Ο τελευταίος των Σολιψιστών

Ένα καλοκαιρινό διήγημα

—του Γιώργου Θεοχάρη

il_fullxfull.372384156_6qgj

Στον Ηλία

 Έτσι που τα ’φερε η τύχη, έχω έρθει στο νησί μόνος μου. Για να μην χάσω την προκαταβολή στο ξενοδοχείο, είπα, αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια – η άλλη μισή είναι γινάτι, ένας ψυχαναγκασμός του τύπου: Εγώ θα πάω, κι ας μην έρθεις, και θα περάσω και καλά. Αλλά καλά δεν περνάω. Βαριέμαι. Μετράω ήδη στο θέρετρο (με «θ») τρεις –μεγάλες– μέρες. Κάνω μπάνιο, τρώω, διαβάζω, κοιμάμαι. Ξεκούραση. Μα ξεκούραστος ήρθα. Εδώ θα ερχόμουν, υποτίθεται, για να κουραστώ!

Τέταρτη μέρα. Ακολουθώ εξ απαθείας το τουριστικό πρόγραμμα του λοβοτομημένου: πρωινό στην ταράτσα του ξενοδοχείου, μπάνιο στην ιδιωτική παραλία του ξενοδοχείου, γεύματα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Εγκλωβισμένος στο ξενοδοχείο. Σαν να έχω παραιτηθεί στην τουριστική μου μοίρα. Μετράω μέρες λες και περιμένω την αποφυλάκιση. Αν είναι έτσι οι διακοπές, θέλω διακοπές από τις διακοπές.

Έχω αράξει στην ξαπλώστρα κάτω από την ομπρέλα (όλα παράφερνα του ξενοδοχείου, ναι) και ταλαιπωρώ το βιβλίο που έχω κουβαλήσει. Το έχω διαλέξει προσεκτικά για να λαγοκοιμάμαι μεταξύ των κεφαλαίων. Αλλά ούτε αυτό δεν έχω καταφέρει μέχρι στιγμής.

Μισοκοιμισμένος, ακούω άθελά μου τον παραλιάρχη να λέει ότι λυπάται, αλλά δεν υπάρχει ελεύθερη ομπρέλα ούτε για δείγμα. Κάνω εμπειρική επαλήθευση: οι ομπρέλες καλύπτουν μέχρι και το τελευταίο τετραγωνικό εκατοστό της μικρής παραλίας, αλλά ούτε μία δεν είναι ελεύθερη. Στρέφω το κεφάλι να δω τους άτυχους παραθεριστές. Είναι εκείνος ο νεαρός με το κορίτσι.

Τους είχα προσέξει εχθές στο εστιατόριο. Παράξενο ζευγάρι. Εκείνος μεταξύ είκοσι πέντε και τριάντα, αδύνατος, αγύμναστος και ασπρουλιάρης. Η μικρή στην εφηβεία, επίσης αδύνατη, αλλά με τον υγιή τρόπο των δρομέων μακρινών αποστάσεων. Και μελαχρινή, μαυροτσούκαλο – το ακριβώς αντίθετο του νεαρού. Εξίσου ασύμβατη ήταν και η γλώσσα των σωμάτων τους: εκείνος σαν να είχε μόλις αφιχθεί από έναν άλλο πλανήτη, καλύτερο από τούτον εδώ – κοιτούσε γύρω του σαν μην ενέκρινε το άγνωστο, ίσως και εχθρικό, περιβάλλον∙ εκείνη, πάλι, ήταν σοβαρή σαν εισαγγελέας – ή, καλύτερα, θυμωμένη σαν προκατειλημμένος εισαγγελέας. Πέρα απ’ όλα αυτά, με είχε απασχολήσει η περίπτωσή τους γιατί προσπαθούσα να καταλάβω τη σχέση τους. Ο νεαρός πολύ μικρός για πατέρας, και η μικρή πολύ μικρή για κάτι απηνώς άρρωστο. Ίσως αδέρφια, αλλά και πάλι, μεγάλη η διαφορά – και η ανομοιότητα.

Ακούγοντας το πρόβλημα, σηκώνομαι παρορμητικά από την ξαπλώστρα και προτείνω μία λύση:

«Μπορούμε να μοιραστούμε την ομπρέλα μου, αν θέλετε. Μου περισσεύει και μία ξαπλώστρα».

«Σας ευχαριστούμε πολύ! Σίγουρα δεν θα σας ξεβολέψουμε;»

«Απολύτως. Μόνος μου είμαι, η παρέα σας θα είναι μία ευχάριστη αλλαγή».

Ο νεαρός βολεύεται στη σκιά, ενώ η μικρή αρχίζει αμέσως τις ετοιμασίες. Βγάζει το σορτσάκι και την μπλούζα της και μένει μ’ ένα κίτρινο μπικίνι που, αν και τονίζει τη μελαψή της επιδερμίδα, μοιάζει κάπως αστείο έτσι που δεν γεμίζει από σάρκα όπως σίγουρα το είχε φανταστεί ο σχεδιαστής του. Μετά ζητάει το αντηλιακό. Ο νεαρός το ξεθάβει από τον σάκο του και της το δίνει. Η μικρή ψεκάζεται λεπτομερώς, σαν να επιτελεί έργο ύψιστης σπουδαιότητας. Προσπαθεί να καλύψει και περιοχές δύσκολες, όμως βοήθεια δεν ζητάει.

Ας σπάσω τον πάγο.

«Να συστηθώ. Δαμιανός».

Ο νέος σφίγγει το προτεταμένο μου χέρι υπερβολικά δυνατά για τα κυβικά του.

«Χαίρω πολύ. Νίκος».

«Χα!» κάνει η μικρή.

Ας σπάσω κι άλλο λίγο πάγο. Γυρίζω στη μικρή.

«Κι εσύ ποια είσαι;»

«Η γκομενοπαγίδα».

«Δώρα!»

Ο Νίκος κοκκινίζει, εντείνοντας το εφέ που ήδη φιλοτεχνεί ο ήλιος πάνω στο άμαθο δέρμα του. Η Δώρα τον κοιτάζει με προσποιητή απορία. Τον δουλεύει κανονικά.

«Μην την ακούτε. Αυτή είναι η Δώρα, η αδερφή μου».

«Πανδώρα!» τον διορθώνει και συμπληρώνει: «Ετεροθαλής», λες και είναι σημαντικό να μειώσει κατά το ήμισυ τον συγγενικό δεσμό.

«Καλύτερο το Πανδώρα, εδώ που τα λέμε. Αλλιώς χάνεται η ιστορία με το κουτί και σου μένουν μόνο τα δώρα», παρεμβαίνω μπας κι αποτρέψω μια κλιμάκωση.

«Εξαρτάται», λέει ο Νίκος συννεφιασμένος. «Στο τέλος τα δώρα έκαναν φτερά και της Πανδώρας τής έμεινε μόνο το κουτί».

«Και η ελπίδα», συμπληρώνω.

«Καλύτερα το κουτί παρά τα δώρα!» απαντάει η μικρή στον αδερφό της. «Και καλύτερα Πανδώρα παρά Δώρα. Εσύ σε λίγο θα με πεις και Γκιφτ Σοπ

Ετοιμόλογη και ζόρικη η Δώρα-Πανδώρα. Θα τύχει της προσοχής μου, αποφασίζω. (Η προσοχή σου θα κάνει την τύχη της, ακούω την προσοχή μου να διαφωνεί συμφωνώντας – αντίρρηση καμία.) Σιωπηρά, έχω ήδη κρίνει υπέρ της στη διαμάχη του ονόματος: δεν είναι Δώρα, αλλά Πανδώρα. Την κοιτάζω πιο προσεκτικά τώρα που είναι απασχολημένη με τον εαυτό της. Μετρημένες κινήσεις, σφιγμένες. Ύφος που σου κόβει τη διάθεση να της ανακατέψεις τα μαλλιά. Έχει καταπιεί το παιδί μέσα της. Συνθήκες ωρίμανσης μη φυσιολογικές, μαντεύω. Παιδί-σφίγγα. Επιστημονική ονομασία: «Γκομενοπαγίδα η Ετεροθαλής».

Φυσικά, τα συμπεράσματά μου είναι βιαστικά. Το ξέρω. Χρόνιο ζητούμενο: πώς προσθέτεις το συν για να πας από τη μόρφωση στη συμμόρφωση. Λέω από μέσα μου, σαν ξόρκι, το συνταγογραφημένο μάντρα («Κατά Λακάν / γι’ αυτό λακάν’ / κι όταν λακάν’ / λακάν’, Λακάν»), χωρίς να περιμένω ότι θα πιάσει.

«Να πάω να πέσω;» ζητάει την άδεια η Πανδώρα, συνεχίζοντας το δούλεμα.

Ο Νίκος χαμηλώνει το κεφάλι. Είτε συγκατανεύει είτε παραιτείται. Είτε και τα δύο μαζί.

«Έξω-έξω, να σε βλέπω», λέει στην πλάτη της με φωνή ίσα που ακούγεται.

Η μικρή φεύγει αγέρωχη, κάνοντάς του ένα καθησυχαστικό νεύμα, το οποίο καθόλου δεν καθησυχάζει τον Νίκο: τον βλέμμα του την ακολουθεί με την ένταση ευσυνείδητου ναυαγοσώστη. Αναστεναγμός.

«Μην ανησυχείς, αυτή η θάλασσα είναι ρηχή μέχρι πολύ μέσα».

«Και σε μια κουταλιά νερό–», λέει, και άδικα περιμένω τη συνέχεια.

«Να κεράσω καφέ;»

«Ευχαριστώ, μόλις ήπια».

Και μ’ αυτά τα λόγια βγάζει από τον σάκο ένα βιβλίο και ξαπλώνει. Τι διαβάζει; Την Ηθική του Σπινόζα! Τυπικό ανάγνωσμα παραλίας, δεν λέω – σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Ανοίγω κι εγώ τη δική μου σαβούρα, και κάνουμε πως διαβάζουμε.

umbrellas

Ώρες αργότερα, τα πράγματα είναι καλύτερα. Έχουμε πιει κάνα-δυο ουζάκια κι έχουμε περάσει στον ενικό (εκείνος δηλαδή, γιατί εγώ δεν έχω πληθυντικό με μαγιό). Τώρα έχω μάθει αρκετά για την περίπτωσή τους. Ο Νίκος είναι Ελληνοϊταλός, από πατέρα Ιταλό και μητέρα Ελληνίδα. Η μαμά-Σοφία παντρεύτηκε στο Τορίνο όσο σπούδαζε εκεί αρχιτεκτονική. Μαζί με το πτυχίο πήρε και διαζύγιο. Έκτοτε ο Νίκος μοιράστηκε σε δύο πατρίδες. Σπούδασε στην Αθήνα φιλοσοφία, μεταπτυχιακό στο Τορίνο, και διδακτορικό πάλι στην Αθήνα. Πολλά πτυχία και όλα στην ώρα τους. Προοπτικές: θολές. Ήτανε στραβό το γνωστικό αντικείμενο, το έφαγε κι η κρίση.

Στο μεταξύ, η μάνα του ξαναπαντρεύτηκε και ξαναχώρισε. Από τον δεύτερο γάμο προέκυψε η Πανδώρα. Τώρα η αρχιτεκτόνισσα έχει πάει ταξίδι του μέλιτος με τον τρίτο σύζυγο, τον φαρμακερό, σε μέρη εξωτικά και απλησίαστα. Ο πατέρας τής Πανδώρας αρνήθηκε να κάνει το χατίρι στην πρώην του (από καθαρή κακία) και να πάρει την κόρη του για όσο καιρό εκείνη θα έλειπε, κι έτσι, εκ των πραγμάτων, η μικρή ξέμεινε με τον Νίκο.

«Το χρωστούσα στη μάνα. Έχει ταλαιπωρηθεί τον τελευταίο καιρό».

«Και δεν είναι ζόρι να φέρεις βόλτα τη μικρή; Φαίνεται τρομερή περίπτωση».

«Μπα, κανένα. Είναι πολύ ώριμη για την ηλικία της. Άσε που της έχω αδυναμία».

«Και η “γκομενοπαγίδα” πού κολλάει;»

Γελάει και ξανακοκκινίζει.

«Παλιό οικογενειακό αστείο. Όποτε ήθελε να μου τη φορτώσει η μάνα μας, μου ανέλυε τα πλεονεκτήματα της γκομενοπαγίδας. Οι γυναίκες, δήθεν, τσιμπάνε ευκολότερα το δόλωμα όταν ένας άντρας συνοδεύεται από ένα πιτσιρίκι. Το πιτσιρίκι μεγάλωσε, αλλά δε χάνει ευκαιρία να μου κάνει τη σχετική πλάκα. Δε βαριέσαι, χαλάλι της».

umbrellas

Τρίτο ούζο.

«Εσύ τι δουλειά κάνεις;» με ρωτάει.

Η ερώτηση που ουδέποτε μπόρεσα να απαντήσω μονοσήμαντα. Ούτε πολυσήμαντα.

«Ελεύθερος επαγγελματίας», απαντάω, χωρίς να προσδιορίσω σε ποιο επάγγελμα έχω χαρίσει την ελευθερία μου. Δεν λέω ψέματα, απλώς όχι όλη την αλήθεια. Γενικά αποφεύγω να λέω σε αγνώστους ότι έχω έναν μικρό πλην δραστήριο εκδοτικό οίκο. Με τα χρόνια έχω μάθει πώς ν’ αποφεύγω τις κακοτοπιές. Ο Νίκος, παιδί ευτυχούς τυχαίας αγωγής, ευτυχώς δεν ζητάει διευκρινίσεις.

«Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα;» ρωτάω με τη σειρά μου.

«Λόγω ιταλικής ιθαγένειας γλιτώνω το στρατό. Καλό αυτό. Παρακάτω δεν ξέρω. Νομίζω ότι δεν μου ταιριάζει η ακαδημαϊκή ζωή – χώρια που είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρω κάτι έτσι που έχουν τα πράγματα. Ίσως γράψω τίποτα. Δεν ξέρω».

Αμάν! Ο επαγγελματίας μέσα μου βυθομετράει τα νερά: βαθιά μετ’ υφάλων. Αντί σχολίου, παραγγέλνω ούζι. (Ούζα! Ούζα, μωρή γλώσσα, τάχαμου λανθάνουσα!)

umbrellas

Το βράδυ, όπως έχουμε κανονίσει από νωρίς, βρισκόμαστε στο εστιατόριο να δειπνήσουμε παρέα. Η Πανδώρα τρώει όσο ο αδερφός της κι εγώ μαζί. Όταν επιτέλους χορταίνει, βγάζει ένα βιβλίο και μας βαριέται με στιλ. Ξεκλέβω τον τίτλο: Η Ζαζί στο μετρό του Ραιημόν Κενώ, σε μια έκδοση πιο παλιά από την ίδια. Υποψιάζομαι ότι η επιλογή είναι του μεγάλου αδερφού, κάτι στο πλαίσιο μιας ομοιοπαθητικής θεραπείας ίσως. Δεν είναι κακή ιδέα.

«Πόσων χρονών είσαι, Πανδώρα;»

«Δεκατεσσάρων».

«Δεκατριών», λέει ο Νίκος.

«Σχεδόν δεκατεσσάρων! Domenico

Κοιτάζω τον Νίκο με απορία.

«Το βαφτιστικό μου», με διαφωτίζει σαν να ζητάει συγγνώμη. Επιστρέφω στην Πανδώρα με νέες, πρωτότυπες ερωτήσεις:

«Γυμνάσιο;»

«Του χρόνου Τρίτη, και τέλος. Μόνο μη με ρωτήσετε ποιο είναι το αγαπημένο μου μάθημα, εντάξει;» λέει και ξαναγυρίζει στο βιβλίο της.

Ο Νίκος μού κάνει νόημα να μην ασχοληθώ άλλο με το θέμα. Ακούω τη συμβουλή του και αλλάζω κουβέντα:

«Λοιπόν, για πες μου για το θέμα της διατριβής σου».

Η Πανδώρα κλείνει το βιβλίο με θόρυβο και σηκώνεται.

«Πάω στο Internet café να τσεκάρω τα διάφορα», λέει και αποχωρεί.

«Μπορεί να γίνει ανυπόφορη όταν θέλει. Και τώρα θέλει. Έχει ένα δίκιο, δε λέω. Ήθελε να πάει να μείνει στο εξοχικό της κολλητής της, αλλά η μάνα ήταν ανένδοτη – ούτε που ξέρω γιατί. Το πιθανότερο να έχουν τσακωθεί οι μανάδες μεταξύ τους, συμβαίνει συχνά».

«Και θα είναι έτσι συνέχεια;»

«Μπα, αύριο θα της έχει περάσει. Τρεις μέρες κρατάει η πόζα – όταν δεν φταίω εγώ∙ όταν φταίω, έχει άλλη ταρίφα».

Το οικογενειακό τους έπος διαισθάνομαι ότι έχει ενδιαφέρον, αλλά πάει καιρός από τότε που επιζητούσα (σχεδόν προκαλούσα) προσωπικές εκμυστηρεύσεις. Δεν αντέχω ν’ ακούω για τα προβλήματα των άλλων (ανταποδοτικά, δεν φορτώνω τους άλλους με τα δικά μου).

Έχουμε αποφάει, αλλά συμφωνούμε να παραγγείλουμε άλλο ένα μπουκάλι κρασί και φρούτα. Εκεί απάνω, ξαναρωτάω για τη διατριβή του, ελπίζοντας να εμπλακούμε σε μιαν άχρηστη φιλοσοφική συζήτηση, η οποία, του οίνου συνεπικουρούντος, θα μας στείλει μια ώρα αρχύτερα για ύπνο.

«Ο τίτλος της είναι: “Η περίκλειστη γνώση: Διερεύνηση των Συνθηκών υπό τις οποίες ο Επιστημολογικός Σολιψισμός συμπίπτει με τον Καθαρό Ρεαλισμό”».

Με κοιτάει περιμένοντας να με δει μπερδεμένο. Του κάνω τη χάρη:

«Πολλές μεγάλες και άγνωστες λέξεις».

«Σου είπα, έφαγα τρία χρόνια από τη ζωή μου –για να μην πω εννιά– ασχολούμενος με κάτι παντελώς άχρηστο».

Του λέω ότι αυτό καλύτερα να το αφήσει στην κρίση των άλλων και τον παροτρύνω να μου πει παραπάνω για το θέμα.

«Δεν μου είναι ευχάριστο να μιλάω γι’ αυτό. Πια. Με δυο λόγια, ο σολιψισμός είναι μια γελοία φιλοσοφική ιδέα που λέει ότι το μόνο πράγμα που υπάρχει στα σίγουρα είναι το μυαλό του σκεπτόμενου υποκειμένου. Από τον ορισμό του και μόνο είναι σαφές ότι τον σολιψισμό δεν μπορείς ούτε να τον καταρρίψεις ούτε να τον υπερασπιστείς. Εδώ τελειώνει κάθε συζήτηση».

«Και σου πήρε εννιά χρόνια για να φτάσεις στο προφανές;»

«Χα χα χα! Όχι βέβαια! Δεν ήταν αυτό το θέμα. Κάτσε να σ’ το πω αλλιώς. Δεν υπάρχουν σολιψιστές, ποτέ δεν υπήρξαν. Η ιδέα είναι εξωφρενική. Και όμως, δεν μπορούμε να την καταρρίψουμε με τη λογική. Όσοι προσπάθησαν έφαγαν τα μούτρα τους – διαχρονικά».

«Ναι, αυτό το καταλαβαίνω. Αφού ό,τι υπάρχει, υπάρχει μόνο στο μυαλό μου δεν μπορεί να υπάρξει απόδειξη περί του αντιθέτου, γιατί κι αυτή δεν είναι παρά κατασκευή του δικού μου μυαλού. Κάτι τέτοιο;»

«Ναι, κι έτσι λειτουργεί το επιχείρημα. Αλλά ούτε και να το υπερασπιστείς μπορείς. Ο μεταφυσικός σολιψισμός αρνείται την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου και των άλλων νοών. Το απόλυτο αδιέξοδο. Αλλά εγώ ασχολήθηκα με τον πιο ήπιο επιστημολογικό σολιψισμό που λέει ότι η γνώση οποιουδήποτε πράγματος έξω από το μυαλό μου είναι αβέβαιη. Δηλαδή, ο εξωτερικός κόσμος και οι άλλοι νόες δεν μπορούν να γνωσθούν, και είναι λογικά δυνατόν να μην υφίστανται έξω από το μυαλό μου. Το τέλος της γνώσης, υπό μία έννοια».

Αν υπάρχει μία φράση που μισώ (και μακάρι να ήταν μόνο μία), αυτή είναι η «υπό μία έννοια». Τη θεωρώ συνώνυμη του «στρίβειν διά του αρραβώνος». Εντούτοις, δεν λέω τίποτα, τον αφήνω να συνεχίσει.

«Αλλά ούτε ο επιστημολογικός ήταν το θέμα μου. Δεν υπάρχει τίποτα να πει κανείς για τον σολιψισμό, για οποιαδήποτε εκδοχή του. Εκείνο που προσπάθησα να κάνω ήταν να δω αν μπορεί –και πώς μπορεί– ο επιστημολογικός σολιψισμός να ταυτιστεί με τον καθαρό ρεαλισμό».

«Και μπορεί τελικά;»

«Μπορεί και παραμπορεί. Η απάντηση είναι μπροστά στα μάτια μας, γι’ αυτό συνήθως δεν τη βλέπουμε. Σαν το κλεμμένο γράμμα του Πόε».

Να και η λογοτεχνική αναφορά. Το παλικάρι έχει γεμίσει την εργαλειοθήκη του με λογιών λογιών διαλεκτικά καλούδια. Από κάτι τέτοια αναγνωρίζονται μεταξύ τους οι ψεύτες!

«Και ποια είναι η απάντηση;» ρωτάω, ελπίζοντας να μην ακούσω την κλασική υπεκφυγή των ειδημόνων: «Είναι μεγάλη κουβέντα»!

«Με δυο λόγια, αρκεί να απογυμνώσουμε το Εγώ από κάθε ψυχολογική του συνισταμένη και να το αντιμετωπίσουμε όχι σαν μέρος του κόσμου, αλλά σαν το όριό του. Όμως τότε αναπόδραστα μπαίνουμε σε μεταφυσικά νερά, κι εκεί ο Λόγος
–κεφαλαίο λάμδα– στέκει βουβός».

«Αδιέξοδο».

«Ακριβώς!»

Ξαφνικά, πετάγεται πάνω, ζητάει συγγνώμη και φεύγει σφαίρα. Η οπτική γωνία μού επιτρέπει να δω ότι πάει μέχρι την παρακείμενη αίθουσα με τους υπολογιστές και από την πόρτα ρίχνει μια ματιά να βρει την αδερφή του. Επιστρέφει ανακουφισμένος.

«Ξεχάστηκα με την κουβέντα. Πρέπει να έχω το νου. Ξέρεις πώς είναι».

Όχι, δεν ξέρω. Το σπρώχνω λίγο ακόμα, γιατί έχουμε ακόμα κρασί στα ποτήρια μας.

«Ναι, αλλά ο κόσμος υπάρχει, έτσι; Να ’τος!» λέω και αγκαλιάζω θεατρικά το τριγύρω μας.

«Αυστηρά μιλώντας, τίποτα σε όλο αυτό που μου δείχνεις δεν σου επιτρέπει να συμπεράνεις ότι το βλέπει ένα μάτι».

Αυστηρά μιλώντας. Δηλαδή, μου απαγορεύει να χρησιμοποιήσω το επιχείρημα του καθρέφτη. Δεκτό. Απαράδεκτο είναι το άλλο: ο φιλοσοφίζων πιτσιρικάς μ’ έχει πνίξει στο ψέμα – τίποτα απ’ όσα έχει πει μέχρι τώρα δεν είναι δικό του. Επειδή όμως ξεκίνησα την κουβέντα κάνοντας τον άσχετο, ούτε που μου περνάει από το μυαλό να τον ξεμπροστιάσω. Άλλωστε, προς τι;

«Όλο αυτό μου θυμίζει μια ταινία, το Truman Show», λέω για να μετατοπίσω κάπως το βαρύ κέντρο βάρους.

«Συμφωνώ. Είναι πολύ σχετική με το θέμα μας».

«Τι να σου πω, ρε Νίκο. Ο σολιψισμός έχει την πλάκα του, αναμφίβολα. Αλλά δε θα έχανα και τον ύπνο μου με δαύτον».

«Και πάλι συμφωνώ. Εγώ πρώτος δεν είπα ότι έχασα κάμποσα καλά χρόνια για το τίποτα;»

Εδώ διαφωνώ. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις συνήθως απαντάω με βέλος από την κυνική φαρέτρα («Είδα κι εκείνους που έχασαν κάμποσα καλά χρόνια για κάτι»), αλλά προτιμώ να μην του χαϊδέψω τ’ αυτιά, κυρίως επειδή είμαι σίγουρος ότι με τον καιρό θα εκτιμήσει τα παράπλευρα κέρδη μιας εκπαίδευσης που τώρα αδικεί θεωρώντας τη χαμένο χρόνο. Έχω σιχαθεί το ταξίδι που ντύνεται προορισμός επειδή δεν έφτασε στο τέλος: το ταξίδι δεν είναι προορισμός, σε αντίθεση με τον προορισμό που είναι. Επιτέλους, δηλαδή!

Η Πανδώρα επιστρέφει στο τραπέζι μας και κάθεται στη θέση της με τρόπο δηλωτικό της ψυχικής της διάθεσης: γκντουπ!

«Όλοι οι άλλοι περνάνε τέλεια!»

Μετάφραση: Εσύ φταις που περνάω χάλια, Domenico!

«Αποκλείεται. Οι άλλοι δεν είναι όλοι, και οι άλλοι δεν εννοούν το τέλεια με τον ίδιο τρόπο». Ο μεγάλος αδερφός έχει πιει αρκετά για να υπερασπιστεί τον χώρο του. Θεμιτό – αρκεί να μην αρχίσει να κατουράει στις γωνίες.

Η Πανδώρα με κοιτάει απεγνωσμένη. Αν διαβάζω καλά, μου λέει δύο πράγματα: πρώτον, ο φιλόσοφος προσπαθεί να κάνει απόσβεση, και δεύτερον, καλά να πάθεις κι εσύ, που κάθεσαι και τον ακούς. Κάνω μια προσπάθεια, για το καλό της πέψης όλων μας.

«Τι θα ήθελες να κάνεις αύριο, Πανδώρα; Έχεις καμία επιθυμία;»

«Θα ήθελα μέχρι αύριο να έχετε εφεύρει την τηλεμεταφορά, κύριε Δαμιανέ. Μπορείτε;»

«Ε, δεν είμαι και ο Κύρος Γρανάζης. Δώσε μου τουλάχιστον τρεις-τέσσερις μέρες».

Γελάμε. Εντάξει, δεν ξεκαρδιζόμαστε. Ακουγόμαστε μάλλον σαν τους συνεπιβάτες βάρκας που μπάζει νερά τη στιγμή που έχουν προσώρας καταφέρει να βουλώσουν το ρήγμα. Η Πανδώρα μεταφέρει το ενδιαφέρον της στα φρούτα που έχουν περισσέψει για να μη φανεί ότι συμμετέχει υπερβολικά στη γενική ευωχία.

Αρκετά γι’ απόψε, αποφασίζω ύστερα από ένα τελευταίο τσιγάρο. Σηκώνομαι.

«Δεσποινίς, κύριε. Ώρα να πηγαίνω. Πάω να τσακωθώ στο Skype».

Φεύγω εν μέσω χλιαρών διαμαρτυριών, ανανεώνοντας το ραντεβού μας για αύριο στην παραλία.

Ανεβαίνω στο δωμάτιο μου περίπου χαρούμενος. Μακάρι να είχα κάποιον να με περιμένει, έστω και για να τσακωθώ – στο Skype, έστω.

umbrellas

«Να χαρείς, Πανδώρα, μίλα μου στον ενικό. Αισθάνομαι σαν κόρη ναυάρχου».

Γελάει, άρα την έχει πιάσει την αναφορά. Για δες ο απέθαντος ελληνικός κινηματογράφος, σκέφτομαι εντυπωσιασμένος.

«Εντάξει, θα προσπαθήσω».

Είμαστε αραχτοί στις ξαπλώστρες μας. Ο Νίκος έχει πάει για μία από τις σπάνιες και εξαιρετικά σύντομες βουτιές του στη θάλασσα. Αυτό το παιδί αποφεύγει τον ήλιο περισσότερο κι από μένα. Εκείνος έχει απαγορευτικό δέρμα – δεν μαυρίζει ποτέ, ό,τι δείκτη προστασίας κι αν χρησιμοποιήσει∙ μόνο κοκκινίζει, και μάλιστα ανομοιόμορφα – φρικτό θέαμα. Εγώ δεν έχω τέτοιο πρόβλημα. Απλώς δεν γουστάρω τον ήλιο, τελεία. Η Πανδώρα, από την άλλη, μαυρίζει όμορφα και γρήγορα. Τώρα που έχει κλειστά τα μάτια της, βρίσκω ευκαιρία να την περιεργαστώ με την ησυχία μου. Τα χαρακτηριστικά της δεν είναι αρμονικά (κάπως μεγάλη μύτη και πολύ θεληματικό πηγούνι), αλλά δένουν καλά μεταξύ τους. Μακριές βλεφαρίδες και τοξωτά φρύδια. Τα μαλλιά της είναι κατάμαυρα και της πάνε έτσι κοντά και ασύμμετρα κομμένα. Τα άκρα της, όμως, είναι πραγματικά για ανθολογία. Τα δάχτυλά της φτιαγμένα για πιάνο (τα πάνω να παίζουν συνθέσεις γραμμένες για χάρη τους, τα κάτω να εμπνέουν αυτές τις συνθέσεις.) Έχει τύπο, αναμφισβήτητα. Θα γίνει όμορφη με τρόπο μοναδικό (δηλαδή, επικίνδυνα όμορφη). Το σώμα της είναι εν εξελίξει – βρίσκεται σ’ εκείνο το αδέξιο στάδιο που δεν είναι ούτε παιδικό ούτε γυναικείο, αλλά έχει προοπτικές, είναι φανερό. Επιπλέον, είναι σπίρτο μονάχο (με την έμφαση στο μονάχο). Σίγουρα έχει μεγαλύτερο IQ από τον αδερφό της. Και από μένα, πρέπει να ομολογήσω: στην ηλικία της μιλούσα τα ελληνικά σαν να ήταν η δεύτερη γλώσσα μου, τι να λέμε τώρα; Το ερώτημα είναι σε τι βαθμό την έχουν καταστρέψει διά βίου οι συγκυρίες. Όχι ότι με νοιάζει, αλλά την έχω συμπαθήσει τη μικρή. Σκέφτομαι ότι αν τότε, στα σαράντα μου, δεν τα είχα στυλώσει, σήμερα θα είχα παιδί (κόρη!) στην ηλικία της. Και καθόλου δεν θα με χαλούσε να της έμοιαζε.

«Πανδώρα, να σε ρωτήσω κάτι προσωπικό;»

Ανοίγει τα μάτια και τα στρέφει πάνω μου. Γνέφει καταφατικά χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό.

«Στη χειρότερη, δε θα απαντήσω».

«Φυσικά… Δε μου λες, θα ήταν καλύτερα αν η μητέρα σας δεν είχε την καριέρα της και ήταν περισσότερο στο σπίτι;»

«Όχι».

«Γιατί;»

«Χειρότερα θα ήταν. Δε φταίει η δουλειά της. Η μαμά μου είναι… η μαμά μου. Καλύτερα έτσι. Τουλάχιστον τώρα έχω την ησυχία μου».

Ταυτολογία και στο καπάκι κοινοτοπία. Πού είσαι, Domenico, να δεις τα χάλια μας!

«Και με τον πατριό σου, πώς λες να πάνε τα πράματα;»

«Όσο δεν ασχολείται μαζί μου, μια χαρά. Νομίζω ότι το έχει καταλάβει αυτό. Αλλού είναι το πρόβλημα. Αλλά δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό».

Πάω πάσο.

Ανακάθεται και αρχίζει πάλι το τελετουργικό του αντηλιακού. Πάει να μου την κοπανήσει. Δεν συνεχίζω. Κάπου έχει καρφώσει το βλέμμα της. Ακολουθώ τη νοητή γραμμή και εντοπίζω τον Νίκο στα ρηχά να μιλάει με μια ξανθιά. Ενδιαφέρον.

«Ο Νικολάκης κάτι έπιασε, βλέπω. Και χωρίς παγίδα», ρίχνω άδεια κι ό,τι πιάσω.

«Μμμ… Εγώ του τη γνώρισα. Ιταλίδα είναι. Μου φαίνεται ότι του αρέσει».

Άρα, λειτουργεί η γκομενοπαγίδα!

«Και πώς του τη γνώρισες, δηλαδή;»

«Της έπιασα την κουβέντα στο πρωινό, εκεί, στην ουρά με τους δίσκους. Την κάλεσα στο τραπέζι μας και του τη σύστησα. Είναι εδώ με τους γέρους της και βαριέται τη ζωή της. Σπάνιοοο!»

Να τι παθαίνει όποιος κοιμάται μέχρι αργά: χάνει επεισόδια!

«Καλά, μιλάς ιταλικά;»

«Σιγά τη γλώσσα. Έχω περάσει δύο καλοκαίρια στη Σαρδηνία με την άλλη μου οικογένεια. Και μετά ο Νίκος μού έκανε μαθήματα, κανονικά! Μπρρρ!»

Στη θεατρική απαξίωση διακρίνω ευγνωμοσύνη. Τους δένει δεσμός ιερός. Τα κωλόφαρδα! Τελικά μπορεί και να τη βγάλουν καθαρή – η μικρή τουλάχιστον∙ για τον μεγάλο δεν είμαι τόσο σίγουρος.

«Πάμε να βουτήξουμε;»

«Όχι ακόμα. Ίσως αργότερα», απαντάω, αναβάλλοντας όσο μπορώ τον ψυχαναγκασμό του παραθεριστή.

Η Πανδώρα φεύγει, αφού πρώτα φορέσει την προστατευτική της αγερωχία. Μακάρι να μην τη στραπατσάρει η ζωή πριν να είναι σε θέση ν’ αμυνθεί. Μακάρι.

umbrellas

Την άλλη μέρα, είμαστε στις ξαπλώστρες με τον Νίκο. Η μικρή έχει πάει για παγωτό με τον Ιταλό της κι έναν νεαρό Γιαπωνέζο – νέα προσθήκη στην κουστωδία της.

«Αυτός ο Ιάπωνας σα μεγάλος μου φαίνεται για να κάνει παρέα με πιτσιρίκια», λέει ο Νίκος στον ρόλο του αυστηρού αδερφού.

«Σώπα, μωρέ. Παιδάκι είναι. Πέφτεις έξω γιατί δεν ξέρεις να υπολογίζεις τις ηλικίες άλλων φυλών», λέω εγώ, ο ειδήμων.

Ο Νίκος, για να μην μπει σε τέτοια συζήτηση, βγάζει ένα σημειωματάριο και στυλό, και αρχίζει να γράφει πυρετωδώς. Το σημειωματάριο το έχω ξαναδεί: σκληρό εξώφυλλο μ’ ένα σκίτσο του Αρκά, εκείνο με τα δύο σπoυργίτια, πατέρα και γιο, από τις Χαμηλές Πτήσεις∙ μιλάει ο γιος και το μπαλονάκι λέει: «Αυτό το βιβλίο περιέχει όλες τις σκέψεις του πατέρα μου». Και οι σελίδες είναι λευκές – αναμενόμενο. Έχω περιέργεια να δω τι γράφει, αλλά δεν θέλω να πάω γυρεύοντας, οπότε δεν ρωτάω τίποτα και γυρίζω στο βιβλίο μου.

Όταν όμως σηκώνεται να πάει για μια βουτιά, μπαίνει ο διάολος μέσα μου. Είμαι περίεργος. Ad hoc, αλλά είμαι. Ενίοτε, δε, όταν η ηθική μου μ’ ελέγχει, περνάω τον έλεγχο μ’ ένα έωλο «για το καλό της λογοτεχνίας» (αμφίσημο, μα αποτελεσματικό). Φυλάσσοντας τα νώτα μου, ψαρεύω το σημειωματάριο από τον ξένο σάκο. Δεν προλαβαίνω να διαβάσω πάνω από τρεις σελίδες (και είναι γραμμένες οι μισές, δηλαδή πολλές), κι αυτό γιατί τα προς ανάγνωση δεν είναι διαγωνίως ξεπετάξιμα. Θα προσπαθήσω ν’ ανασυνθέσω από μνήμης ό,τι πρόλαβα να δω. Έχουμε και λέμε:

1.

δύο άντρες αγκαλιασμένους να κλαίνε. Πλένω τα χέρια μου, τα στεγνώνω. Τους παρακολουθώ από τον καθρέφτη. Δεν είναι ερωτικό το θέμα τους, χάνω το ενδιαφέρον μου. Ανεβαίνω τις σκάλες και σταματάω μια σερβιτόρα.

– Κάτω είναι δύο άντρες αγκαλιασμένοι και κλαίνε.

– Συμβαίνει, μου λέει και ανασηκώνει τους ώμους.

Συμβαίνει.

Γυρίζω στο τραπέζι, αλλά δεν προλαβαίνω να της πω για τους άντρες στο υπόγειο.

– Πάμε;

– Μα δεν τελειώσαμε!

– Ω, ναι, τελειώσαμε, λέει και σηκώνεται.

Αφήνω λεφτά στο τραπέζι και την ακολουθώ μπερδεμένος. Όχι, δεν συμβαίνει. Ίσως

 

2.

να την είχε γνωρίσει στο Λονδίνο τότε που προσπαθούσε να κάνει «διεθνή καριέρα».

– Στο Λονδίνο μήπως; ρώτησε.

– Δεν έχω πάει ποτέ μου στο Λονδίνο, του απάντησε. Για θυμήσου καλύτερα.

Καλύτερα να μη θυμηθώ, σκέφτηκε πικρόχολα. Η άγνωστη του μύριζε απρόσκλητο πρόβλημα.

– Παραιτούμαι!

– Δεν έχεις τέτοια επιλογή!

Τον εκνεύρισε. Γύρισε να φύγει χωρίς καν να τη χαιρετίσει, αλλά τον άρπαξε από το μπράτσο.

– Παραμονή πρωτοχρονιάς του 2004. Σ’ ένα μπαλκόνι κάπου στα Εξάρχεια. Λίγο αίμα στη μύτη. «Πόνος που δε μοιράζεται / δύσκολα λησμονιέται». Σου θυμίζει τίποτα;

Σάστισε.

– Με μπερδεύεις. Με άλλον. Είμαι άλλος. Δεν

 

3.

με γνωρίζεις πια. Δεν είσαι εσύ, δεν έμεινε τίποτα από σένα. Θεέ μου, ούτε κι εγώ είμαι αυτή που ήμουν. Ίσως να μη με γνώριζα άμα με συναντούσα. Δε φταίει ο χρόνος, ούτε η αρρώστια – φταίνε αυτά που γέμισαν τα χρόνια, όσα κάναμε και όσα αποφύγαμε να κάνουμε. Μπορείς να φύγεις τώρα, σε κανέναν δε θα λείψεις. Αυτός που θα λείψει δεν είσαι εσύ. Όχι, λάθος. Δεν «μπορείς» – πρέπει! Έγινες βάρος ασήκωτο. Δεν του μοιάζεις ούτε εξωτερικά πλέον. Φύγε! Θα βοηθήσω αν χρειαστεί. Θέλεις; Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Είσαι εδώ; Όχι βέβαια! Δεν είσαι εδώ, δεν είσαι εσύ. Είσαι αλλού και άλλος. Πώς αντέχεται

 

Αυτά είναι πάνω κάτω όσα θυμάμαι. Δεν τα έχω ανασκευάσει λέξη προς λέξη –πώς θα μπορούσα άλλωστε;– αλλά έχω μείνει πιστός στο πνεύμα.

Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, πρόκειται για ετερόκλητες ιστορίες από τις οποίες λείπει η αρχή και το τέλος. Κι αν κρίνω από το μέγεθος της καθεμιάς τους (ακριβώς όσο μία σελίδα του σημειωματάριου), ο στόχος μάλλον είναι να καταλαμβάνουν ακριβώς μία τυπωμένη σελίδα η καθεμία. Κάτι σαν υφολογικό δειγματολόγιο: γυρνάς σελίδα και πέφτεις στη μέση μια άλλης ιστορίας γραμμένης αλλιώς. Το κόλπο είναι ότι το τέλος της κάθε σελίδας σε πάει (φαινομενικώς) ομαλά στην επόμενη. Στο πολύ γρήγορο είδα ότι παρακάτω έχει ό,τι μπορεί να βάλει ο νους: θεατρικό, σενάριο, ραδιοφωνική εκπομπή, ποίημα, γράμμα, διάλογο σε chat room, πολιτικό λόγο, επικήδειο, διαφήμιση – ανακατεμένος ο ερχόμενος! Βρίσκω την ιδέα ενδιαφέρουσα, ψέματα να πω;

Όταν γυρίζει ο Νίκος, αποφασίζω να πάω γυρεύοντας τελικά και, αφού πρώτα παραγγέλνω τα επικουρικά ούζα, ρωτάω:

«Προχθές μου έλεγες ότι ο μέντοράς σου σε αποτρέπει από το ν’ ασχοληθείς άλλο με τη φιλοσοφία».

«Ναι. Και δεν έχει άδικο. Ξέρεις, ισχύει αυτό που λένε, ότι άλλο να θες να κάνεις φιλοσοφία κι άλλο να μπορείς».

Κι αυτό κλεμμένο είναι, αλλά το αντιπαρέρχομαι. Τον περί ου ο λόγος καθηγητή τον ξέρω και τον έχω σε υπόληψη. Συνήθως ξέρει τι λέει.

«Και με τι νομίζει ότι πρέπει ν’ ασχοληθείς;»

«Πιστεύει ότι πρέπει να στραφώ στη λογοτεχνία».

«Ναι, αυτό το έχω καταλάβει. Αυτό που ρωτάω είναι γιατί το πιστεύει αυτό. Του έχεις δώσει να διαβάσει τίποτα;»

«Όχι, αστειεύεσαι; Από τη φιλοσοφική μου πρόζα, υποθέτω. Για να καταλάβεις πόσο δεν κάνω γι’ αυτή τη δουλειά».

Φιλοσοφική πόζα: του ταιριάζει καλύτερα. Κάνω τόσο μεγάλη παύση που γυρίζει να δει μήπως και μου ’ρθε ταμπλάς. Σάλτο θεατράλε.

«Και τι σκέφτεσαι να γράψεις; Γιατί το σκέφτεσαι, μη μου πεις όχι!»

Με κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια, σαν να ζυγίζει μέσα του τα υπέρ και τα κατά μιας σοβαρής συζήτησης επί του θέματος με κάποιον άγνωστο και κατά πάσα πιθανότητα άσχετο (το μόνο στοιχείο που έχει για τη σχέση μου με τη λογοτεχνία είναι το σκουπίδι που διαβάζω στην παραλία και που είναι μέρες τώρα κολλημένο στην ίδια σελίδα).

«Σκέφτομαι να γράψω ένα μυθιστόρημα με ήρωα έναν παντελώς ανήθικο άνθρωπο, ο οποίος διαπράττει του κόσμου τις ανομίες, ό,τι πιο επαίσχυντο βάζει ο νους σου, γιατί ξέρει ότι ποτέ δεν θα τιμωρηθεί για καμία από τις πράξεις του. Και, περιέργως, τα καταφέρνει! Τουλάχιστον μέχρις ενός σημείου».

«Και πώς είναι τόσο σίγουρος;» ρωτάω με γνήσιο ενδιαφέρον.

«Ξέρει πως ό,τι κι αν κάνει δεν έχει καμία επίπτωση σε κανέναν άλλο, γιατί δεν υπάρχει κανένας άλλος. Δηλαδή, έτσι πιστεύει εκείνος. Είναι, βλέπεις, σολιψιστής. Προτεινόμενος τίτλος εργασίας: Ο Τελευταίος των Σολιψιστών».

Το κωλόπαιδο! Μου κάνει πλάκα! Κι εγώ που νόμιζα ότι βρήκα το χαμένο παιδί της Χάισμιθ! Νιώθω το πρόσωπό μου να καίει. Δεν μου συμβαίνει συχνά να με παίρνουν στο ψιλό – ούτε καν με τρόπο καθόλα ευγενή και άδολο, όπως καλή ώρα. Συνήθως βρίσκομαι από την άλλη μεριά της πλάκας. Τώρα που γεύομαι την εκείθεν πίκρα, τα έχω πάρει στο κρανίο. Καλά να πάθω.

«Έλα τώρα, κόψε τ’ αστεία», λέω προσπαθώντας να μη βγάλω κακία.

«Καθόλου αστεία. Το φιλοσοφικό μυθιστόρημα είναι στα πάνω του».

«Ρε συ, τέτοια έλεγε ο Βιζυηνός ακριβώς πριν μεταβληθεί εντός του ο ρυθμός του κόσμου. Σε τα μας τώρα;»

Βάζει τα γέλια και με συμπαρασύρει στη συγχώρεση.

«Μη πεις μου, όμως! Ωραίο θα ήταν, έστω και για πλάκα».

«Σοβαρά τώρα. Πες μου τι σκέφτεσαι. Είμαι βέβαιος ότι το έχεις παιδέψει μέσα σου».

Το σκέφτεται λίγο. Πίνει με μια γουλιά το ούζο του και το σκέφτεται ακόμα λίγο. Το βλέπω να ’ρχεται.

«Εντάξει, θα σου πω. Μια ιδέα είναι, αδιαμόρφωτη ακόμα. Σκέφτομαι ιστορίες. Δηλαδή, όχι τόσο το περιεχόμενο, όσο τη μορφή. Οι ιστορίες συνήθως έχουν αρχή, μέση και τέλος. Γραμμική εξέλιξη. Μετά λέω, τι θα γινόταν αν, ενώ έχω ολόκληρη την ιστορία στο μυαλό μου, πετάξω την αρχή και το τέλος και κρατήσω μόνο τη μέση; Αν ξεφορτωθείς τις άκρες, αυτό που μένει είναι σκοτεινότερο και με τις δυνατότητές του πολλαπλάσιες. Με τον καιρό διαπίστωσα ότι γίνεται να σκεφτεί κανείς μόνο τη μέση μιας ιστορίας. Μη σου πω ότι αυτές είναι οι καλύτερες! Μετά, μπορείς να βάλεις αυτές τις ιστορίες στη σειρά και να έχεις ένα ψηφιδωτό στη μέση του πουθενά. Και ποιο είναι το χαρακτηριστικό των ψηφιδωτών; Αν τα κοιτάς από πολύ κοντά δεν βγαίνει νόημα. Αν όμως απομακρυνθείς και δεις τη μεγάλη εικόνα, όλα μπαίνουν στη θέση τους».

Παύση. Έχει παθιαστεί, είναι ολοφάνερο. Τον πήρε ο μονόλογος και τον σήκωσε: λάμπει από την έξαψη. Δεν μου τα έχει πει όλα, αλλά είπε αρκετά – κι αυτό γιατί δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Τελικά ίσως να έχουμε κάτι εδώ. Το κάτι μπορεί να είναι από μεταμοντέρνα παπαριά για εγκεφαλικούς νάρκισσους μέχρι το δείγμα γραφής ενός πολλά υποσχόμενου παραμυθά. Γιατί λέει ψέματα με απόλυτα φυσικό τρόπο, τσεκαρισμένο. Κι έτσι χλεχλέμπουρας που δείχνει, δεν πάει το μυαλό σου ότι σε παραμυθιάζει.

Του λέω ότι θέλω λίγο χρόνο να σκεφτώ την ιδέα του και σηκώνομαι να πάω να πέσω στη θάλασσα. Να σβήσω.

umbrellas

Έχοντας πάρει κι άλλη παράταση προκειμένου να εκφράσω άποψη, πίνουμε ήσυχα και ωραία τα ουζάκια μας, και (κάνουμε πως) έχουμε ξεχάσει τη λογοτεχνία. Κάποτε επιστρέφει και η Πανδώρα με την κομπανία της.

«Από δω ο Gianmarco και ο Keigo, από κει o αδερφός μου και ο φίλος μας», κάνει ασθμαίνοντας τις συστάσεις, αναμειγνύοντας χωρίς κόπο τρεις γλώσσες. «Χαρήκατε, ξέρω. Νίκο, πέσε κάνα γιούρο, πάμε να παίξουμε αρ πι τζι».

«Για μισό. Πού θα πάτε; Και πόσων χρονών είναι τελοσπάντων ο νέος;» ρωτάει δείχνοντας με τα μάτια τον Keigo.

Η Πανδώρα γουρλώνει τα δικά της μάτια και τραβάει το σκοινί. (Μερικοί άνθρωποι μη δουν σκοινί, θα το τραβήξουν. Η Πανδώρα, π.χ. Εμένα μου πήρε λίγες μέρες να το καταλάβω, του Νίκου θα του πάρει μια ζωή.)

«Χάου oλντ αρ γιου, ρε;» γυρίζει απότομα η Πανδώρα και ρωτάει το γιαπωνεζάκι, κόβοντάς του το αίμα. Άσπρισε το παιδί προ των οφθαλμών μας.

«Σιξ– σιξτίν», ψελλίζει αθώα ένοχος.

«Έξι επί δεκάξι, εμμμ, ενενήντα-έξι! Ικανοποιήθηκες τώρα;» Έξαλλη!

Ευτυχώς που είμαι ανάσκελα κι έτσι δεν χρειάζεται να πέσω. Γελάω μέχρι δακρύων. Σε δευτερόλεπτα γελάμε και οι πέντε, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Μέχρι και οι άγνωστοι κάτω από τις όμορες ομπρέλες γελάνε έτσι που μας ακούνε. Οι πολυεθνικοί ιππότες της πλαστικής ξαπλώστρας το γλεντάμε.

umbrellas

Το βράδυ έχουμε κανονίσει να φάμε όλοι μαζί, όπως συνήθως. Αλλά πριν έρθει εκείνη η ώρα δέχομαι στο δωμάτιό μου δύο διαδοχικές επισκέψεις. Πρώτη η Πανδώρα.

«Τι συμβαίνει;»

«Τίποτα. Το βούρλο θέλει να βγει με τη Marietta και δεν πάει, λέει, γιατί δεν έχει πού να μ’ αφήσει». Χειρονομία παραίτησης.

«Ποια είναι η Marietta;» Το βούρλο ξέρω ποιος είναι.

«Η ξανθιά, μωρέ. Η Ιταλίδα. Χελόοοου

«Ε, και τι θέλει; Να με προσλάβει για μπέιμπι-σίτερ;»

«Αυτός δε θέλει τίποτα. Εγώ είπα. Μπορείτε να του πείτε να πάει και να μας αφήσει ήσυχους; Εμένα δεν με ακούει».

Το πώς γίνεται και η μικρή, με τα μισά χρόνια από τον μεγάλο, παίρνει το πάνω χέρι στη μοιρασιά των ευθυνών είναι προς διερεύνηση. Πάντως συμβαίνει. Έχει να κάνει με τη συναισθηματική διαχείριση της καθημερινότητας; Το αγνοώ. Πότε είπαμε τελείωσε η μητριαρχία;

«Καλά, θα του μιλήσω».

«Όχι να του μιλήσετε∙ να τον πείσετε!»

Σημειώνω την επιστροφή στον πληθυντικό, αλλά δεν τη σχολιάζω. Υποθέτω πως της είναι δύσκολος ο ενικός υπό ορισμένες συνθήκες. Σ’ αυτό μοιάζουμε.

Της λέω να μου τον στείλει και να το αφήσει πάνω μου.

Λεπτά μετά, έρχεται κι ο άλλος. Ντυμένος πιο προσεγμένα απ’ ότι συνήθως, αν εξαιρέσεις το μπλουζάκι με το λογότυπο Bazinga!

«Θέλω μια χάρη. Μπορείς να έχεις το νου σου στη Δώρα απόψε; Λέω να πάω μια βόλτα στη Χώρα».

Αυτός είναι που θέλει παρακάλια;

«Ευχαρίστως. Κανένα πρόβλημα».

«Δεν θ’ αργήσω. Αρκεί να βεβαιωθείς ότι γύρισε στο δωμάτιό μας, μετά είσαι ελεύθερος. Δε χρειάζεται να με περιμένεις».

«Έγινε, Νίκο. Καλά να περάσεις».

Κάνει να φύγει. Αλλά κάτι του χρωστάω.

«Για περίμενε λίγο».

Γυρίζει.

«Για δες που είναι έτοιμος να φύγει! Πας καλά, ρε; Πώς το αφήνεις το κοριτσάκι σε ξένα χέρια; Με ξέρεις κι από χτες; Μπορεί να είμαι παιδεραστής, έμπορος ανθρώπινων οργάνων, νταβατζής. Μπάτσος. Γουρούνι. Δολοφόνος!»

Με κοιτάζει έντρομος. Εδώ πληρώνονται όλα!

«Bazinga, Νικολάκη!»

Του παίρνει λίγο να ξαναβρεί το χρώμα του. Όταν σταματάω τον γύρο του θριάμβου (σύντομος ήταν έτσι κι αλλιώς), λέει για την τιμή των όπλων:

«Ίσως θα ήταν καλύτερα να μην την αφήσω…»

«Ναι, καλά! Άσε, ρε».

Τον σέρνω στο μπαλκόνι με το ζόρι και φέρνω ρακοπότηρα και το ντόπιο ρακί από την κατάψυξη. Σερβίρω και ο Νίκος κοπανάει το δικό του με τη μία – το χρειαζόταν! Ξαναγεμίζω το ποτηράκι του.

«Νίκο, έχω έναν εκδοτικό οίκο», ξεφουρνίζω ξαφνικά. Του λέω ποιον, δείχνει να τον ξέρει. «Όταν γυρίσουμε στην Αθήνα, θέλω να μιλήσουμε σοβαρά για την ιδέα σου. Εβίβα!»

Έχει μείνει ξερός. Κατεβάζει και το δεύτερο πριν προλάβω να ολοκληρώσω την πρόποση. Φτάνει – μην τον στείλω στο ραντεβού κουδούνι!

«Άντε τώρα, πήγαινε. Και χαιρετισμούς στη Marietta».

Φεύγει άφωνος. Όχι που θα μου γλίτωνε!

umbrellas

«Επιτέλους μόνοι!»

Η Πανδώρα το λέει, όχι εγώ.

Δείπνο για δύο, λοιπόν. Ποιος να μου το ’λεγε ότι θα χαιρόμουν την παρέα μιας πιτσιρίκας που θα μπορούσε να είναι εγγονή μου. (Στην Ινδία ίσως, αλλά και πάλι.) Στο ευαγγέλιο των προσωπικών μου στερεοτύπων αυτές οι ηλικίες ανήκουν (ανήκαν) στο προγλωσσικό στάδιο. Αναρωτιέμαι αν η Πανδώρα είναι η εξαίρεση. Πιθανώς όχι. Έχουν κάτι τα σημερινά πιτσιρίκια που πρέπει να το εξετάσω. Ας το πω, πρόχειρα, θεσμοθετημένα άδηλο μέλλον: λίγο είναι;

Τσουγκρίζουμε. Εγώ λευκό κρασί, εκείνη ένα ζαχαρώδες μαυροζούμι.

«Στον Νίκο», λέω.

«Στη Marietta», λέει. Touché.

 Περιέργως πώς, όσο τρώμε μιλάμε για κινηματογράφο. Θέλω να καταλάβω τι στην ευχή βρίσκει ενδιαφέρον στις ελληνικές ταινίες του ’60. Απ’ όσο ξέρω, η γενιά της έχει ξεκολλήσει. Το επιβεβαιώνει, αν και με δικά της λόγια εντοπίζει τη διαχρονική τρύπα των γενικεύσεων. Στη συνέχεια, κάνει μερικές σωστές παρατηρήσεις για τις τρέχουσες τηλεοπτικές σειρές και τις λίγες καινούργιες ελληνικές ταινίες που έχει δει. Φρέσκια ματιά. Άγουρη, αλλά καίρια. Γιατί χάνεται αυτή η φρεσκάδα μόλις μπαίνουμε στην παραγωγή; (Ξέρω∙ γιατί μπαίνουμε στην παραγωγή, γι’ αυτό!)

Φτάνουμε στο επιδόρπιο μες στην καλή χαρά. Θα μπορούσαμε άνετα να πάμε για ύπνο, θεωρώντας τη βραδιά ευχάριστη. Έλα όμως που έχω πάρει τον ρόλο μου σε σκληρή ακρόαση, και όχι επειδή ήξερα κάποιον που ήξερε κάποιον. Και τι ρώτησα για να πυροδοτήσω τη βόμβα; Κάτι εντελώς αθώο:

«Τι λες, θα τα βγάλεις πέρα;»

Αν απαντούσε –ώριμα–, «ναι, μην ανησυχείς», ή αν έμενε στη γραμμή άμυνας, «χελόοοου!», θα είχαμε πάει για ύπνο, αυτάρκεις μέσα στις ανεπάρκειές μας. Αλλά προτίμησε να πει αυτό που πραγματικά σκεφτόταν:

«Δεν ξέρω».

Ανακάθομαι. Δεν εκπλήσσομαι συχνά στη ζωή. Βαριέμαι εύκολα. Και είμαι βαρετός εξ αντανακλάσεως – ή εγγενώς (δεν είναι της ώρας). Όταν ξαφνιάζομαι, όμως, χαίρομαι – περίπου όπως οι καταδικασμένοι όταν ακούνε μετά την καμπάνα ότι η ποινή τους είναι με αναστολή. Δε λέω τίποτα, της δίνω τον χρόνο που θέλει.

«Μέχρι τώρα είχα δύο οικογένειες. Στην Αθήνα τη Σοφία –έχεις ακούσει–, τον Πέτρο και τον Νίκο, και στο Τορίνο τον πατέρα, τη μητριά και τ’ από κει μεριά ετεροθαλή του Νίκου. Τώρα έχω και τρίτη, τον Χαράλαμπο συν τα δικά του παιδιά. Έλεος κάπου!»

Μεγάλη παύση. Κάτι πρέπει να πω, αλλά τι; Αυτά παθαίνει όποιος δεν μαθαίνει έγκαιρα τον ρόλο του! Αυτοσχεδιάζω:

«Η Σοφία, αν και δεν την ξέρω, δεν μπορεί παρά να θέλει το καλό σου. Και ο Νίκος σε αγαπάει, αυτό το ξέρω σίγουρα. Για τους άλλους δεν μπορώ να πω. Όπως και να ’χει, δε βλέπω γιατί να σε ανησυχεί το πλήθος των πατριών, μητριών, ετεροθαλών και τα ρέστα. Σε τέσσερα χρόνια θα μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις. Δε νομίζω ν’ αλλάξεις χαρακτήρα στο μεταξύ. Ως προσωπικότητα έχεις ολοκληρωθεί. Αν δεν κάνεις χοντρές μαλακίες μέχρι να βγεις από την εφηβεία, θα είσαι αυτή που είσαι και τώρα».

Αυτό το τελευταίο μου ξέφυγε, το μετάνιωσα με το που το είπα. Είναι σα να λες στον ναυαγό που του στέρησαν το σωσίβιο, έλα ρε, άλλοι πληρώνουν χοντρά για τέτοια θάλασσα.

«Δεν ξέρω. Και δεν ξέρω γιατί τα λέω σε σένα». Βεβιασμένο χαμόγελο. «Έχω μπερδευτεί. Είμαι μονίμως στη μέση των προβλημάτων άλλων. Πότε θα γίνω εγώ το πρόβλημα;»

Ποιο παιδί μιλάει έτσι; Τι απέγινε η γαμημένη η παιδική της ηλικία, μωρέ;

«Ο Χαράλαμπος έχει τις δουλειές του στις Βρυξέλλες, σ’ το είπα αυτό; Και η μάνα μου λέει ότι μάλλον θα μετακομίσουμε εκεί».

«Τι δουλειές;»

«Αγοράζει και πουλάει σπίτια. Χέστηκα! Αυτό είναι το θέμα; Θα με ξεσπιτώσουν!»

Μα τι, κλαίει;

«Συγγνώμη», λέει και φεύγει τρέχοντας. Κοιτάζω τριγύρω σαν χαμένος. Πού είναι το μάνιουαλ όταν το χρειάζεσαι;

umbrellas

Μετά από ώρα –δεν ξέρω πόση, πάντως αρκετή για ν’ ανησυχήσω– σηκώνομαι να την ψάξω. Δεν είναι στην τουαλέτα, ούτε στην αίθουσα με τους υπολογιστές. Τώρα; Βγαίνω έξω, ψάχνω παντού. Σκατά, μια δουλειά μ’ έβαλαν να κάνω και τα σκάτωσα.

Περασμένα μεσάνυχτα, ανεβαίνω στην ταράτσα που σερβίρουν το πρωινό (“Rise & Shine” το λένε, τρομάρα τους). Δεν έχει φως άλλο από εκείνο του φεγγαριού, αλλά τη βλέπω να κάθεται στην άκρη, με τα πόδια στο κενό. Πλησιάζω κάνοντας διακριτικό θόρυβο (ούτε να την τρομάξω έτσι ούτε να την τρομάξω αλλιώς – πώς το λένε αυτό;).

Σταματάω σε απόσταση ικανή (θεωρητικά) για να τη βουτήξω αν χρειαστεί, και ρωτάω με φωνή που δεν αναγνωρίζω:

«Σκέφτεσαι να βουτήξεις;»

«Όχι ακόμα. Ίσως αργότερα».

Αναγνωρίζω τον κώδικα. Με τον τρόπο της (τον τρόπο μας) μου λέει να μην ανησυχώ. Εντάξει. Για την ώρα, αν μη τι άλλο, γιατί ποτέ κανείς δεν ξέρει πότε ακριβώς είναι αργότερα. Πάω και κάθομαι δίπλα της. Πολλά πόδια στον αέρα τώρα.

«Κύριε Δαμιανέ…»

«Ακούω».

«Έχεις παιδιά;»

«Όχι, δεν έτυχε».

«Να, αυτό δεν το καταλαβαίνω».

«Ποιο;»

«Πάνε και κάνουν παιδιά όλοι οι άκυροι, η μάνα μου, ο πατέρας μου, ο Χαραλάμπης, οι πάντες, κι εσύ, που θα έπρεπε, δεν έχεις».

Δεν απαντάω για να μη χαλάσω τη στιγμή. Αυτό είναι το πιο κοντινό σε φιλοφρόνηση που μπορεί να μου κάνει η Πανδώρα. Και το εκλαμβάνω ως δώρο ακριβό.

«Θα τα λέμε καμιά φορά, αν μείνω τελικά στην Αθήνα;»

«Αμέ!»

«Αλλά και να φύγω, πάλι μπορεί να τα λέμε, ε; Δεν είπες ότι έχεις Skype;»

«Απ’ όλα έχω, μην ανησυχείς. Γέρος είμαι, όχι πεθαμένος».

Της ρίχνω μια τόση δα μπουνίτσα στον ώμο – η μόνη σωματική επαφή που βρίσκω ταιριαστή υπό τις περιστάσεις. Γελάει – εντάξει, δεν είναι και το γέλιο της αρκούδας, αλλά είναι γέλιο. Όλα θα πάνε καλά.

Καθόμαστε εκεί για λίγο ακόμα, και κοιτάμε τη θάλασσα.

168692_1727812031845_1741492_n* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Short stories < Γράφω γράφω τον καημό μου

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.