωφορείων, αλλά αυτοί ηρνήθησαν διά να συγκροτήσουν διαδήλωσιν κατευθυνόμενοι εις τα γραφεία της ΕΔΑ… Τραυματισμός μοιράρχου, ενώ προσεπάθει να προστατεύση τον μωλωπισθέντα βουλευτήν Πηρουχάν… Το ενδιαφέρον της κυβερνήσεως η οποία διέθεσε και στρατιωτικόν αεροπλάνον διά την μεταφοράν ειδικού χειρουργού πλησίον του παρασυρθέντος βουλευτού Ζ…»

Απόσπασμα από το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού

* * *

* * *

114Είχες την εντύπωση ότι τα πάντα είναι δυνατά, ότι τα πάντα μπορούν να ειπωθούν. Το ’60 εγώ ήμουν 15 ετών και αναρωτιόμουν «γιατί το τραγούδι να λέει μόνο ερωτικά θέματα, δεν μπορεί να φιλοσοφεί; Δεν μπορεί να στοχάζεται; Να μιλάει για την πολιτική ή για την ύπαρξη;». Προσπάθησα να κάνω τέτοια τραγούδια και από την αποδοχή που είχαν, συμπέρανα ότι κάτι παρόμοιο σκεφτόντουσαν και οι άλλοι. Το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο συνέβαινε διεθνώς. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολύ πριν γίνει το «Berkeley» ή ο «Μάης του 1968», στην Ελλάδα υπήρχε το 1-1-4. Ξεκινάει το 1963 ως μια σειρά από φοιτητικά αιτήματα, για το πάσο στα λεωφορεία ή για βελτιώσεις στη φοιτητική εστία, αλλά πολύ γρήγορα περνάει σε ένα αίτημα αλλαγής του παντός – πριν κλείσει χρόνος οι διαδηλώσεις ζητούσαν 15% για την Παιδεία, δημοκρατία, τήρηση του συντάγματος. Το τραγούδι που ήταν της μόδας τότε στο εξωτερικό ήταν το τραγούδι διαμαρτυρίας. Εδώ ήμασταν ακόμα σε μία κατάσταση που φοράνε κορδέλα στο μέτωπο και χορεύουν συρτάκι μπροστά στην Ακρόπολη, όπως στις ταινίες του Δαλιανίδη. Εγώ, έχοντας γράψει ήδη εκείνο το τραγούδι, «Βιετνάμ γιε, γιε», καθόμουν και ονειρευόμουν, «Ε ρε, να ήμουν στην Αμερική τώρα, θα γινόμουν number one, θα γνωριζόμουν με την Τζέιν Φόντα, με τη Φέι Ντάναγουεϊ» και ξυπνάω και είναι Χούντα κι από πάνω μου δεσμοφύλακας από τη Γορτυνία και με βαράει, διότι βρισκόμασταν στην Μπουμπουλίνας. Με βαράνε να ομολογήσω, δηλαδή τι να ομολογήσω ο τροβαδούρος; Δεν τους κρατάω κακία, διότι εγώ με την καλή μου την καρδιά, ακόμα και μέσα στο μπουντρούμι, σκάρωνα τραγουδάκια. Ένα μπερντάχι ξύλο, τσουπ η «Θεία Μάνου», ένα άλλο μπερντάχι και να το «Αν βγω από αυτήν τη φυλακή…». Ολόκληρο long play φτιάξαμε η Ασφάλεια και εγώ. Είμαστε πια στο ’67.

Διονύσης Σαββόπουλος. Πηγή: www.lifo.gr

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

* * *

* * *

Αποσπάσματα από την ΑΛΗΛΟΓΡΑΦΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΤΑ 

mpost2

Συμβουλές καλής συμπεριφοράς

Μποστ. προς Κόστα, 22.10.1963

Κόστα, επειδή σε αγαπό, θέλο να σε παρακαλέσο κάτι. Όταν τελειόνης την ομιλία σου, μην κτυπάς το χέρι εις το αφτοκίνητον φονάζων «απετώ σεβασμόν διότη σας κυβερνώ μίαν οκταετίαν». Διότι με την λογικήν αφτήν, έπρεπε κε ο Ρούζβελτ προ πάσης ομιλίας του δια να τον προσέξουν εις το Κονκρέσον, να ετρύπα μίαν λαμαρίναν. Δεν είναι ορθόν να φέρεσαι τοιουτοτρόπος. Διότη οι αναρχοκουμουνισταί προθύμως θα διαδόσουν «Βούλιαξε την Ελλάδα, βουλιάζει τόρα και το καπό». Πρόσεξέ τα αφτά και ας φένονται λεπτομέρειαι ασήμαντοι.

Μαθηματικοί υπολογισμοί μετά την ήττα

Μποστ. προς Κόστα, 4.11.1963

Όπως ασφαλώς θα έμαθες, από 50,8 που είχαμε με άνετον πλιοψηφίαν, κατήλθομεν αποτόμως εις τα 39,4. Το μυστηριόδες δε της υποθέσεως είναι, ότι εάν λάβης μολύβι και χαρτί και τοποθετήσης τον μικρότερον αριθμόν κάτωθεν του άλλου δια να κάμης την βάσανον της αφαιρέσεως, θα ίδης ως πηλίκον τον αριθμόν 11,4. Αφτό δε το «ένα, ένα, τέσσερα», είναι ο αριθμός τον οποίον εστερήσαμεν από τον λαόν και ο λαός μας τον επήρεν πίσω. Τι τα θέλεις; Δεν υπάρχουν, όπως είπες «χαρακτήρες».

Μήγα τους τσίμπισε ή καρφίτσα; Πώς με τόσην ταχύτητα τρικύκλου αλάζουν ιδεολογίαν; (Κόστας προς Μποστ., 5.11.1963)

* * *

* * *

Για μένα αυτή η μουσική, οι Animals ας πούμε, την οποία άκουγα το ’63, περιείχε μία λύσσα την οποία καταλάβαινα παρά πολύ καλά. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, ήθελα να συνδυάσω το ελληνικό και το ξένο. Όχι ότι δεν μου άρεσε ο Θεοδωράκης ή ο Χατζιδάκις. Μου άρεσαν και με επηρέασαν παρά πολύ, αλλά ένιωθα πολύ έντονα την ανάγκη ενός τραγουδιού που να είναι άμεσο και να τολμά να πει πράγματα, τα οποία δεν λέγονταν τότε σε ένα τραγούδι. Με ενδιέφερε πολύ η μουσική που έκαναν οι Stones ή τα μεγάλα συγκροτήματα, τα οποία τα άκουγα και τα παρακολουθούσα. Με έχουν επηρεάσει παρά πολύ. Βέβαια, οι ειδικοί, που ασχολούνταν με αυτήν τη μουσική, την ξένη, ο Μαστοράκης, ο Πετρίδης, ο Κογκαλίδης, την παρουσίαζαν ως χορευτική νεανική μόδα, δεν αντιλαμβάνονταν τότε τι στην πραγματικότητα ήταν. Έκαναν εκπομπές με top, ποιο έρχεται πρώτο, ποιο έρχεται δεύτερο. Σαν να είναι μία ιπποδρομία. Όχι ότι αυτό δεν έχει κάποιο ενδιαφέρον, αλλά δεν βρίσκεται εκεί η ουσία αυτής της μουσικής. Επρόκειτο για αληθινή έκφραση μιας καινούργιας ανάγκης να μπορέσουμε να πούμε αυτό που έχουμε μέσα μας. Λέγεται δεν λέγεται, εγώ θα το πω. Πραγματικά, το φαινόμενο ήταν περίεργο. Είχαμε μία μουσική από τον Πρίσλεϊ και μετά, που αυτοί οι οποίοι ήταν κάτω από τα 25 την καταλάβαιναν πολύ καλά και τη γλεντούσαν και αυτοί που ήταν πάνω από τα 25 την έβρισκαν εντελώς ακατανόητη. Έλεγαν «μα τι ακούτε;». Αυτό δεν είχε ξαναγίνει, γιατί παλιά δεν υπήρχε μουσική για νέους, η μουσική ήταν μία, τα τραγούδια  τα άκουγαν όλοι. Άκουγαν Βέμπο οι γονείς μας, Βέμπο ακούγαμε και εμείς, δεν ακούγαμε κάτι άλλο. Αυτό το περίεργο φαινόμενο λοιπόν, το ροκ, δημιούργησε την εντύπωση ότι φτιάχτηκε μία μουσική για νέους, μα τώρα που πέρασαν τα χρόνια βλέπουμε ότι αυτό δεν ήταν μουσική για νέους, ήταν ένα κλασικό είδος, ένα αναγεννησιακό γεγονός, το οποίο απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις ηλικίες και όλα τα στρώματα.

Διονύσης Σαββόπουλος. Πηγή: www.lifo.gr

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Τον είχα πάρει πάνω στην καρέκλα και με ξύπνησε το κουδούνι της πόρτας. Άνοιξα, ήταν η Ματθίλδη ναι, όμως αγνώριστη. Κάτασπρη σαν πανί, αχτένιστη, με ασάλευτα μάτια έκανε μερικά βήματα, στάθηκε και είπε δισταχτικά: “Σκότωσαν το Σωτήρη”. Την πήρα στην αγκαλιά μου, την κάθισα στο κρεβάτι. Έφερα βρεγμένη πετσέτα και της σκούπισα το πρόσωπο από τις καπνιές και τον ιδρώτα, της έστρωσα τα μαλλιά, της έδωσα να πιει νερό. “Ποιο Σωτήρη;” ρώτησα. “Τον Πέτρουλα. Πάει το παλικάρι, το φάγανε οι δήμιοι.” Μια συμμαθήτρια της Χρύσας λέει πως άκουσε τον αξιωματικό, πάνω στο θωρακισμένο, να διατάζει τον πυροβολητή που σκόπευε με το κανονάκι των δακρυγόνων: “Κατέβασέ μου αυτόν τον ψηλό με το πράσινο”. Σωτήρης είχε σκαρφαλώσει στο σηματοδότη της διασταύρωσης Σταδίου και Λαδά κι απ’ εκεί πάνω φώναζε συνθήματα. Τώρα πάει».

Στρατής Τσίρκας, Η χαμένη άνοιξη, Κέδρος, Αθήνα 1976

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.