Εν αρχή ην ο λόγος

Ένα διήγημα της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου για τις έξι μυστηριώδεις ώρες του Νιλ Άρμστρονγκ και του Μπαζ Όλντριν μέσα στον «Αετό», από την προσελήνωση έως το πρώτο βήμα του ανθρώπου στο φεγγάρι, τα ξημερώματα της 21ης Ιουλίου του 1969, ακριβώς 44 χρόνια πριν από σήμερα.

734px-As11-40-5886

Ο Μπαζ κοιτούσε τον Νιλ. Ήταν αδύνατο, βέβαια, να διακρίνει το πρόσωπο του αρχηγού της αποστολής μέσα από το τζάμι του κράνους· αντιθέτως, έβλεπε το δικό του να αντανακλάται στο κοίλο κάτοπτρο, δυσάρεστα παραμορφωμένο. Οπότε, αναγκαστικά, τον εαυτό του κοιτούσε. Δεν είχε όμως ανάγκη κανένα φαινόμενο της οπτικής να του επιβεβαιώσει πόσο είχαν αλλοιωθεί τα χαρακτηριστικά του. Είχαν κλείσει ήδη έξι ώρες από τη στιγμή της προσελήνωσης — έξι ώρες μέσα στη σεληνάκατο, τέσσερις παραπάνω από το προγραμματισμένο. Έξι ώρες στις παρυφές της Θάλασσας της Γαλήνης, και ο Μπάζ ένιωθε τόση γαλήνη όσο κι αν είχαν χωθεί στο μάτι του περιώνυμου «man on the moon».
Έξι ώρες νωρίτερα, ο Νιλ είχε καταφέρει να το κατεβάσει το κονσερβοκούτι χειροκίνητα, με τα χίλια ζόρια, με όλα αυτά τα λαμπάκια να αναβοσβήνουν, με τους ήχους από τις ειδοποιήσεις ασφαλείας, που βέβαια τώρα δεν τους άκουγαν ούτε στο θάλαμο προσομοίωσης ούτε στον ύπνο τους, με καύσιμο για μόλις 25 δευτερόλεπτα καύσης ακόμα, χιλιάδες μίλια μακριά από το σημείο που σκόπευαν να βρεθούν, και τώρα ο αρχηγός έμοιαζε πιο άδειος κι από το ντεπόζιτο καυσίμου. Καθόταν ακίνητος μέσα στο σκάφανδρο, αμίλητος, ό,τι κι αν του έλεγαν από το Χιούστον. Είχαν φρίξει εκεί κάτω. Έφεραν τον γραμματέα του Νίξον στην αίθουσα επιχειρήσεων να του μιλήσει. Έφεραν τον ιερέα που είχε «κλείσει» η NASA σε περίπτωση, τέλος πάντων, αποτυχίας. Έφεραν έναν στρατηγό. Καμία αντίδραση. Οι ζωτικές του ενδείξεις ήταν σχεδόν φυσιολογικές, πάντως. Φυσιολογικές, στα κάτω όρια. Όπως και η υπομονή του Όλντριν, που την τελευταία μία ώρα είχε σχεδόν ξεχάσει πια πως μέσα στο ασάλευτο σκάφανδρο υπήρχε και άνθρωπος.
– Νιλ. Έλα. Πρέπει να σηκωθείς.
Ο Άρμστρονγκ έκανε μια ανεπαίσθητη κίνηση, την πρώτη εδώ και ώρες, δείχνοντας προς το χατς της σεληνάκατου.
– Τι συμβαίνει; Τι μου δείχνεις;
– Το χατς, απάντησε ο Νιλ, αρκετά λεπτά αργότερα, ακριβώς τη στιγμή που το χέρι του Μπαζ είχε αρχίσει να γαργαλάει το διακόπτη παροχής οξυγόνου στο ζόμπι που είχε απέναντί του. Δεν θα ήταν παράξενο να πάει κι αυτό στραβά.
– Τι έχει το χατς, Νιλ; ρώτησε ο Μπαζ, αποσύροντας το χέρι από το διακόπτη, ενώ μέσα στο κεφάλι του πολλές μικρές πινέζες προσπαθούσαν, προφανώς, να βρουν διέξοδο στο διάστημα.
– Κοίτα πόσο είναι.
– Πόσο είναι;
– Μικρό.
Ο Μπαζ κοίταξε το χατς. Ήξερε ότι, πράγματι, τελευταία στιγμή είχε αποφασιστεί να μικρύνουν λίγο το άνοιγμα, γιατί έπρεπε να βολέψουν κάποια επιπλέον καλώδια της κάμερας.
– Και;
– Δεν χωράω να βγω.
Οι πινέζες στο κεφάλι του Μπαζ αποφάσισαν να δοκιμάσουν την διατρητική τους ικανότητα και στην περιοχή των ματιών του. Είχε δίκιο ο Νιλ. Δεν χωρούσε να βγει, και κυρίως, δεν θα χωρούσε να ξαναμπεί. Μετά από τόσα χρόνια προγραμματισμού και πρόβλεψης και πολέμου με τους φυσικούς νόμους, κανείς δεν σκέφτηκε να μικρύνουν και το σύστημα υποστήριξης ζωής που κουβαλούσαν στην πλάτη τους, ώστε να χωράνε να βγούνε από το χατς. Και να ξαναμπούνε. Οι Ρώσοι θα πέθαιναν στα γέλια.
Ο Μπαζ έμεινε αμίλητος. Κοίταξε από το τριγωνικό παράθυρο τη μαυρίλα του τοπίου. Δεν ήταν καν τοπίο. Ήταν σαν την ντουλάπα όπου τον κλείδωνε ο πατέρας του, ο συνταγματάρχης, για τιμωρία όποτε θεωρούσε πως τα παπούτσια του δεν ήταν επαρκώς γυαλισμένα. Τι θα του έλεγε τώρα γι’ αυτή την αποτυχία; Πού θα τον έκλεινε αυτή τη φορά; Σε καμιά ελαττωματική σεληνάκατο μήπως; Γέλασε. «Έχω έρθει εδώ πάνω, βρίσκομαι στην επιφάνεια της Σελήνης κι ακόμα σκέφτομαι τον πατέρα μου».
– Νιλ, άκου. Εγώ πρέπει να το κάνω. Έχω σκεφτεί και τι θα πω.
– Τι θα πεις; αναστέναξε το σκάφανδρο.
– «Μεγαλειώδης ερημιά». Καλό, ε;
Το σκάφανδρο ανασήκωσε το κράνος του.
– Πλάκα μού κάνεις.
– Όχι, γιατί;
Χωρίς να άλλη πει κουβέντα, ο Νιλ σηκώθηκε. Καλό παιδί ο Μπαζ, αλλά δεν το ’χει. Άκου «μεγαλειώδης ερημιά». Κρίμα ήταν.
– Φόρα το κράνος σου, είπε στον Μπαζ. Βγαίνω.
Άνοιξε το χατς, έκανε μισή τούμπα στο κενό της σεληνάκατου κι έβγαλε έξω τα πόδια του. Η μέση του ζουλήχτηκε, το σακίδιο υποστήριξης ζωτικών λειτουργιών κοπάνησε στο χείλος της τρύπας. Πάμε πάλι. Κόλλησε την κοιλιά του μπροστά, ξαναδοκίμασε. Ένιωσε την άκρη του σακιδίου να γλιστρά στο χείλος. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει, η παροχή του οξυγόνου πρέπει να είχε τσακίσει. Ξανά πίσω. Εκπνοή. Τούμπα, πόδια, γοφοί, ε όχι και «μεγαλειώδης ερημιά!, έστριψε ελαφρά, αυτή η μήτρα δεν ήταν καθόλου ελαστική, έσκυψε, έγειρε λίγο δεξιά, μα «μεγαλειώδης ερημιά»; ήθελε να αναπνεύσει, αδύνατον, δεν ανέπνεε, τα λόγια του Κολόμβου είχαν χαθεί, το ίδιο και του πρώτου προγόνου μας που άναψε φωτιά μόνος του, και τώρα που όλα καταγράφονταν, η πρώτη κουβέντα του ανθρώπου στη σελήνη θα ήταν «μεγαλειώδης ερημιά; το σκάφανδρο έτριζε, πονούσε πολύ πλέον. Στο Χιούστον ο υπεύθυνος παρακολούθησης ζωτικών λειτουργιών γούρλωσε τα μάτια του. Σφυγμοί: 160/min.
Και μετά, 80.
Πατώντας στην εξωτερική σκάλα πια, έχωσε το κεφάλι του ξανά στο χατς.
– Τι είπες ότι θα πεις εσύ; ξαναρώτησε τον Μπαζ.
– «Μεγαλειώδης ερημιά»! Μπαααα!
Ο Νιλ γέλασε. Είχε καλύτερο. Γι’ αυτό ήταν ο πρώτος.

* * *

* * *

Short stories από το dim/art εδώ!

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s