Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 7ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 7ο: Ελένη Κεχαγιόγλου]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA.  βρίσκεται δολοφονημένος κάπου στην Ηλεία. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ.

 * * *

«Ρε συ, μαλάκα Νασόπουλε, τι είναι αυτά, ρε καραγκιόζη; Πώς θα τα δικαιολογήσω τώρα εγώ στον μεγάλο, μου λες; Πώς θα το σώσω το τομάρι σου πάλι, ρε πούστη μου;» φώναζε εκτός εαυτού ο διευθυντής του Ilis FM Τάκης Βελόπουλος, όλο και πιο κόκκινος, σαν η πίεσή του να ανέβαινε σαρκαστικά την κλίμακα προς το εγκεφαλικό δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, και σαν να ’ταν το επερχόμενο αυτό εγκεφαλικό που τον υποχρέωνε να σείει την εφημερίδα που κρατούσε διπλωμένη στα δυο. Ώσπου, στο τέλος της φράσης του, η εφημερίδα λες και απέδρασε ζαλισμένη από τα χέρια του, για να προσγειωθεί ημιθανής στα πόδια του αστυνομικού ρεπόρτερ Παύλου Νασόπουλου.

«Καφέ θα πιούμε;» είπε ο Νασόπουλος πνίγοντας το χασμουρητό του, για να μην εξοργίσει ακόμη περισσότερο τον ήδη εν εξάλλω πρώην διευθυντή του, που οι ρυτίδες του θυμού τον αγρίευαν πολύ. Ήταν περισσότερα από δέκα χρόνια μεγαλύτερός του, αλλά έδειχναν συνομήλικοι – ε, όχι, ο Νασόπουλος δεν θα παραδεχόταν ότι όποιος δεν τους γνώριζε θα τον περνούσε και για μικρότερό του ακόμη. Σιγά! Είχε απλώς την εμφάνιση του 65χρονου φλώρου σκαφάτου, με τα πόλο, τα αρμάνι τζιν και τα σεμπάγκο, που έχει αποφοιτήσει από την Οξφόρδη – αν και ο Βελόπουλος τσάτρα-πάτρα, και ύστερα από 8 χρόνια, κατάφερε να πάρει πτυχίο από τη ρημάδα τη Νομική, μαζί με τη μεταπολίτευση, το 1974. Στον Πύργο, τον κοίταζαν με μισό μάτι: Ρε μπας και ήταν απ’ αυτούς τους μουσάτους με τας “προοδευτικάς απόψεις”; Έφτυσε αίμα να τους πείσει ότι ουδεμία σχέση είχε με τους «κομμουνιστάς» που εναντιώθηκαν στην Εθνοσωτήριο. Και άσε που, μέχρι να μεγαλοπιαστεί, είχε να αντιμετωπίσει και την υπεροψία των πρωτευουσιάνων προυχόντων που δεν καλοδέχονταν στους κόλπους τους το χωριατάκι από τον Αστρά – όσο κι αν εκείνος πάσχιζε να τους πει ότι το χωριό του είχε την τιμή να γίνει ποίημα από τον ευπατρίδη λογοτέχνη του Πύργου Θεόδωρο Ξύδη: Αστρά, περήφανε Αστρά / βαθιά θεμελιωμένε / που καμαρώνεις άσειστος / ωραίε κι αγριεμένε. / Κρύβεις απέθαντες ψυχές / μες στα πυκνά σου ελάτια / και δείχνεσαι στον ουρανό / σαν ουρανός με μάτια… κ.λπ. κ.λπ.

«Καφέ θα πιούμε;» επανέλαβε ο Νασόπουλος που, καθώς χάθηκε στις σκέψεις του, δεν ήταν σίγουρος αν είχε απευθύνει ήδη το ερώτημα, ήταν εξάλλου εξουθενωμένος. Και κατάπιε τη συνέχεια της φράσης που σχηματίστηκε με δική της πρωτοβουλία στο μυαλό του: «Έφυγα άρον άρον χαράματα από το ωραίο μου κρεβατάκι στο «Mare Nostrum», για να τσακιστώ να ’ρθω στο κωλονεοκλασικό σου στην κωλοΚαραϊσκάκη σου, που το αγόρασες αγχωμένος να περνάς για “παλιό χρήμα”…»

«Μήπως να σου βγάλουμε και πρωινό;»

«Μήπως θα έπρεπε να το έχεις ήδη έτοιμο έτσι που με ξύπνησες αξημέρωτα; Όχι, λέω εγώ τώρα…»

«Ρε συ, Νασόπουλε, συγκεντρώσου, ρε Παυλάκη, το κέρατό μου, το Χριστό και την Παναγία μου!» η φωνή του Βελόπουλου, τσιριχτή τώρα ελαφρώς, δεν ταίριαζε με τη χλιδή του αγορασμένου αστικού περιβάλλοντός του, όσο και αν την απορροφούσαν οι βαριές κουρτίνες.

«Εντάξει. Αλλά, όσο να πεις, συγκεντρώνομαι καλύτερα με λίγη καφεΐνη να συνοδεύσει τη νικοτίνη μου στις 5 το πρωί…»

«Από σήμερα, που το γκομενάκι σου θα βρεθεί στην ανεργία, και θα αποχαιρετήσει την εκπομπούλα του στο Ilis FM, και που εσύ θα πρέπει να προσέχεις και τη σκιά σου, ίσως θα πρέπει να τις κόψεις τις κακές συνήθειες… Άρχισε να συνηθίζεις!» − είπε ο Βελόπουλος, με τη φωνή του, έστω και μετά δυσκολίας, ευπρεπώς μπάσα και πάλι.

Ο δημοσιογράφος ξεφύσηξε. Στη μύτη του αισθάνθηκε τη μυρωδιά του σφριγηλού νεανικού κορμιού που εγκατέλειψε προ ολίγου στο ξενοδοχείο στη Σκαφιδιά, όπου είχαν περάσει τη νύχτα, έτσι για να αλλάξουν λίγο συνήθειες: όλο Κατάκολο και Κατάκολο… Ξύπνησε και εκείνη από το τηλεφώνημα, ελάχιστα είχαν εξάλλου κοιμηθεί, το «Mare Nostrum» σαν να αναζωπύρωσε το πάθος τους  — κι εκείνος προσπάθησε να ξεγλιστρήσει, κάπως της τα μάσησε, «από την εφημερίδα» — να δει πώς θα τα μπαλώσει μετά.

Έβγαλε το σακάκι του (η Μαρίνα τον κατακορόιδευε που φόραγε σακάκι-παντελόνι, πρωί-βράδυ, χειμώνα-καλοκαίρι), ένιωσε την καλοκαιρινή υγρασία να κολλάει πάνω του, πήρε ανάσα, και μάζεψε τη φρεσκοτυπωμένη Πρώτη από το πάτωμα. Την περιποιήθηκε, την ίσιωσε, την ξεδίπλωσε, αλλά εκείνη, προς αγενή ανταπόδοση, του πρόσφερε σαρκαστικά το πρωτοσέλιδό της:

«ΦΡΙΚΗ ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ: ΤΟΥ ΞΕΡΙΖΩΣΑΝ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ!»

και από κάτω:

«Ποια η σχέση του ντόπιου μεγαλοεπιχειρηματία με τον άτυχο Ελληνοαμερικανό;»

Ακολουθούσε ρεπορτάζ που σε 700 λέξεις δεν έλεγε τίποτα μεν, δημιουργούσε όμως εντυπώσεις, τέτοιες που με κάποιον τρόπο, έστω άρρητο, έστω άγνωστο, η στυγερή δολοφονία του Τζορτζ Καρύδης συνδεόταν με ένα «σημαίνον πρόσωπο της κοινωνίας και της… επικοινωνίας του Πύργου». Μόνο όνομα και φωτογραφία δεν συνόδευε το «ρεπορτάζ». Διότι, τότε, ίσως σήμερα η Πρώτη να εξαφανιζόταν διά παντός, ισοπεδωμένη με κάνα-δυο γκαζάκια. Εκεί όμως όπου ο Νασόπουλος ανοιγόκλεισε τα μάτια του με έκπληξη και άρχισε εκείνος να αποκτά το κόκκινο χρώμα που νωρίτερα είχε ο Βελόπουλος, ήταν όταν έφτασε στο τέλος του άρθρου. Κι αυτό, όχι για την τετριμμένη καταληκτική φράση: «Η εφημερίδα μας, σεβόμενη τους συμπολίτες μας που την εμπιστεύονται και την έχουν “βασίλισσα” του Τύπου στο νομό, θα ενημερώνει τους αναγνώστες της, και σε αυτή την υπόθεση, χωρίς φόβο και πάθος» − κατακόκκινος έγινε ο ρεπόρτερ από θυμό, έκπληξη και ταραχή όταν διαπίστωσε πως ακολουθούσαν τα αρχικά του: Π. Ν.

«Μα τι λες τώρα;» ψέλλισε ο Νασόπουλος.

«Δεν θα μας τρελάνεις, ρε Νασόπουλε. Εγώ τι λέω; Εσύ τι λες!»

«Εγώ κάτι έλεγα χθες στο άρθρο που έστειλα στην εφημερίδα, αλλά δεν ήταν καθόλου για καθόλου αυτό που διαβάζω τώρα∙ το άρθρο μου εμένα έλεγε πάνω κάτω ό,τι συμφωνήσαμε, για “επαγγελματίες εκτελεστές διεθνούς σπείρας”…»

«Νασόπουλε, άσε τα σάπια, δεν σώζεσαι έτσι. Ο μεγάλος δεν ξέρω σε ποια Ριβιέρα είναι αυτή τη στιγμή, αλλά δεν μπορώ να του πω, ναι εμείς πληρώνουμε τον Νασόπουλο για να μας “προσέχει”, ναι ο Νασόπουλος είναι αστυνομικός ρεπόρτερ στην Πρώτη, αλλά όχι ο Π. Ν. που υπογράφει το άρθρο δεν είναι αυτός… Εεε, πού πας, ρε χριστιανέ μου; Θα καούμε όλοι για χάρη σου, ρε, το πιάνεις αυτό;»

Ο Νασόπουλος, όμως, δεν τον άκουγε πια τον Βελόπουλο. Με την εφημερίδα πάντα στο χέρι, φόρεσε το σακάκι του, αν και κάθιδρος, και έσπευσε να πάει δεν ήξερε πού. Την ώρα που έκλεινε τη βαριά εξώθυρα πίσω του, έπεσε πάνω στον όγκο του αστυνόμου Λάμπρου· καλά καλά δεν τον είδε, αλλά τον άκουσε να λέει: «Μωρέ, σωστά σάς λένε αλήτες, ρουφιάνους, λαμόγια δημοσιογράφους, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη με τα μούτρα σας» − εάν έστρεφε να τον κοιτάξει, ο Νασόπουλος θα έβλεπε στο πρωινό λυκόφως τον Λάμπρου να χαϊδεύει το μουστάκι του, ευχαριστημένος με την ατάκα του. Δεν γύρισε όμως∙ στο μυαλό του αναδύθηκε από το πουθενά ο βαρύς λαϊκός στίχος: Καρδιά μου πώς αντέχεις / στα βάσανα που έχεις / και ακόμη δεν γονάτισες… που διαγκωνιζόταν με τη σκέψη: «Εμ, το ’ξερα − δεν ήταν για καλό ο ερχομός του Νίκου Παναγόπουλου στον Πύργο…»

 [ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 28 Αυγούστου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.