Χανίφ Κιουρέισι: Από τη ζωή στο χαρτί

Ο σημαντικός βρετανός συγγραφέας του Βούδα των Προαστίων μιλάει για τα ερεθίσματα, τη δημιουργική διαδικασία και τα κίνητρά του.

Πηγή: BBC Culture. Απόδοση για το dim/art: Μαρία Τσάκος

Ο Χανίφ Κιουρέισι έχει γράψει μυθιστορήματα, σύντομες ιστορίες, σενάρια και θεατρικά έργα που έχουν αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές τόσο από το κοινό όσο και από τους ειδικούς. Γιός Πακιστανού πατέρα και Αγγλίδας μητέρας, μεγάλωσε στο νότιο Λονδίνο και γνώρισε την πρώτη του επιτυχία το 1985 με το σενάριο της ταινίας Ωραίο μου Πλυντήριο για το οποίο, μάλιστα, ήταν υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου.

Το ημι-αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ο Βούδας των Προαστίων (1990) κέρδισε το βραβείο λογοτεχνίας Whitbread και μεταφέρθηκε με επιτυχία στη μικρή οθόνη από την τηλεόραση του BBC, ενώ και τα δύο επόμενα βιβλία του, το Black Album (1995) και το Οικείες Απιστίες (1999)  έγιναν θεατρικό έργο και κινηματογραφική ταινία αντίστοιχα.

Η δουλειά του περιστρέφεται κυρίως γύρω από δύσκολα θέματα όπως το φυλετικό, η σεξουαλικότητα, τα ναρκωτικά και η μετανάστευση, όπως αυτά αναδεικνύονται μέσα από προσωπικά και οικογενειακά βιώματα, γεγονός το οποίο έχει συχνά προκαλέσει τη δυσφορία μελών της οικογενείας και συντρόφων του.

To βίντεο που ακολουθεί είναι από τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Κιουρέισι στην Razia Iqbal και στην εκπομπή της Talking Books, στις 18 Αυγούστου 2013. Στο απόσμπασμα μιλάει για τη σχέση ανάμεσα στη ζωή και το γράψιμο:

«Νομίζω πως κατάλαβα, γύρω στα 17 ή στα 18 μου, κατάλαβα ότι η ιστορία τού πατέρα μου, που είναι η ιστορία ενός ανθρώπου από τη μεσαία τάξη που είχε έρθει στη Βρετανία από την ινδική υποήπειρο για να ξεκινήσει μια νέα ζωή, κατάλαβα, λοιπόν, ότι η ιστορία του δεν ήταν μόνο προσωπική. Συνειδητοποίησα πως η ιστορία του, προφανώς, αντιπροσώπευε την ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς μεταναστών, και πως κάποια από τα πράγματα που περνούσε η δική μου οικογένεια, πράγματα που είχαν να κάνουν με τον ρατσισμό, με ζητήματα ταυτότητας, κλπ., αλλά και κάποια από αυτά που περνούσα εγώ συγκεκριμένα, στο σχολείο, άρχισα να βλέπω καθαρά πως αυτός ήταν ένας καλός τρόπος να παντρέψω αυτό που ήταν προσωπικό (και οικογενειακό) με εκείνο που ήταν πολιτικό, και πως ήταν κάτι που ήθελα να κάνω, πως ήταν μια ευκαιρία που μου δινόταν.

Είδα, εξάλλου, ότι κανένας άλλος δεν πολυέγραφε για αυτά, ότι ήταν ένα τεράστιο θέμα το οποίο άλλοι δεν είχαν ακόμα προσέξει, όμως σύντομα θα το πρόσεχαν. Είδα ακόμα ότι, στην πραγματικότητα —αν και κανείς αυτά τα αντιλαμβάνεται μόνο αφότου έχουν συντελεστεί—, αυτό που ζούσαμε ήταν μια επανάσταση. Με την έννοια ότι η Βρετανία άλλαζε καταιγιστικά στο διάστημα που είχε μεσολαβήσει από το τέλος του πολέμου, τόσο με όρους φυλετικής διάρθρωσης της κοινωνίας όσο και σε ό,τι αφορά το πώς  η ίδια η χώρα αντιλαμβάνονταν τον εαυτό της. Έτσι, μπορούσες να πάρεις την ιστορία της δικής σου οικογένειας ως αντιπροσωπευτική και να την εξετάσεις μέσα από ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό πρίσμα.  Συνεπώς, ναι, άρχισα να βλέπω πως στην ιστορία της οικογένειάς μου υπήρχε κάτι σημαντικό. Πρέπει, βέβαια, να έχεις και τεχνική. Πρέπει να έχεις ταλέντο. Και πρέπει να έχεις την ικανότητα να δώσεις μορφή στο υλικό σου. Γιατί, όταν αρχίζεις να γράφεις, ουσιαστικά επανεφευρίσκεις το μυθιστόρημα.

Θέλω να πω, φέρ’ ειπείν, όλ’ αυτά δεν τα είχα συναντήσει ποτέ σε κάποιο από τα βιβλία που είχα διαβάσει. Δηλαδή, με ενδιέφερε η ποπ, τα ναρκωτικά, με ενδιέφερε η πολιτική διαφωνία της δεκαετίας του ΄60, οι διαφυλετικές σχέσεις, ο ρατσισμός κ.λπ., η σεξουαλικότητα… Και πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται “πώς θα τα βάλω όλα αυτά σ’ ένα βιβλίο; Πώς θα τα μετατρέψω σε αφήγηση;” Αυτά στριφογύριζαν στο μυαλό μου. Και δεν είναι τόσο η αυτοπεποίθηση, εδώ που τα λέμε, όσο ενός είδους τρέλα. Κάθεσαι και προσπαθείς να φτιάξεις μ’ όλο αυτό το υλικό μιαν ιστορία. Και σου παίρνει πολύ χρόνο να καταλήξεις πώς να το κάνεις. Όλα αυτά, στο τέλος, έγιναν Ο Βούδας των Προαστίων που τον έβγαλα γύρω στα τριάντα μου, ενώ τον έγραφα από την εφηβία.

Αυτό που ψάχνω, νομίζω, είναι χαρακτήρες μέσα στους οποίους να μπορώ να κατοικήσω. Χαρακτήρες που να τους πιστεύω, κατά κάποιον τρόπο. Και μάλιστα, όχι έναν μόνο αλλά έναν ολόκληρο θίασο χαρακτήρων. Θέλω να πω, ένα μυθιστόρημα, μια ιστορία, ένα φιλμ, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κατάσταση και ένα σύνολο χαρακτήρων τα οποία, το καθένα με τον τρόπο του, καθρεφτίζουν δικά σου διαφορετικά κομμάτια — όπως, φαντάζομαι, ισχύει και για τα όνειρα. Θα έλεγες πως όλα τα στοιχεία τους είναι κομμάτια σου. Κι αυτό το οποίο κάνεις είναι πως γράφεις μιαν ιστορία, και κάπως σα να προσπαθείς να τακτοποιήσεις όλα αυτά τα κομμάτια το ένα με τ’άλλο, μέχρι να βρεις μέσα στο μυαλό σου την απάντηση. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: Το να έχεις κάνει κάτι, το να έχεις δημιουργήσει κάτι που να θέλουν να το αγοράσουν, αν είσαι τυχερός. Όταν διδάσκω γραφή, πάντοτε τονίζω το γεγονός ότι, κοιτάχτε να δείτε, είμαστε στη σόου μπιζ, είμαστε στη βιομηχανία ψυχαγωγίας, δεν κάνουμε την ψυχοθεραπεία μας, ούτε γράφουμε ως άσκηση για το σχολείο. Γράφουμε για να μιλήσουμε σε κάποιον».

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία

Βιβλίο < Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.