Φωτεινή Φραγκούλη: η μαγεία των απλών πραγμάτων

Στις 28 Μαρτίου έφυγε πρόωρα η αγαπημένη φίλη και συγγραφέας Φωτεινή Φραγκούλη. Την αποχαιρετάμε με κείμενα της Δέσποινας Αντύπα, της Μαρίας Παπαγιάννη, του Βασίλη Παπαθεοδώρου, της Εύης Τσακνιά και του Γιώργου Τσακνιά. Το αφιέρωμα στη Φωτεινή περιλαμβάνει ακόμα φωτογραφίες, βίντεο, καθώς και μια συνέντευξή της στην Ελένη Αγγέλου και στο Ράδιο Αίολος 97,8 της Μυτιλήνης.

Αχιλλέας & Φωτεινή Μόλυβος 2001

Με τον πατέρα της Αχιλλέα στην είσοδο του σπιτιού της στον Μόλυβο
φωτο: Εύη Τσακνιά, 2001

Η μαγεία των απλών πραγμάτων

Μαγεία είναι οι μυρωδιές που έρχονται από την κουζίνα, το άρωμα της μαμάς μου, το γιασεμί, η βροχή όταν πέσει στο χώμα. Τα απλά πράγματα είναι η μαγεία. Όταν μυρίζουν οι κουραμπιέδες, όταν βλέπεις ένα ηλιοβασίλεμα, όταν ακούς ένα πουλί να κελαηδά , όταν βλέπεις τα πρώτα καρπούζια στα οπωροπωλεία, όλα αυτά είναι μαγεία. Και τα χέρια των ανθρώπων, όταν κάνουν το καλό, είναι μαγεία.

Στον Μικρό αναγνώστη μπορείτε να διαβάσετε και την απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης.

Η Φωτεινή Φραγκούλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Μόλυβο της Λέσβου. Σπούδασε ψυχολογία και παιδαγωγικά. Εργάστηκε στην Αθήνα ως δασκάλα στη δημόσια εκπαίδευση. Κείμενά της υπάρχουν στα Αναγνωστικά και στα Ανθολόγια του Δηµοτικού Σχολείου, καθώς και σε λογοτεχνικά περιοδικά και λευκώµατα.

Έργα της: Το χωραφάκι της αγάπης, Γνώση, 1990, Η Κυράνη του δάσους, Αλεξάνδρεια, 1993, Η Πορφυρένια και το μαντολίνο της, Αλεξάνδρεια, 1995, Το μισό πιθάρι, Ελληνικά Γράμματα, 2000, Το ταίρι της αταίριαστης, Ελληνικά Γράμματα, 2003, Οι άγγελοι των κοχυλιών, Ελληνικά Γράμματα, 2003, Το τραγούδι της Περσεφόνης, Ελληνικά Γράμματα, 2005, Εφτά ορφανά μολύβια… εφτά ιστορίες, Ελληνικά Γράμματα, 2008 (βραβείο εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου περιοδικού Διαβάζω, 2009), Κατ-γατ-καραγάτ, εκδ. Πατάκη, 2011, Ελιά στο πέλαγος, Εκδ. Πατάκη, 2015, Το πίσω μπαλκόνι, εκδ. Πατάκη, 2018.

Έφυγε από τη ζωή στις 28 Μαρτίου 2018.

(Πηγή: βιβλιοΝετ)

Το πίσω μπαλκόνι εξώφ

Το πίσω μπαλκόνι κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες, από τις εκδόσεις Πατάκη.
Εξώφυλλο: Εύη Τσακνιά

* * *

Συνέντευξη της Φωτεινής Φραγκούλη στην εκπομπή της Ελένη Αγγέλου «Προσανατολισμοί», στο Ράδιο Αίολος 97,8 της Μυτιλήνης

* * *

Για την κυρία Φωτεινή

—της Δέσποινας Αντύπα—

Η κυρία Φωτεινή επέλεξε ξανά και ξανά να είναι η δασκάλα μας. Κάθε μέρα, με προσπάθεια και πείσμα και φαντασία έμπαινε σε ένα γκρίζο σχολείο και μάς σύστηνε τα χρώματα. Μάς δίδασκε κάθε μέρα τέχνη και επιστήμη. Μάς έπαιρνε από το χέρι μία-μία και έναν-έναν και μάς έδειχνε πόσο μοναδικοί και ιδιαίτεροι θα είμαστε για πάντα για εκείνη. Μέχρι σήμερα, δεν αμφισβήτησα ποτέ ότι είμαι μοναδική και ιδιαίτερη. Η κυρία Φωτεινή, η δασκάλα μου για περισσότερα από 30 χρόνια, πάντα καταλάβαινε, πάντα έβλεπε την αλήθεια μου, ποτέ δεν αμφέβαλλε για μένα, πάντα πίστευε σε μένα. Συνειδητοποιώ αυτές τις μέρες ότι με αυτή τη μαγική αγάπη και σεβασμό μάς ανέθρεψε όλα αυτά τα χρόνια. Όλοι μαζί και ένας-ένας ήμασταν τα παιδιά της, όλα τα παιδιά του κόσμου, ικανά μόνο για το καλύτερο, επίδεκτα κυρίως αγάπης και σεβασμού, της πιο βαθιάς και ουσιαστικής παιδείας.

Η αγαπημένη μας δασκάλα Φωτεινή Φραγκούλη πέθανε πριν από τρεις μήνες. Το έργο της καθόρισε τη ζωή και τη φαντασία εκατοντάδων παιδιών, όπως εγώ ή καθόλου όπως εγώ.

Τα βιβλία της θα μάς συντροφεύουν για μία ζωή και την ευχαριστώ για αυτό. Γιατί καταρχήν μάς έμαθε πως οι συγγραφείς και οι ποιητές μπορεί να είναι οι πιο πιστοί μας σύντροφοι και η τέχνη κάθε μορφής, το σχολείο μας για μία ζωή. Επίσης γιατί γράφοντας τα, ένα κομμάτι από την πολύχρωμη ανάμνηση της θα ζει για πάντα κάπου εκεί έξω για όλα εμάς τα παιδιά της, αλλά και όποιον άλλο θα είναι τυχερός να την συναντήσει στην γραφή της.

Αλλά πιο βαθιά και πιο πολύ, πρέπει να την ευχαριστήσουμε για αυτό που ήταν.

Ευχαριστούμε, κυρία Φωτεινή, για όλα τα όνειρα, τα ταξίδια, τα πρωινά και τα απογεύματα της δημιουργίας, τις Κυριακές της πρόβας για το θέατρο, το Μόλυβο σου, τη χειραψία στο τέλος κάθε τάξης, τους χορούς και τα τραγούδια, τα αστεία, την ποίηση, τον Ελύτη στον τοίχο, τις ζωγραφιές μας, το βαθύ σεβασμό σου, τα γλαστράκια στα παράθυρα της τάξης, τα χρωματιστά σου μαντήλια, τις ιστορίες, τα αρώματα, την αδιαπραγμάτευτη αγάπη σου, την ήρεμη φωνή σου, τις ιδέες σου, όλα αυτά που μάς έμαθες, όλα αυτά που μάς έδωσες.

Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι δεν θα είσαι εκεί κάποια μέρα. Μεγάλωσα με την ασφάλεια της παρουσίας σου. Σε ευχαριστώ, κυρία Φωτεινή μου.

* Η Δέσποινα Αντύπα ήταν (είναι) μαθήτρια της Φωτεινής.

IMG_2521

Στον Ιανό, στην παρουσίαση του Ελιά στο πέλαγος
Φωτο: Γιώργος Τσακνιάς, 2016

Όταν έλεγε ιστορίες, έβρεχε ο ουρανός… κεράσια

—της Μαρίας Παπαγιάννη—

Κάθισα δίπλα στα βιβλία της Φωτεινής. Τα ξεφύλλισα ξανά, τα έβαλα στη σειρά, τα πήρα αγκαλιά. Προσπάθησα να θυμηθώ. Η αλήθεια είναι ότι την ήξερα καλά πριν τη γνωρίσω προσωπικά. Το πρώτο της βιβλίο που διάβασα, Το Μισό Πιθάρι, ήρθε να γιατρέψει μια αγωνία μου για το πώς να μιλήσω στην κόρη μου για τη γιαγιά της, όταν ήρθε ο ύπνος ο αξύπνητος και την πήρε. Κι όταν το διάβασα και το ξαναδιάβασα και σταμάτησα να κλαίω, το διάβασα και στην κόρη μου που χωρίς να κλάψει το έβαλε στη βιβλιοθήκη της. Έτσι, μ΄ ένα μισό πιθάρι, η Φωτεινή εγκαταστάθηκε στο σπίτι μας κι από τότε έγινε δικός μας άνθρωπος κι όποτε άκουγα να μιλάνε γι΄ αυτήν δεν αμελούσα να πω ότι όταν τη χρειάστηκα ήταν εκεί και με βοήθησε πολύ. Από την άλλη η Φωτεινή όταν πρωτοβρεθήκαμε μου θύμισε ότι πριν από είκοσι χρόνια είχαμε συναντηθεί οι δυο μας και το είχα ξεχάσει. Είχε έρθει στον ραδιοφωνικό σταθμό που δούλευα τότε για να βρει υποστηρικτές για την προστασία της αρχαίας Μήθυμνας. Δεν ξεχνούσε ποτέ πως τους είχα βοηθήσει.

Διαβάζοντας τα πρώτα βιβλία της Φωτεινής τη ζήλευα που είχε ένα δικό της νησί. Και μάλιστα το χωριό της ήταν ο Μόλυβος, δίπλα στην Εφταλού, μια από τις πιο αγαπημένες μου παραλίες. Σ΄ ένα ταξίδι μου στο Μόλυβο πήρα μαζί μου την Εφταλού του Βενέζη και το Τραγούδι της Περσεφόνης της Φωτεινής κι όταν τολμούσα να βουτήξω στα παγωμένα νερά έβλεπα το Μαντατοπούλι της να κάνει παρέα στον μπάρμπα Φώτη, το στοιχειό της Εφταλούς. Εκείνες τις μέρες διαβάζοντας παράλληλα δυο βιβλία που γράφτηκαν με τόσα χρόνια διαφορά είχα κάνει θυμάμαι τη σκέψη ότι το ένα εξηγούσε το άλλο. Σαν να βαδίζανε στα ίδια ίχνη. Σαν τα παραμύθια της Φωτεινής να εμπεριείχαν την Εφταλού του Βενέζη και σαν ο άλλος ο προπροπάππους να εξηγούσε κάποια πράγματα που είχα σκεφτεί κι εγώ για κείνην. Εκεί άραξε ο Θεός για να ξεφύγει έναν κόσμο που δαιμονίζεται. Λίγη γη, περιβόλια, λεύκες, λιόδεντρα, δρυς και κουκουναριές, λίγα ρόμπολα, και σκίνα και αλυγαριές. Δυο τρεις κούλες παλαιές καμωμένες από παλαιούς ανθρώπους που ήξεραν να αποτραβιούνται και να γαληνεύουν βαθαίνοντας στη λατρεία των πρώτων δυνάμεων: της γης, του νερού, του ψωμιού, του ήλιου, των δέντρων και του έρωτα. Αυτός νομίζω είναι και ο κόσμος των βιβλίων της Φωτεινής κι αυτή σ΄ αυτόν τον τόπο ήξερε να γαληνεύει και να ταξιδεύει για να φτάσει στο απόσταγμα της ζωής να το ανακατέψει με τις μυρωδιές των δέντρων, με πέτρες που ήταν σπίτια και δρόμοι με κεραμιδάκια κόκκινα και μελανά από αγγεία που έσπασαν και κάποτε είχαν μέσα τις σοδειές, και τέλος με νερό από τη μαβιά θάλασσα που ενώνει τη Λέσβο με τη χαμένη γη του παραδείσου για να πλάσει τους δικούς της ήρωες: τη Φλούδω, τον Δημητράκη με την Κερασιά του, τον Τριαντάφυλλο, τον Ποτούλη και τους άλλους τους παλιότερους, την Πορφυρένια, την Περσεφόνη, την Κυράνη, τον Αχιλλέα, την Ελένη και τον παππού της. Γιατί νομίζω ότι όλοι οι ήρωες της Φωτεινής Φραγκούλη είναι φτιαγμένοι από τα ίδια υλικά. Όλα τα «Μια φορά κι έναν καιρό» της ταξιδεύουν αμετακίνητα στον ευλογημένο τόπο της Λέσβου κι απλά αλλάζουν ίσκιους. Τη μια κάτω από τον Πλάτανο, την άλλη κάτω από την Κερασιά, και την παράλλη κάτω από τη Βελανιδιά. Κάθε ίσκιος της έχει τον δικό του τόπο κι από δέντρο σε δέντρο… ολόκληρο ταξίδι.

Κι ύστερα ήρθαν Εφτά ορφανά μολύβια κι έφεραν μαζί τους εφτά ιστορίες που τις αγάπησα πολύ. Εκεί η Φωτεινή γράφει για τα πιο πολύτιμά της, κεντάει με μεταξωτή και άφθαρτη κλωστή που την ταξίδεψε γι΄ άλλη μια φορά ο άνεμος στα φιλόξενα χέρια της. Μικρό αντίδωρο από κείνο το παλιό κόκκινο μαντήλι που είχε σκαλώσει ολομόναχο πάνω σε ένα γαϊδουράγκαθο. Κεντάει η Φωτεινή Φραγκούλη τις ιστορίες της χωρίς να κόβει, μόνο τις πλέκει όμορφα, τη μια δίπλα στην άλλη, τη μια μέσα στην άλλη κι όταν τελειώσει κάνει κόμπο και τις δένει όλες σε μια πολύτιμη φιλία, μικρό φυλαχτό για τα καινούργια χρόνια που θα έρθουν, τάμα σ΄ έναν άλλον συγγραφέα που μεταλάβανε μαζί από το ίδιο καρπούζι την ιστορία και τη μνήμη του κόσμου.

Σ΄ όλες τις ιστορίες της Φωτεινής οι ήρωες είναι άνθρωποι συνηθισμένοι αλλά μοναδικοί, κάποτε αλαφροΐσκιωτοι. Ξέρουν να εκτιμούν τα μικρά θαύματα της ζωής κι αυτή τους το ξεπληρώνει. Κάπως έτσι ήταν και η Φλούδω:

Ζούσε τα θαυμαστά της φύσης. Μυρωδιές, γεύσεις πολλές από μυριστικά και βότανα. Και ανάμεσα στα φυτά, ζώα, μικρά και μεγάλα. Έντομα, παράσιτα, ερπετά. Με όλα συμφιλιώθηκε, σε όλα επέτρεψε να μπουν στη ζωή της με νόημα και αξία. Τα χρόνια της έδωσαν χαρές παράξενες. Ακριβά μυστικά. Πολύτιμες σημασίες. Και αυτή τις μάζευε, πολύχρωμες καραμέλες, τις έκλεινε σε βαζάκια γυάλινα στα ράφια της κουζίνας της και έπαιρνε από αυτά νοστιμιές και γλύκαινε τα χρόνια της, με αλήθειες και γαλήνη.

Κι όσοι ξέρουν κι εκτιμούν αξιώνονται στο τέλος να πάρουν πίσω την αγάπη. Κάπως έτσι το λέει και η Φωτεινή στο Μισό Πιθάρι: Μόνο εκείνος που αγάπησε τα δημιουργήματα, που σεβάστηκε δέντρα και ζώα, μόνον αυτός αξιώνεται στην ανθρωπιά του μέσα να δει εκείνα που οι άδικοι στερούνται.

Όταν διάβαζα τις ιστορίες της Φωτεινής σημείωνα κι αυτό και το άλλο κι όλα που με έδεναν μαζί της. Σαν να ήξερε αυτά που σκεφτόμουνα κι αυτά που φοβόμουνα. Ένιωθα ότι και η Φωτεινή σαν τη γάτα της την Πουπέτα παρακολουθούσε τα όνειρα των ανθρώπων, τα δικά μου όνειρα και αφού δεν είχε ουρά μαγική για να μπορεί μ΄ ένα κατ γατ καραγατ να τα αλλάζει προσπαθούσε να τα φτιάξει ιστορίες. Κι όταν έλεγε η Φωτεινή ιστορίες, έβρεχε… κεράσια.

Έβρεξε ο ουρανός κεράσια! …..κι έτρεχαν τα παιδιά του χωριού μέσα στο παράξενο και μάζευαν, μάζευαν. Ύστερα έτρωγαν τη νοστιμιά του ουρανού και έγλειφαν τα δάχτυλά τους.

Σ΄ αυτήν την εικόνα όλη η ποίηση νιώθω ότι κρύβεται στην απλή πρόταση που ακολουθεί, μια μικρή ανατροπή. Όλοι είναι σαστισμένοι φυσικά με τα κεράσια αλλά η πρώτη σκέψη της αφηγήτριας δεν είναι το αυτονόητο πως γίνεται να πέφτουν κεράσια από τον ουρανό. Όχι. Άλλο σκέφτεται: Όλοι σαστισμένοι, μικροί και μεγάλοι. Γιατί ήταν εκτός εποχής, Οκτώβρη μήνα κεράσια;

Κι ύστερα όλοι λένε τη δικιά τους εκδοχή. Από πού να ΄ρθαν τα κεράσια; Εγώ θα συμφωνήσω: Πως ένα ροζ σύννεφο τα έφερε, λέει, για να νοστιμέψει η ζωή τους και να τους κάνει έκπληξη. Πως καμιά φορά γίνονται τέτοιες εξαιρέσεις για να δούμε αλλιώς τον κόσμο.

Εξαίρεση ήταν και η Φωτεινή Φραγκούλη. Γιατί έσκαβε κι έσκαβε κι ύστερα φύτευε λέξεις που όταν φύτρωναν μας έκαναν να δούμε τον κόσμο με άλλα μάτια και τη ζωή πιο νόστιμη, πιο μοναδική, πιο ποιητική, πιο πολύτιμη.

* Η Μαρία Παπαγιάννη είναι συγγραφέας

Φωτεινή. Μόλυβος 1999

Μόλυβος 1999
Φωτο: Εύη Τσακνιά

Το τηλεφώνημα

—του Βασίλη Παπαθεοδώρου—

Τη Φωτεινή είχα να τη δω χρόνια και να μιλήσω μαζί της καιρό. Είχαμε πει να βρεθούμε, να τα πούμε, να τηλεφωνηθούμε. Το ήθελα και φαντάζομαι το ήθελε κι εκείνη πολύ, όμως δεν έγινε. Λόγω αμέλειας, εξαιτίας αυτού του «άστο γι’ αύριο». Ενός αύριο που τελικά δεν ήρθε. Αρχικά ήθελα να μη μιλήσω για τη γραφή της Φωτεινής, όμως αυτό δεν γίνεται, καθώς η γραφή της δείχνει και τον άνθρωπο. Νοσταλγία κι αρχοντιά, ποιητικότητα και εικόνες, αυτά είναι που την χαρακτηρίζουν, αυτά χαρακτήριζαν και τη Φωτεινή. Πάνω απ’ όλα όμως το βασικό χαρακτηριστικό της ήταν το δόσιμο, ένα δόσιμο που δεν το έκανε από ανάγκη ή υποχρέωση, αλλά από μια έμφυτη ευγένεια. Πρόσφερε στους μαθητές της, δεν είναι τυχαίο που τη συνόδευσαν στο τέλος παιδιά από όλες τις γενιές μαθητών, δεκαοχτάρηδες και τριαντάρηδες, μαθητές Λυκείου και φοιτητές, Έλληνες και αλλοδαποί, μαζί με τους μετανάστες γονείς τους. Πρόσφερε στους αναγνώστες της. Πρόσφερε στους φίλους της. Ίσως υπερβολικά, ίσως σε βαθμό που να μην κοιτάει τα δικά της θέλω κάποιες φορές. Έχω την εντύπωση, χωρίς να μου το έχει εκμυστηρευτεί ποτέ, πως η ζωή της χρωστούσε και δεν την ξεπλήρωσε όπως έπρεπε. Αυτή η εντύπωση μπορεί και να είναι λανθασμένη, όμως το γέλιο ή το χαμόγελο της Φωτεινής έκρυβε κάποιες φορές μια μελαγχολία, κάτι που δεν ήταν εύκολο να το ερμηνεύσεις και να το καταλάβεις. Η ίδια όμως δεν έκρυβε πράγματα, της άρεσε να μιλά, να γνωρίζει άτομα, να ανοίγεται. Ανοιγόταν στον άλλον εντυπωσιακά εύκολα, όχι για να τον κερδίσει, πιο πολύ για να τον κάνει να αισθανθεί άνετα. Και να αισθανθεί και η ίδια μαζί του. Η Φωτεινή ήταν το άτομο που της άρεσε να έχει, να κάνει φίλους και να τους κρατά. Εντυπωσιάστηκα ακούγοντας ότι όταν ήταν στο νοσοκομείο, την φρόντιζε όλη η πολυκατοικία, οι γείτονες, κάνοντας βάρδιες, αναλαμβάνοντας τα τρέχοντα. Είναι μια εικόνα ασυνήθιστη πλέον, παράξενη στους πιο πολλούς ενδεχομένως. Είναι όμως μια εικόνα βγαλμένη ίσως από κάποιο βιβλίο της Φωτεινής, εκεί που η νοσταλγία μπορεί να γίνει και πραγματικότητα.

Φωτεινούλα μου, συγγνώμη για κείνο το τηλεφώνημα που δεν έγινε ποτέ.

* Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου είναι συγγραφέας

Φωτεινή & Μπαρμπαντώνης Εφταλού

Με τον μπαρμπα-Αντώνη στην Εφταλού
Φωτο: Εύη Τσακνιά, 2001

Μια φωτεινή απουσία

—της Εύης Τσακνιά—

Άκου, είπα ένα απόγευμα πριν από μερικά χρόνια στη Φωτεινή, θα σου διαβάσω τώρα εγώ μια ιστορία.

Οι γάτες, έμπειρες ακροάτριες, βολεύτηκαν αμέσως η κάθε μια στη θέση της. Καθώς σουρούπωνε, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης τις έπιασα να μυρίζουν αναστατωμένες τον αέρα, τα μουστάκια τους γύριζαν δεξιά-αριστερά σα ραντάρ, σαν να προσπαθούσαν να εντοπίσουν κάποιο άλλο αόρατο ζωντανό που μας συντρόφευε μέσα στο δωμάτιο· τα συνηθίζουν όμως αυτά οι γάτες που όλα τα μυρίζουν και τα γνωρίζουν, και έτσι συνέχισα να διαβάζω την ιστορία του Αργύρη Χιόνη:

 …Και μια μέρα, περιπλανώμενος μέσα στον ζωολογικό κήπο της  Αμβέρσας, βρέθηκα, κάποια στιγμή, μπροστά σ’ ένα τεράστιο, σιδερόφρακτο, άδειο κλουβί με μια πινακίδα στη βάση του, που έγραφε στα γαλλικά και στα φλαμανδικά: ABSENCE -AFWEZIGHEID.

  Ίσως να ήταν κάποιο βελγικό αστείο ή, πάλι, μπορεί ο επιγραφοποιός να ‘θελε να δηλώσει απλώς, με τρόπο βέβαια κάπως παράδοξο, ότι το ζώο, που όφειλε να είν’ εκεί, απουσίαζε. Εγώ ωστόσο ταράχτηκα. Είδα, ξαφνικά, να επαληθεύεται αυτό που από καιρό υποπτευόμουν ότι η Απουσία δεν είναι πουλί αλλά θηρίο ανήμερο που, σιωπηλό και άφαντο, τρώει τα σωθικά μας, ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη, μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων.*

Το ανήμερο θηρίο που που τίποτα δεν το περιγράφει καλύτερα όσο το ομώνυμο διήγημα του Αργύρη Χιόνη, που τώρα τρώει τα δικά μου σωθικά, δεν είναι δυστυχώς τα προσφυγάκια, ούτε τα μαντατοπούλια που πεταρίζουν μέσα στα βιβλία της Φωτεινής, αλλά το άδειο κλουβί της δικής της απουσίας.

Η «Απουσία» του Χιόνη, μια ιστορία που άρεσε πολύ στη Φωτεινή, εγκαταστάθηκε τώρα ανάμεσά μας, βαριά και άφαντη.
Πού να τη δεις, από πού να την πιάσεις, πώς να την ζωγραφίσεις ;

Υποθέτω πως η Φωτεινή που ήξερε κι έραβε τις ιστορίες της μ’ εκείνη την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού, που είχε εξασκηθεί μαζί με τις γάτες να πιάνει στον αέρα ακόμα και τα αόρατα νήματα που άφηναν πίσω τους οι λέξεις, σίγουρα θα είχε σκεφτεί κάποιο τέχνασμα για να γεμίσει το κενό, να υφάνει μέσα στο άδειο κλουβί μια ζεστή φωλιά — μια ιστορία για να παρηγορήσει τον θλιμμένο αναγνώστη.

Στο βιβλίο της Το πίσω μπαλκόνι,** η ποιήτρια γάτα της, η Μελένια, απουσιάζει αλλά δεν πέθανε. Άφησε, δώρο πολύτιμο, τα ποιήματά της σ’ αυτούς που έμειναν πίσω, γραμμένα στα γατικά, κρυμμένα κάτω από τη γλάστρα του πίσω μπαλκονιού, κι έφυγε για μακρινό ταξίδι· έτσι το έφτιαξαν το σενάριο η Πουπέτα κι η Φωτεινή, να στείλουν τη Μελένια την unforgettable, όπως τη βάφτισαν, στον Καναδά, ως προπομπό στο μακρύ τους ταξίδι, σ’ αυτό που και οι δυό τους θα ακολουθούσαν.

Από εκεί θα περιμένουμε πια τα νέα τους με τις καινούργιες ιστορίες και τα ποιήματα που θα καταφθάνουν μέσα σε φακέλους με γραμματόσημα πλατανόφυλλα, γιατί τίποτα δεν αφήνει στην τύχη η Φωτεινή, όλα τα έχει σκεφτεί και τα έχει ταιριάξει.

Εμείς οι αναγνώστες, μπορούμε τώρα να καθίσουμε στην πολυθρόνα, στον καναπέ, στο γραφείο, όπου βολεύεται ο καθένας, και να ψάξουμε για τα αόρατα νήματα και τις κρυψώνες μέσα στα βιβλία της Φωτεινής, γνωρίζοντας πως όλες οι ιστορίες όχι μόνο συνδέονται μεταξύ τους, αλλά δεν τελειώνουν και ποτέ· ακόμα κι όταν βρέχει ήσυχα πάνω στις λέξεις, ένα φθινοπωρινό ψιλόβροχο, τοπικά στον καναπέ.

Επιμύθιο:  Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ’ ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι’ αυτό και σ’ όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει έν’ αδειανό κλουβί γι’ αυτήν.

(Από την «Απουσία» του Αργύρη Χιόνη)

*«Η Απουσία» διήγημα του Αργύρη Χιόνη από τη συλλογή διηγημάτων του
Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη, 2008.

** Το πίσω μπαλκόνι, Φωτεινή Φραγκούλη, Εκδόσεις Πατάκη, 2018 (μόλις κυκλοφόρησε).

*** Η Εύη Τσακνιά είναι εικαστικός και εικονογράφος.

Εύβοια 1994

Γιώργος Τσακνιάς, Γιάννος Πολυκανδριώτης, Φωτεινή Φραγκούλη — Δίαυλος Ωρεών
Φωτο: Εύη Τσακνιά, 1994

Εισπνοή

—του Γιώργου Τσακνιά—

— Γιωργάκη, σκάσε, μου λέει η Φωτεινούλα στο αυτί, κλαίγοντας από τα γέλια. Σεβασμόν εις την εκλιπούσα! προσθέτει, τάχα μου αυστηρά.

Η αλήθεια είναι ότι μερικοί ήδη μας στραβοκοιτάνε. Είναι κι αυτό το χαρακτηριστικό σίγμα της, το τόσο συριστικό. Ακούγεται πολύ! Αλλά εγώ κάνω πως δεν καταλαβαίνω.

— Γιατί καλέ κυρία Φωτεινούλαααα; Ρωτάω με εντελώς ψεύτικη φωνή και εισπνέοντας αντί να εκπνέω, γεγονός που προκαλεί νέα κρίση νευρικού γέλιου.

Έχετε δοκιμάσει να μιλήσετε εισπνέοντας αντί να εκπνέετε; Το αποτέλεσμα έχει φοβερή πλάκα, ορισμένοι φθόγγοι ακούγονται πολύ περίεργα, π.χ. το σίγμα, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο. Στην αρχή στραβοκαταπίνεις, βήχεις, πνίγεσαι — άσε που δεν είναι εύκολο να υπολογίσεις τις εισπνοές, με αποτέλεσμα να γεμίζεις τους πνεύμονες αέρα στη μέση μιας λέξης και να πρέπει να διακόψεις. Θέλει πάρα πολλή εξάσκηση για να κατακτήσεις την τεχνική. Εγώ, όχι να το περηφανευτώ, αλλά είμαι πολύ καλός. Και η Φωτεινούλα, βέβαια. Και σε αυτή και σε χίλιες άλλες δύο σαχλαμάρες. Και τώρα λοιπόν μιλάμε εισπνέοντας και χαχανίζουμε και σκανδαλίζουμε τους πενθούντες. Συμβαίνει όμως κι αυτό, να σε πιάνουν τα γέλια στις κηδείες. Μάλλον είναι κάποιου είδους άμυνα.

Η Φωτεινούλα με σκουντάει, μου δείχνει μία που περνάει πιο πέρα και μου ψιθυρίζει:

— Αχού, κοίτα, μωρέλι μ’, τι φοράει αυτή, την Άρτα και τα Γιάννενα…

Η Φωτεινούλα κάνει τη σοβαρή, ότι πάει να με μαζέψει, αλλά είναι χειρότερη από μένα. Βγάζω μια τεράστια εκπνοή, γιατί σκοπεύω να πω μια μεγάλη ατάκα, εισπνέοντας πάντα:

— Σα λατέρνα είναι, αλλά μη σε νοιάζει· είναι από άλλη κηδεία, όχι τη δικιά μας…

Νέα νευρικά, βέβαια — αλλά χάνονται μέσα στο σούσουρο: βγάζουν το φέρετρο από το δωματιάκι του προσκυνήματος και το φέρνουν στην εκκλησία. Όλοι κάνουμε λίγο πίσω για να ανοίξουμε δρόμο. Σκύβω στο αυτί της Φωτεινής και της λέω με τη φωνή του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου:

— Άπαντες οι εν ζωή παριστάμενοι, τουτέστιν οι μη εισέτι τεθνεώτες, διατάσσονται όπως κάνουν ένα βήμα πίσω ίνα περάσει ο ασθενής επί της κλίνης, τουτέστιν εντός του φερέτρου, προσέχοντες πάντως όπως μη γκρεμοτσακισθώσι, εις ην περίπτωσην θα τους πάρη και θα τους σηκώση.

Ήξερα ότι χρησιμοποίησα υπερόπλο: η Φωτεινούλα γελάει τρομερά με τον Παπαδόπουλο και με βάζει να τον κάνω συνέχεια. Η πλάκα αυτή ξεκίνησε πριν από χρόνια, στον Μόλυβο: της είπα μια σαχλαμάρα με τη φωνή του δικτάτορα, κάτι σχετικά με την τουαλέτα του σπιτιού της, δεν θυμάμαι τώρα τι ακριβώς, πάντως ξεκινούσε με τη λέξη «Ο καμπινές…» Με είχε βάλει να το γράψω σε ένα χαρτί και το είχε κολλήσει στην πόρτα της τουαλέτας. Λέγαμε ότι πρέπει να το ηχογραφήσουμε και να κάνουμε μια ηχητική εγκατάσταση με φωτοκύτταρο και κρυμμένα ηχειάκια, ώστε όποτε μπαίνει κάποιος στον εν λόγω καμπινέ να ακούγεται η φωνή του Παπαδόπουλου.

Γελάμε, γελάμε, κι εγώ θυμάμαι κι άλλα από τον Μόλυβο, από την Αθήνα, από το σπίτι της και το σπίτι μου — τι να πρωτοθυμηθώ, δηλαδή. Κυρίως σαχλαμάρες. Όπως τότε, στο δικό μου σπίτι στην Αθήνα, που καθόμασταν στον κήπο και μιλούσαμε και πήγε η κουβέντα στον Γεώργιο Βιζυηνό, που τον αγαπάμε πολύ και οι δύο, κι εγώ σηκώνομαι μουρμουρίζοντας ότι επιστρέφω αμέσως και τρέχω και φοράω μια αποκριάτικη γενειάδα και μακρύ μαύρο παλτό και καπέλο και εμφανίζομαι πάλι μέσα από τα δέντρα και αλλάζω τη φωνή μου και της λέω πολύ σοβαρά: «Η κυρία Φραγκούλη; Χαίρω πολύ, αγαπητή μου, Γεώργιος Βιζυηνός» και της δίνω το χέρι· ή την άλλη φορά, στο Μόλυβο, που θα πηγαίναμε με τον Γιάννο απέναντι, στο Αΐβαλί, και μου ζήτησε η Φωτεινή να της φέρω κάτι από τη γη, οτιδήποτε, μια πετρούλα, κι εκεί που κάναμε βόλτα βρίσκομαι στην αγορά και πετυχαίνω έναν τύπο που πούλαγε κουκουναριές, παίρνω μία αλλά μετά, καθώς διασχίζαμε την κεντρική πλατεία, αρχίζει να παίζει από τα μεγάφωνα τον εθνικό ύμνο, σταματάνε τα πάντα και στέκονται όλοι προσοχή, ακόμα και από τα αυτοκίνητα κατέβηκαν, τι να κάνουμε κι εμείς, στεκόμαστε προσοχή στη μέση της πλατείας, μπροστά στο άγαλμα του Κεμάλ, με τα όπλα επ’ ώμου, ο Γιάννος με τον ναργιλέ που είχε πάρει κι εγώ με την κουκουναριά της Φωτεινούλας, την άλλη μέρα στον Μόλυβο όταν της τα διηγηθήκαμε κοντέψαμε να κατουρηθούμε από τα γέλια.

Ναι, γελάμε και σαχλαμαρίζουμε πολύ με τη Φωτεινή. Αλλά όχι μόνο αυτό: γενικά απολαμβάνουμε ο ένας την παρουσία του άλλου. Μερικοί άνθρωποι, όπως η Φωτεινή, κάνουν τεράστιο καλό στους γύρω τους: ακόμα κι όταν απλώς βρίσκεσαι κοντά τους, είναι σαν να εισπνέεις καθαρό οξυγόνο. Όπως με τις κουκουναριές.

Θυμάμαι πάλι την κουκουναριά: έμεινε για χρόνια σε ένα βαρέλι στον Μόλυβο, στο μπαλκόνι της Φωτεινής, ώσπου παραμεγάλωσε και δεν χωρούσε πια, και τώρα είναι στον δικό μου κήπο. Θυμάμαι την κουκουναριά επ’ ώμου και χαχανίζω. «Σκάσε, Γιωργάκη», την ακούω να λέει συνωμοτικά κι εκείνη. Ξεχάστηκα, η ώρα πέρασε. Η κηδεία τέλειωσε, έχουν πάει για τον καφέ. Δεν βλέπω τη Φωτεινούλα, αλλά είναι εδώ όλοι οι συγγενείς, οι μαθητές, οι φίλοι της.

— Γελάσαμε Φωτεινούλα μου, μονολογώ, εισπνέοντας βαθιά.

* Ο Γιώργος Τσακνιάς είναι ιστορικός.

* * *

IMG_2531

Στον Ιανό, στην παρουσίαση του Ελιά στο πέλαγος.
Σοφία Μαντούβαλου, Αντιόπη Φραντζή, Μαργαρίτα Ζαχαριάδου,
Δημήτρης Βανέλλης, Φωτεινή Φραγκούλη, Εύη Τσακνιά.
Φωτο: Γιώργος Τσακνιάς, 2016

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

 

 

Advertisements

«Εδώ… όλοι είναι καλά»

Δύο ποιήματα ανένταχτα σε έκδοση Απάντων του Καρυωτάκη

—του Αργύρη Nicolas Van Brussel— 

Στις 21 Ιουλίου 2018, συμπληρώνονται 90 χρόνια από το απόγευμα που ο Κώστας Καρυωτάκης φανέρωσε την τραγωδία του με τη χυδαία πράξη της εσχάτης πικρίας του. Το αίμα της πληγής και των στίχων του, άφησε ανεξίτηλο σημάδι πάνω στο αθάνατο σώμα της Ποίησης, καταργώντας έτσι το θάνατο της λήθης.

Σ’ αναζητούν απελπισμένων πλήθη,
μα εγώ θρηνώ, που δε θυμάμαι, ω Λήθη.
1

α. «Διπλή Ανάστασις», «Έχετε γεια!».

Το πρώτο ποίημα, είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Η Εθνική Χαρά, την 1η Απριλίου 1914, με τίτλο: «Διπλή Ανάστασις».

ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ

Φτωχό χωριό δροσόλουστο με τη λευκή θωριά σου!
Μια μέρα σαν και σήμερα, μια μέρα αγιασμένη
περνούσα κι’ είδα – ωιμέ – τη τόση ομορφιά σου
στα σκότια τάγρια της σκλαβιάς να χάνεται να σβένη.

Δειλά δειλά εχτύπαγε – θυμάσαι – η καμπάνα.
Οι σκλάβοι σιγολέγανε μέσα στα δάκρυα τους:
«Ω, μια Λαμπρή ελεύθερη πότε θα δούμε Μάνα;»
και με λυγμούς εσμίγανε, οι δόλιοι, τη χαρά τους.

Ένα πρωί το χώμα σου η Λευτεριά πατάει
και τώρα με Παράδεισο μικρό, χωριό μου, μοιάζεις.
Και καμπανούλα σου γοργά και χαρωπά κτυπάει
και μια διπλή Ανάστασι ονειρευτή γιορτάζεις.

«Χριστός ανέστη» ο παπάς στο εκκλησάκι ψάλλει
με μια φωνή π’ ατελείωτη στους θόλους φτερουγίζει,
«Χριστός ανέστη, βρε παιδιά» φωνάζουνε οι άλλοι
και κάθε μάτι χριστιανού από χαρά δακρύζει.
Κων. Γ. Καρυωτάκης 

φώτο 1

πηγή: Βιβλιοθήκη του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού
Αρχείου του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΕΛΙΑ).
2

Το δεύτερο ποίημα, με τίτλο «Έχετε γεια!», είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα Σκριπ την 27η Σεπτεμβρίου 1915.

ΕΧΕΤΕ ΓΕΙΑ! 

Έχετε γεια ψηλά βουνά κι’ εσείς βαθειά λαγκάδια,
χωριό μου καλοΐσκιωτο, καλόκαρδοι χωριάτες·
έχετε γεια δροσόβολα και φεγγαράτα βράδυα
θλιμμέν’ απομεσήμερα κι’ ανατολές ροδάτες·
βρυσούλες, δέντρα και πουλιά
έχετε γεια.

Με φώναξε η πατρίδα μου και πάω. Θα σας αφήσω
σπιτάκια χαμηλόσκεπα και φουντωτά περβόλια·
μπορεί ν’ ανάψη ο πόλεμος· ποιος ξέρει αν θα γυρίσω;
– καρδιά δεν έχουν τα σπαθιά κι’ είν’ άσπλαχνα τα βόλια –
Ποιο ξέρει αν θα γυρίσω πεια
έχετε γεια.


Μην κλαίτ’ εσείς αδέρφια μου, μην κλαις γλυκειά μητέρα,
ολόγρα τα ματάκια σου μην τα θωρώ καλή μου.
Κι’ όντας ακόμα μάθετε πως πέθανα κει πέρα,
δε θέλω να θρηνήσετε την τίμια τη θανή μου.
Έλα, μην κλαίτε σαν παιδιά·
έχετε γεια.
Κ. Γ. Καρυωτάκης

φώτο 2

πηγή: Βιβλιοθήκη Βουλής, τμήμα Βιβλιοθήκης Πόλεως &
Διαχειρίσεως Συστημάτων Βιβλιοθήκης
.3

β. Μία φοιτητική εξέγερση.

Το όνομα του Κώστα Καρυωτάκη εμφανίζεται σε αρκετές εφημερίδες στις εφημερίδες της εποχής σχετικά με τις φοιτητικές εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα το Μάρτη του 1914.Στην εφημερίδα Εμπρός, στο φύλλο της 16ης Μαρτίου 1914, σ.5, διαβάζουμε:

Ο ανακριτής περατώσας την εξέτασιν απήγγειλε κατηγορίαν επί υποκινήσει στάσεως, εξυβρίσει της Κυβερνήσεως, διαταράξει των έργων της Βουλής, φθορά δημοσίας περιουσίας εναντίον των κάτωθι φοιτητών·

Μεταξύ των συλληφθέντων και προφυλακισθέντων και το όνομα Κώστας Καρυωτάκης. Ενώ, παρακάτω:

Δι’ άπαντας τους ανωτέρω εξεδόθησαν εντάλματα προφυλακίσεως σήμερον δε θα μεταφερθώσην εις τας φυλακάς του Παλαιού Στρατώνος. […] Οι προφυλακισθέντες φοιτηταί θα παραμείνουν εις τον Π. Στρατώνα μέχρι το πέρατος των διεξαγομένων ανακρίσεων

φώτο 3

Από την εφ. Πατρίς, 10 Μαρτίου 1914, σ. 1.
πηγή: Βιβλιοθήκη Βουλής, τμήμα Βιβλιοθήκης Πόλεως & Διαχειρίσεως Συστημάτων Βιβλιοθήκης.

Είναι αδύνατο να επιβεβαιωθεί εάν όντως ήταν ο ποιητής ένας εκ των φοιτητών, καθώς, αναφέρεται χωρίς το πατρώνυμό του. Ίσως πρόκειται για το συνονόματο ξάδερφο του ποιητή, Κ.Ε. Καρυωτάκη. Στο κείμενο του Θανάση Β. Κούγκουλου, Μια άγνωστη φωτογραφία του Κ.Γ. Καρυωτάκη,5 διαβάζουμε:

«Ο κατά ένα χρόνο μεγαλύτερος από τον ποιητή Κώστας Ε. Καρυωτάκης (Συκιά Κορινθίας 1895 – Αθήνα 1974) είναι παιδί του κτηματία Επαμεινώνδα […].Σπουδάζει κι αυτός δικηγόρος στη Νομική Αθηνών, κάνει παρέα με τον ποιητή […]. Εντούτοις, ο Χαρίλαος Σακελλαριάδης υποστηρίζει πως ο φίλος του μετά τον πρώτο χρόνο της διαμονής του στην Αθήνα, […] μπαίνει οικότροφος στην Ιόνιο Σχολή»,

ενώ, ο Σακελλαριάδης σε κείμενό του:

«με τον διευθυντή αυτής της Σχολής Καβαλιεράτο, ο Κ. πολλές φορές ερχόταν σε λόγια, τότε που αυτός του έκανε παρατηρήσεις όταν το βράδυ ερχόταν στο οικοτροφείο αργά».6  Όπως ξέρουμε, ο Καρυωτάκης, το Σεπτέμβριο του 1913 γράφεται στα Νομικά. Άραγε, θα μπορούσε το γεγονός της – αμφισβητήσιμης – σύλληψης και προφυλάκισής του να έπαιξε ρόλο στην απόφαση των γονιών του να τον βάλουν οικότροφο στην Ιόνιο Σχολή την επόμενη φοιτητική χρονιά, δηλαδή το Σεπτέμβριο του 1914, ελπίζοντας πως έτσι θα τον περιορίσουν από παρόμοια περιστατικά;

Αξίζει να αναφερθεί κι ο δεύτερος συνονόματος ξάδερφος του ποιητή, Κώστας Δ. Καρυωτάκης, (1902 – 1968), ζωγράφος, ο οποίος δεν θα μπορούσε, για ευνόητους λόγους όπως θα δούμε, να είναι ο Καρυωτάκης των δημοσιευμάτων. Στη δημοσιευμένη στη Νέα Εστία νεκρολογία του, διαβάζουμε: «μόλις τελείωσε το γυμνάσιο […] προσβλήθηκε από σπονδυλίτιδα, από την οποία δεν θεραπεύτηκε ποτέ, και καθηλώθηκε δέκα ολόκληρα χρόνια στο κρεβάτι. Μόνιμα ανάπηρος βάδιζε με πατερίτσες».7 Με τον Κώστα Δ. Καρυωτάκη (1902 – 1968) και τον αδερφό του, Θεόδωρο (1903 – 1978), «ο Κ. είχε σχέσεις στενές».8 Σε εκείνους, μεταξύ άλλων, στέλνει τα τελευταία του γράμματα από την Πρέβεζα. Στον πατέρα τους Δημοσθένη δίνει οδηγίες στους αναγνώστες της αποχαιρετιστήριας επιστολής του να τηλεγραφήσουν, για να προδιαθέσει την οικογένειά του.

Δύο εφηβικά ποιήματα τα οποία δεν έχουν συμπεριληφθεί στις εκδόσεις Απάντων του ποιητή, και η αμφισβητήσιμη εμπλοκή του στη φοιτητική εξέγερση, φλέρταραν με την αδερφή του Ύπνου και του Θανάτου.

Με τα χρόνια, ο επίδοξος ποιητής της Εθνικής Χαράς, έγινε ο ποιητής της «Υστεροφημίας». Όπως μέχρι τώρα γνωρίζομε, η πρώτη δημοσίευση ποιήματος που φέρει το όνομα του Καρυωτάκη, είναι το ποίημα «Το Πρώτο Χελιδόνι».9

Ήλθες, ήλθες χελιδόνι,
για να διώξεις το χειμώνα,
ήλθες μ’ άνθη να στολίσεις
της καλής μας γης το χώμα.

Έλα, έλα, χελιδόνι,
σε προσμένει η φωλιά σου,
έλα, έλα, να σκορπίσεις
το γλυκό κελάδημά σου.

Ήλθες, ήλθες, χελιδόνι,
την ακούμε τη λαλιά σου,
ήλθες, ήλθες και απλώνεις
μια χαρά σαν τη χαρά σου.

Το εύηχο τραγούδι του χελιδονιού έγινε τραγούδι του θανάτου, Ευγένεια. Τραγούδι που αντιμετώπισε με ειλικρίνεια τον εαυτό του και την εποχή του, και παραμένει επίκαιρο για την κοινωνική κριτική του, την υπαρξιακή του αγωνία, την ανάγκη απόδρασης από την αμηχανία της πραγματικότητας, τη μονοτονία αυτής.

Αλλά κυρίως, για το σώμα, που ερωτεύεται, αγαπιέται, πικραίνεται, θυμάται, αρρωσταίνει, τρελαίνεται, αυτοκτονεί, πεθαίνει. Η φωνή του,

Ως τώρα εκράτησε το λόγο του.

Η φράση αυτή προέρχεται από το διήγημα του E. T. A. Hoffman, «Ο χαρτοπαίκτης», σε μετάφραση του Καρυωτάκη. Πρόκειται για την τελευταία φράση της τελευταίας δημοσίευσης ζώντος του Καρυωτάκη, στις 22 Απριλίου 1928.10  Ο Καρυωτάκης τότε βρισκόταν στο Παρίσι. «Κατά προφορικές πληροφορίες του Θ. Δ. Καρυωτάκη, κύριος σκοπός του ταξιδιού του Κ. ήταν να επισκεφθεί αφροδισιολόγους, οι οποίοι τον απέλπισαν για το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η αρρώστιά του».11 Ίσως εκεί ξεκινά, ή συνεχίζει να δουλεύει το ποίημα « [Όταν κατέβουμε] ». 12 Σε δελτάριο που στέλνει στο γαμπρό του, Παναγιώτη Νικολετόπουλο, στις 27 Απριλίου, το μόνο που αναφέρει σχετικά με το Παρίσι, είναι η λακωνική φράση στο τέλος:

Εδώ… όλοι είναι καλά.

Κι εδώ, όλοι είναι καλά, κύριε Κώστα.

* * *

Σημειώσεις

1. Γράφει ο στενός του φίλος Χαρίλαος Σακελλαριάδης: «Το 1919 δυσκολευόμουνα πολύ να βρω του δύο τελευταίους στίχους ενός σονέττου, που με τον τίτλο «Λήθη» έγραφα τότε. Μόλις όμως του διάβασα το μισοτελειωμένο τούτο στιχούργημα, αμέσως το συμπλήρωσε μ’ αυτόν τον τρόπο». βλ. Χαρίλαος Σακελλαριάδης, «Ο Καρυωτάκης διευθυντής σατιρικού περιοδικού», Νέα Εστία, 1 Δεκεμβρίου 1974, τεύχος 1138, σ. 1764.
2. 
Βιβλιοθήκη του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης. (ΕΛΙΑ). Πιο συγκεκριμένα, στην Ψηφιακή συλλογή του Ιδρυματικού Αποθετηρίου της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου, ΛΗΚΥΘΟΣ, στον ιστότοπο https://lekythos.library.ucy.ac.cy/. Να ευχαριστήσω την κα Ελένη Σακκά, βιβλιοθηκονόμο του Πανεπιστημίου Κύπρου (Βιβλιοθήκη, Γραφείο Ψηφιοποίησης και Αρχείων) για την πολύτιμη βοήθειά της.
3. Ο ιστότοπος της Βιβλιοθήκης της Βουλής:  http://library.parliament.gr/
και ο σύνδεσμος με το περιεχόμενο των ψηφιοποιημένων εφημερίδων και περιοδικών: http://library.parliament.gr/Portals/6/pdf/digitalmicrofilms.pdf?ver=2018-05-09-104050-780 (Βιβλιοθήκη Βουλής, τμήμα Βιβλιοθήκης Πόλεως & Διαχειρίσεως Συστημάτων Βιβλιοθήκης).
4.
Για περισσότερα σχετικά με τα γεγονότα, βλ. ενδεικτικά τις εφημερίδες: Ακρόπολις, Αστραπή, Έθνος, Εμπρός, Νέα Ελλάς, Πατρίς, από 7 έως 19 Μαρτίου 1914.
5. Θανάσης Β. Κούγκουλος, «Μια άγνωστη φωτογραφία του Κ. Γ. Καρυωτάκη», Μικροφιλολογικά, Άνοιξη 2013, τεύχος 33, σ. 37-40.
6.
«Ο Καρυωτάκης διευθυντής σατιρικού περιοδικού», ό.π., σ. 1777, σημ. 19.
7. Νέα Εστία, 1 Ιουνίου 1968, τεύχος 982, σ. 763. Για τη νεκρολογία του Θεόδωρου Καρυωτάκη, βλ. Νέα Εστία, 1 Ιουλίου 1978, τεύχος 1224, σ. 883-884.
8. «Ο Καρυωτάκης διευθυντής σατιρικού περιοδικού», ό.π., σ. 1776, σημ. 14.
9. Στο περιοδικό ΟΠαιδικός Αστήρ (20 Απριλίου 1913).
10. Δημοσιεύτηκε σε τέσσερεις συνέχειες στο Περιοδικό της Μεγάλης Εγκυκλοπαιδείας (1 Απριλίου 1928, 8 Απριλίου 1928, 15 Απριλίου 1928 και 22 Απριλίου 1928).
11.
Γ. Π. Σαββίδης, Ν. Μ. Χατζιδάκη, Μαριλίζα Μητσού – Χρονογραφία Κ. Γ. Καρυωτάκη, 1896-1992, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1989, σ. 152-153.
12. Το χειρόγραφο του ποιήματος « [Όταν Κατέβουμε] », φέρει την ένδειξη: Απρίλιος – Μάιος 1928.

από τη Νέα Εστία. 15 Απριλίου 1940, τεύχος 320, σ. 481. (2)

Εικόνα εξωφύλλου από τη Νέα Εστία, 15 Απριλίου 1940, τεύχος 320, σ. 481.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Αντίο Φίλιπ Ροθ

Ο Φίλιπ Ροθ πέθανε χθες στα 85 του από ανακοπή.

Ο Φίλιπ Ροθ γεννήθηκε το 1933 στο Νιούαρκ του Νιού Τζέρσεϊ. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στα Πανεπιστήμια του Bucknell και του Σικάγο. Διετέλεσε καθηγητής της συγκριτικής λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια του Πρίνστον, της Νέας Υόρκης (Hunter College) και της Πενσυλβανίας. Διηύθυνε τη σειρά «Συγγραφείς της άλλης Ευρώπης» στις εκδόσεις Penguin και γνώρισε στο αμερικανικό κοινό συγγραφείς όπως ο Bruno Schulz και ο Μίλαν Κούντερα. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τα έργα του Το σύνδρομο ΠόρτνοϊΤο βυζίΑπάτηΠατρική κληρονομιάΤο θέατρο του Σάμπαθ, Αντίο Κολόμπους, Η ζωή μου ως άντρα, Αμερικανικό ειδύλλιο, Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή, Επιχείριση Σάυλωκ, Ζούκερμαν δεσμώτης, Αντιζωή, Κι ό,τι θέλει ας γίνει, Το ζώο που ξεψυχά, Το ανθρώπινο στίγμα, Ο καθηγητής του πόθου, Καθένας, Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής, Φεύγει το φάντασμα, Αγανάκτηση, H ταπείνωση, Νέμεσις. Ο Φίλιπ Ροθ έχει τιμηθεί με τα βραβεία National Book Award, δύο φορές (Αντίο, Κολόμπους, 1960, Το θέατρο του Σάμπαθ, 1995), Pulitzer (Αμερικανικό ειδύλλιο, 1997), PEN/Faulkner, τρεις φορές (Επιχείρηση Σάυλωκ, 1994, Το ανθρώπινο στίγμα, 2001, Καθένας, 2007), National Book Critics Circle Award, δύο φορές (Αντιζωή, 1986, Πατρική κληρονομιά, 1991), WH Smith Literary Award (Το ανθρώπινο στίγμα, 2001), Prix du Meilleur Livre Etranger (Αμερικανικό ειδύλλιο, 2000), Prix Medicis Etranger (Το ανθρώπινο στίγμα, 2002), James Fenimore Cooper Prize for Best Historical Fiction (Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής, 2005), με το National Medal of Arts (1998) και με το Gold Medal in Fiction της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων (2001). Έχει λάβει δύο από τα πιο έγκυρα βραβεία PEN: το 2006 το βραβείο PEN/Nabokov για το σύνολο του έργου του και το 2007 το βραβείο PEN/Saul Bellow for Achievement in American Fiction. Το 2011 τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο Man Booker International για το σύνολο του έργου του. Ο Ροθ είναι ο μόνος αμερικανός συγγραφέας που τα Άπαντά του εκδόθηκαν σε πλήρη και οριστική έκδοση από τη Library of America όσο βρισκόταν εν ζωή.

Πηγή: ΒιβλιοΝετ

* * *

Όλα (ή, σχεδόν όλα) τα εξώφυλλα βιβλίων του Φίλιπ Ροθ σε διάφορες γλώσσες. Επιμέλεια: Θεοδώρα Πασαχίδου.

* * *

Φίλιπ Ροθ: Η ζωή μου ως συγγραφέα

—Ο συγγραφέας δεν είναι ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή της ανθρώπινης σκέψης. Είναι ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή της μυθοπλαστικής λογοτεχνίας.—

Το 2014, ο Φίλιπ Ροθ έδωσε μια συνέντευξη στον Daniel Sandstrom για τη σουηδική εφημερίδα Svenska Dagbladet, την οποία δημοσίευσαν, στην πρωτότυπη μορφή της, οι New York Times. To dim/art παραθέτει εδώ, μεταφρασμένη από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, τη συνέντευξή του – που κάλλιστα μπορεί να αναγνωστεί και ως ένα συναρπαστικό δοκίμιο περί γραφής.

Η ζωή μου ως συγγραφέα

Το Θέατρο του Σάμπαθ μεταφράζεται αυτό τον καιρό στα σουηδικά, είκοσι σχεδόν χρόνια από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε. Πώς θα περιγράφατε το βιβλίο αυτό στους αναγνώστες που ακόμα δεν το έχουν διαβάσει ή δεν το έχουν ακουστά, και πώς θα περιγράφατε επίσης τον κεντρικό ήρωα, τον αλησμόνητο Μίκι Σάμπαθ;

Το «μότο» στο Θέατρο του Σάμπαθ προέρχεται από μια φράση του γηραιού Πρόσπερου από την πέμπτη πράξη της Τρικυμίας. «Κάθε τρίτη σκέψη μου», λέει ο Πρόσπερος, «θα ’ναι το μνήμα μου».

Θα μπορούσα να είχα τιτλοφορήσει το βιβλίο Ο θάνατος και η τέχνη του θανάτου. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου οργιάζει η κατάρρευση, οργιάζει η αυτοκτονία, οργιάζει ο πόθος. Όπου οργιάζει η ανυπακοή. Όπου οργιάζει ο θάνατος.

Ο Μίκι Σάμπαθ δεν ζει έχοντας την πλάτη γυρισμένη στο θάνατο όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι σαν εμάς. Κανείς δεν θα μπορούσε συμφωνήσει πιο ολόψυχα από τον Σάμπαθ με τη διαπίστωση του Φραντς Κάφκα όταν έγραφε ότι «Το νόημα της ζωής είναι ότι λήγει».

Ο θάνατος στοιχειώνει το βιβλίο του – βλέπουμε το τρομερό πένθος του Σάμπαθ για το θάνατο άλλων ανθρώπων και μια τρομερή ευφροσύνη για τον δικό του. Βλέπουμε εκρήξεις χαράς, βλέπουμε επίσης και εκρήξεις απελπισίας. Ο Σάμπαθ μαθαίνει να δυσπιστεί απέναντι στη ζωή όταν ο πολυαγαπημένος του μεγάλος αδελφός σκοτώνεται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο θάνατος του Μόρτι είναι αυτός που έχει καθορίσει πώς θα ζήσει ο Σάμπαθ. Ο θάνατος του Μόρτι γίνεται ο χρυσός κανόνας του πένθους. Τον κόσμο του Σάμπαθ τον κυβερνά η απώλεια.

Ο Σάμπαθ είναι ένας άνθρωπος κάθε άλλο παρά τέλειος προς τα έξω. Βιώνει, θα λέγαμε, εκείνη την αναστάτωση των ενστίκτων που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που κρύβεται κάτω από τον άνθρωπο. Ο αποκρουστικός τρόπος ζωής του –πρόκειται για μια ζωντανή μπαταρία ανταγωνισμού, έναν άνθρωπο ανίκανο και απρόθυμο να κρύψει οτιδήποτε, που λόγω της οργισμένης, σατιρικής του φύσης, περιγελά τα πάντα, ζει πέρα από τα όρια της διακριτικότητας και του καλού γούστου και βλασφημεί καθετί το αξιοπρεπές– αυτός ο αποκρουστικός τρόπος ζωής, λοιπόν, αποτελεί την κατεξοχήν σαμπαθική του απάντηση σε έναν κόσμο όπου καμία υπόσχεση δεν τηρείται και όλα είναι θνητά. Ο αποκρουστικός τρόπος ζωής του, μιας ζωής διαρκούς διένεξης, είναι και η καλύτερη προετοιμασία που μπορεί να σκεφτεί για το θάνατο. Μέσα στην κατεργαριά του βρίσκει την αλήθεια του.

Τέλος, αυτός ο Σάμπαθ είναι πλακατζής σαν τον Άμλετ, ο οποίος κλείνει το μάτι στο λογοτεχνικό είδος της τραγωδίας κάνοντας καλαμπούρια, όπως κι ο Σάμπαθ κλείνει το μάτι στο λογοτεχνικό είδος της κωμωδίας σχεδιάζοντας την αυτοκτονία του. Υπάρχει απώλεια, θάνατος (και διαρκής και πραγματικός), πένθος – και γέλιο, αχαλίνωτο γέλιο. Έχοντας το θάνατο ως διώκτη, ο Σάμπαθ έχει το γέλιο ως ακόλουθό του.

01 philip-roth_custom-4dda9907a6cd146b73bfc39995317d935c8c7756-s40-c85

Γνωρίζουμε πως πρόσφατα ξαναδιαβάσατε όλα σας τα βιβλία. Ποια είναι η ετυμηγορία σας; Και ποια η γνώμη σας για το Θέατρο του Σάμπαθ τώρα που το διαβάσατε και πάλι;

Όταν αποφάσισα να σταματήσω το γράψιμο, πριν από πέντε χρόνια, κάθισα όντως, όπως λέτε, και ξαναδιάβασα τα 31 βιβλία που έχω δημοσιεύσει από το 1959 έως το 2010. Ήθελα να δω αν τελικά όλο αυτό ήταν χάσιμο χρόνου. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος, ξέρετε.

Το συμπέρασμά μου, αφού τελείωσα, απηχεί τα λόγια που είπε ένας Αμερικανός πυγμάχος, ίνδαλμά μου, ο Τζο Λούις. Ήταν πρωταθλητής βαρέων βαρών από τότε που εγώ ήμουν τεσσάρων και μέχρι τα δεκάξι μου. Είχε γεννηθεί στα βάθη του Νότου, ένα πάμφτωχο μαύρο παιδί χωρίς καμία ουσιαστικά εκπαίδευση, που ακόμα και την εποχή της δόξας του με το σερί των 12 χρόνων χωρίς ήττα, οπότε υπερασπίστηκε τον τίτλο του 26 φορές, δεν είχε και πολύ καλή σχέση με τη γλώσσα. Έτσι, όταν αποσύρθηκε και τον ρώτησαν για τη μακρά του καριέρα, ο Τζο συνόψισε πολύ γλυκά τα πάντα μέσα σε 6 λέξεις: «Έκανα ό,τι μπόρεσα με όσα είχα».

Writer Philip Roth

Σε ορισμένους κύκλους αποτελεί σχεδόν κλισέ η αναφορά της λέξης «μισογυνισμός» σε σχέση με τα βιβλία σας. Τι είναι αυτό που κατά τη γνώμη σας γέννησε εξ αρχής αυτή την αντίδραση και τι απαντάτε σε όσους ακόμα προσπαθούν να κολλήσουν αυτή την ταμπέλα στο έργο σας;

Ο μισογυνισμός, το μίσος για τις γυναίκες, δεν προσφέρει στο έργο μου ούτε δομή ούτε νόημα ούτε κίνητρο ούτε μήνυμα ούτε πεποίθηση ούτε προοπτική ούτε βάση καθοδήγησης. Πρόκειται για το αντίθετο, ας πούμε, του πώς μια άλλη αποτρόπαιη μορφή ψυχοπαθητικής φρίκης –αντίστοιχη του μισογυνισμού ως προς τη σαρωτική, διαπεραστική μοχθηρία του– ο αντισημιτισμός, το μίσος για τους Εβραίους, παρέχει όλα αυτά τα ουσιώδη στοιχεία στο Ο Αγών Μου. Όσοι με ψέγουν, προβάλλουν την υποτιθέμενη κακοήθειά μου λες και επί μισό αιώνα το μόνο που κάνω είναι να σκορπίζω δηλητήριο εναντίον των γυναικών. Αλλά μόνο ένας τρελός θα έμπαινε στον κόπο να γράψει 31 βιβλία προκειμένου να επιβεβαιώσει το μίσος του.

Η μάλλον κωμική μου μοίρα είναι πως είμαι ο συγγραφέας που οι ψέκτες μου έχουν αποφασίσει πως δεν είμαι. Ασκούν μια μάλλον κοινότοπη μορφή κοινωνικού ελέγχου: Δεν είσαι αυτό που θεωρείς ότι είσαι. Είσαι αυτό που εμείς θεωρούμε ότι είσαι. Είσαι αυτό που εμείς επιλέγουμε για λογαριασμό σου. Ε, καλωσήλθατε στον υποκειμενισμό του ανθρώπινου είδους. Το να φορτώνεται μια περί πραγματικότητας άποψη πάνω στην περί πραγματικότητας άποψη του συγγραφέα μόνο εσφαλμένα μπορεί να ονομαστεί «ανάγνωση». Και στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι καν κάτι άκακο και διασκεδαστικό. Σε μερικούς κύκλους, το «μισογύνης» είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται πλέον τόσο χαλαρά όσο και το «κομουνιστής» από τη μακαρθική δεξιά τη δεκαετία του ’50 – και εν πολλοίς για τον ίδιο σκοπό.

Κι ωστόσο κάθε συγγραφέας μαθαίνει με τον καιρό να δείχνει ανεκτικότητα απέναντι στα βλακώδη συμπεράσματα που αντλούνται από τα λογοτεχνικά έργα, και στις φαντασιώσεις που εντελώς παράλογα και με το ζόρι αποδίδονται σ’ αυτά. Όσο για το τι είδους συγγραφέας είμαι… Είμαι αυτός που δεν προσποιούμαι πως είμαι.

02 Philip_Roth-e1388083602486

Συχνά οι άνδρες στα βιβλία σας παρερμηνεύονται. Ορισμένοι κριτικοί ξεκινούν από την, κατά τη γνώμη μου, παραπειστική παραδοχή ότι οι ανδρικοί χαρακτήρες σας είναι κάτι σαν ήρωες ή παραδείγματα προς μίμηση· κοιτώντας τους ανδρικούς χαρακτήρες των βιβλίων σας, ποια βλέπετε να είναι τα κοινά τους χαρακτηριστικά – ποια είναι η κατάστασή τους;

Όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, ποτέ δεν εστίασα στην ανδρική δύναμη, στην ακμή και το θρίαμβό της, αλλά μάλλον στο αντίθετο: στην ατελή ανδρική δύναμη. Δεν θα έλεγα ότι εξύμνησα ποτέ την ανωτερότητα του άνδρα αλλά ότι παρουσίασα την ανδρική υπόσταση να παραπαίει, να ασφυκτιά, να ταπεινώνεται, να καταστρέφεται, να βιώνει την πτώση. Δεν είμαι ουτοπικός ηθικιστής. Πρόθεσή μου είναι να παρουσιάζω τους άνδρες της μυθοπλασίας μου όχι όπως θα έπρεπε να είναι αλλά εν συγχύσει, όπως είναι πραγματικά.

Το δράμα εκπορεύεται από την ευάλωτη κατάσταση ανδρών γεμάτων ζωή και πείσμα, που έχουν κι εκείνοι τις ιδιορρυθμίες τους αλλά ούτε βαλτωμένοι είναι μέσα σε αδυναμίες ούτε και φτιαγμένοι από πέτρα, και που, σχεδόν αναπόφευκτα, τους νικά η θολή ηθική τους αντίληψη, η ευθύνη, πραγματική η φανταστική, για κάποιο λάθος,  η αφοσίωσή τους σε αντικρουόμενες δυνάμεις, οι επείγουσες επιθυμίες, η ανεξέλεγκτη νοσταλγία, οι μη λειτουργικοί έρωτες, τα ένοχα πάθη, η ερωτική έκσταση, ο αυτο-διχασμός, η προδοσία, οι μεγάλες απώλειες, τα κατάλοιπα αθωότητας, τα πικρόχολα ξεσπάσματα, τα παρανοϊκά μπλεξίματα, οι συνέπειες εσφαλμένων κρίσεων, η ανεπαρκής κατανόηση, ο παρατεταμένος πόνος, οι ψευδείς κατηγορίες, οι ασίγαστες δυσχέρειες, η αρρώστια, η εξάντληση, η αποξένωση, ο πνευματικός κλονισμός, το γήρας, ο θάνατος και, επανειλημμένα, το αναπόδραστο κακό, το θρασύ άγγιγμα της φρικτής έκπληξης – ανδρών ακατάβλητων που τους σαστίζει η ζωή απέναντι στην οποία είμαστε όλοι ανυπεράσπιστοι, συμπεριλαμβανομένης μάλιστα και της ιστορίας: του απρόβλεπτου που διαρκώς επανέρχεται ως τρέχουσα στιγμή.

Σ’ αυτή την διαρκή κοινωνική δοκιμασία της τρέχουσας στιγμής βρίσκονται εγκλωβισμένοι πολλοί από αυτούς τους άνδρες. Δεν αρκεί, φυσικά, να μιλήσει κανείς για «οργή» ή για «προδοσία» – η οργή και η προδοσία έχουν κι αυτές, όπως όλα, την ιστορία τους. Το μυθιστόρημα χαρτογραφεί τον αγώνα αυτής της ιστορίας και, αν τα καταφέρει, διερευνά έτσι και τη συνείδηση της κοινωνίας που απεικονίζει.

Novelist-Philip-Roth-pose-001

«Η μάχη με τη συγγραφή έχει λήξει», είναι μια πρόσφατη δήλωσή σας. Μπορείτε να περιγράψετε αυτή τη μάχη και επίσης να μας πείτε λίγα πράγματα για τη ζωή σας τώρα που δεν γράφετε πια;

Όλοι οι άνθρωποι έχουν από μια δύσκολη δουλειά. Η πραγματική δουλειά είναι πάντα δύσκολη. Η δική μου έτυχε επίσης να είναι και ανέφικτη. Κάθε πρωί επί πενήντα χρόνια ερχόμουν αντιμέτωπος με την επόμενη σελίδα, ανυπεράσπιστος και απροετοίμαστος. Το γράψιμο για μένα ήταν ένα επίτευγμα αυτοσυντήρησης. Αν δεν το έκανα, θα πέθαινα. Οπότε, το έκανα. Το πείσμα μού έσωσε τη ζωή – το πείσμα, όχι το ταλέντο. Και επίσης η καλή μου τύχη πως η ευτυχία δεν είχε και μεγάλη σημασία για μένα και πως δεν ένιωθα και πολλή συμπόνια για τον εαυτό μου. Αν και, βέβαια, δεν έχω την παραμικρή ιδέα γιατί έλαχε σε μένα αυτή η αποστολή. Ίσως το γράψιμο να με προφύλαξε από κάποια ακόμα χειρότερη απειλή.

Τώρα; Τώρα είμαι το πουλί που βγήκε από το κλουβί, αντί για το πουλί που αναζητά κλουβί (για να αντιστρέψω την περίφημη παραδοξολογία του Κάφκα). Η φρίκη του εγκλεισμού απώλεσε κάθε συγκίνηση. Τώρα αποτελεί πραγματικά μεγάλη ανακούφιση, στα όρια της ανυπέρβλητης εμπειρίας, να μην έχω να ανησυχώ για τίποτε άλλο πέρα από το θάνατο.

Philip Roth

Ανήκετε σε μια εξαιρετική γενιά μεταπολεμικών συγγραφέων που καθόρισε την Αμερικανική λογοτεχνία επί σχεδόν μισό αιώνα: Μπέλοου, Στάιρον, Άπνταϊκ, Ντόκτοροου, ΝτεΛίλο. Πώς συνέβη αυτή η χρυσή εποχή και τι ήταν αυτό που την έκανε τόσο σπουδαία; Στα χρόνια που ήσασταν ενεργός, αντιλαμβανόσασταν τους συγγραφείς αυτούς ως ανταγωνιστές ή αισθανόσασταν συνάφεια μαζί τους – ή και τα δύο; Και γιατί ήταν τόσο λίγες οι γυναίκες συγγραφείς που γνώρισαν ανάλογη επιτυχία την ίδια εκείνη περίοδο; Και τέλος: ποια είναι η γνώμη σας για την κατάσταση της σύγχρονης αμερικανικής μυθιστοριογραφίας τώρα;

Συμφωνώ ότι ήταν καλή εποχή αυτή για το μυθιστόρημα στην Αμερική, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ξέρω και πού οφείλεται. Ίσως οφείλεται στην απουσία ορισμένων πραγμάτων. Στην αδιαφορία, ή ακόμα και την περιφρόνηση, των Αμερικανών μυθιστοριογράφων προς την «κριτική» θεωρία. Μια αισθητική ελευθερία αδέσμευτη από όλους εκείνους τους φοβερούς και τρομερούς -ισμούς και την έλλειψη χιούμορ που κουβαλούν. (Φαντάζεστε μια οποιαδήποτε ιδεολογία ικανή να σατιρίζει τον εαυτό της, πόσο μάλλον μια ιδεολογία που να μην θέλει να χώσει τα δόντια της στην ελεύθερη φαντασία;) Συγγραφή αμόλυντη από την πολιτική προπαγάνδα, ή ακόμα κι από την πολιτική υπευθυνότητα. Απουσία κάθε είδους συγγραφικής «σχολής». Σε έναν τόπο τόσο απέραντο, χωρίς ένα και μοναδικό γεωγραφικό κέντρο απ’ όπου να πηγάζει η συγγραφή. Ένας πληθυσμός κάθε άλλο παρά ομοιογενής, χωρίς ούτε τη στοιχειώδη εθνική ενότητα, χωρίς έναν και μοναδικό εθνικό χαρακτήρα, όπου η κοινωνική ειρήνη είναι απολύτως άγνωστη, ακόμα και η γενικευμένη αβελτηρία όσον αφορά τη λογοτεχνία, η ανικανότητα πολλών πολιτών να τη διαβάσουν και να την κατανοήσουν έστω και κατ’ ελάχιστο, όλα αυτά χαρίζουν μια ελευθερία. Και σίγουρα επίσης δεν βλάπτει καθόλου το γεγονός ότι τα εννιά δέκατα του πληθυσμού, τους συγγραφείς τούς έχουν γραμμένους στα παλιά τους τα παπούτσια. Είναι κάτι το μεθυστικό αυτό.

Πολύ λίγη ειλικρίνεια, πάρα πολύς ανταγωνισμός, πάρα πολλά αυτά που επιδιώκουν επιμελώς να προξενήσουν αηδία, γιγαντιαία υποκρισία, καμία απόσταση ασφαλείας από άγρια πάθη, η συνηθισμένη μοχθηρία που βλέπεις πατώντας απλώς το κουμπί του τηλεκοντρόλ, εκρηκτικά όπλα στα χέρια καθαρμάτων, η ζοφερή καταγραφή απερίγραπτα βίαιων γεγονότων, η ατέλειωτη λεηλασία της βιόσφαιρας χάριν του κέρδους, υπερβολική παρακολούθηση, που κάποτε θα επιστρέψει και θα μας στοιχειώσει, μεγάλη συγκέντρωση πλούτου που χρηματοδοτεί ό,τι πιο κακόβουλο και αντιδημοκρατικό υπάρχει, επιστημονικά αναλφάβητοι που εξακολουθούν να πολεμούν τη θεωρία της εξέλιξης, οικονομικές ανισότητες θηριώδους μεγέθους, χρέη κυνηγάνε τους πάντες, οικογένειες που δεν ξέρουν πόσο πιο χάλια μπορούν να γίνουν τα πράγματα, τα πάντα να ξεζουμίζονται για λεφτά –όλη αυτή η τρέλα– και (ουδόλως καινούργιο αυτό) μια κυβέρνηση που μέσω της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν βρίσκεται στο πλευρό του λαού αλλά στο πλευρό των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, η παλιά αμερικανική πλουτοκρατία, χειρότερη από ποτέ.

Τριακόσια εκατομμύρια άνθρωποι σε μια ήπειρο πλάτους τριών χιλιάδων μιλίων από τη μια άκρη ώς την άλλη, κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για τα ανεξάντλητα προβλήματά τους. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα και καλοήθη ανάμιξη φυλών, σε κλίμακα πρωτόγνωρη από την κακοήθεια της εποχής των σκλάβων και μετά. Μπορώ να συνεχίσω επ’ άπειρον. Δύσκολο να μη νιώθεις εγγύτητα με την ύπαρξη εδώ πέρα. Δεν μιλάμε για καμιά ήσυχη γωνίτσα του κόσμου.

Philip Roth

Θεωρείτε πως η Ευρώπη δείχνει υπερβάλλουσα ενασχόληση με την αμερικανική ποπ κουλτούρα; Και αν ναι, έχει σταθεί εμπόδιο στην πρόσληψη της σοβαρής αμερικανικής λογοτεχνίας;    

Σε κάθε κοινωνία, η εξουσία βρίσκεται στα χέρια εκείνων που επιβάλλουν τη δική τους φαντασία. Στην Ευρώπη, δεν είναι πια η εκκλησία αυτή που επιβάλλει τη δική της φαντασία στους λαούς, ούτε τα ολοκληρωτικά υπερ-κράτη, όπως συνέβαινε επί 12 χρόνια στη ναζιστική Γερμανία και επί 69 χρόνια στη Σοβιετική Ένωση. Τώρα, η φαντασία που επικρατεί είναι η αδηφάγα και μαζί βουλιμικά καταναλούμενη ποπ κουλτούρα, σπορά, εκ πρώτης όψεως και παραδόξως, της ελευθερίας. Ειδικά οι νέοι ζουν σύμφωνα με πεποιθήσεις τις οποίες έχουν εφεύρει για λογαριασμό τους οι λιγότερο σκεπτόμενοι άνθρωποι της κοινωνίας και επιχειρήσεις που ελάχιστα κωλύονται από αγαθούς σκοπούς. Όσο ευφυώς κι αν προσπαθούν οι γονείς και οι δάσκαλοι να προστατέψουν τους νέους για να μην παρασυρθούν σ’ αυτό το βλακωδέστατο και οικουμενικά πλέον λούνα παρκ, η υπεροχή της εξουσίας δεν είναι με το μέρος τους.

Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη σοβαρή αμερικανική λογοτεχνία, έστω κι αν, όπως λέτε, «αυτή η ενασχόληση έχει [ή μπορεί να έχει] σταθεί εμπόδιο στην πρόσληψη της σοβαρής αμερικανικής λογοτεχνίας» στην Ευρώπη. Ξέρετε, στην Ανατολική Ευρώπη, οι αμφισβητίες συγγραφείς έλεγαν ότι ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», η κυρίαρχη σοβιετική αισθητική, συνίστατο στο να υμνείται το Κόμμα έτσι ώστε να το αντιλαμβάνονται ακόμα κι αυτοί. Τέτοια αισθητική με την οποία να πρέπει να ευθυγραμμιστούν οι σοβαροί συγγραφείς στην Αμερική δεν υπάρχει, και σίγουρα δεν είναι αυτή και η αισθητική της ποπ κουλτούρας.

Τι σχέση έχει η αισθητική της ποπ κουλτούρας με τους τρομερούς και τρομερά ποικίλους μεταπολεμικούς συγγραφείς όπως ο Σόλ Μπέλου, ο Ραλφ Έλισον, ο Ουίλιαμ Στάιρον, ο Ντον ΝτεΛίλο, ο Ε.Λ. Ντόκτοροου, ο Τζέιμς Μπόλντουιν, ο Ουάλας Στένγκερ, ο Τόμας Πίντσον, ο Ρόμπερτ Πεν Ουόρεν, ο Τζον Άπνταϊκ, ο Τζον Τσίβερ, ο Μπέρναρντ Μάλαμουντ, ο Ρόμπερτ Στόουν, ο Έβαν Κόνελ, ο Λούις Όκινκλος, ο Ουόκερ Πέρσι, ο Κόρμακ ΜακΚάρθι, ο Ράσελ Μπανκς, ο Ουίλιαμ Κένεντι, ο Τζον Μπαρτ, ο Λούις Μπέγκλεϊ, ο Ουίλιαμ Γκάντις, ο Νόρμαν Ρας, ο Τζον Έντγκαρ Ουάιντμαν, ο Ντέιβιντ Πλαντ, ο Ρίτσαρντ Φορντ, ο Ουίλιαμ Γκας, ο Τζίζεφ Χέλερ, ο Ρέιμοντ Κάρβερ, ο Έντμουντ Γουάιτ, ο Όσκαρ Ιχουέλος, ο Πίτερ Μάθισεν, ο Πολ Θερού, ο Τζον Ίρβιν, ο Νόρμαν Μέιλερ, ο Ρέινολντς Πράις, ο Τζέιμς Σάλτερ, ο Ντένις Τζόνσον, ο Τζ.Φ. Πάουερς, ο Πολ Όστερ, ο Ουίλιαμ Βόλμαν, ο Ρίτσαρντ Στερν, η Άλισον Λιούρι, η Φλάνερι Ο’Κόνορ, η Πόλα Φοξ, η Μέριλιν Ρόμπινσον, η Τζόις Κάρολ Όουτς, η Τζόαν Ντίντιον, η Χορτενς Κάλισερ, η Τζέιν Σμάιλι, η Αν Τάιλερ, η Τζαμέικα Κινκέιντ, η Σίνθια Όζικ, η Αν Μπίτι, η Γκρέις Πάλι, η Λόρι Μουρ, η Μαίρη Γκόρντον, η Λουίζ Έρντριτς, η Τόνι Μόρισον, η Γιουντόρα Ουέλτι (και δεν έχω σε καμία περίπτωση εξαντλήσει τον κατάλογο), ή με σοβαρούς νεότερους συγγραφείς, τόσο υπέροχα χαρισματικούς όσο ο Μάικλ Σαμπόν, η Τζούνο Ντίας, η Νικόλ Κράους, η Μάιλι Μαλόι, ο Τζόναθαν Λέθεμ, ο Νέιθαν Ίνγκλαντερ, η Κλαιρ Μεσούντ, ο Τζέφρι Ευγενίδης, ο Τζόναθαν Φράντζεν, ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ (για να αναφέρω μόνο μερικούς);

Philip Roth

Έχετε τιμηθεί με σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά βραβεία, εκτός από ένα. Και δεν αποτελεί μυστικό πως το όνομά σας πάντοτε αναφέρεται σε σχέση με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας – πώς είναι η αίσθηση του αιώνιου υποψήφιου; Σας ενοχλεί ή σας κάνει να γελάτε;

Αναρωτιέμαι, αν είχα δώσει στο Σύνδρομο Πόρτνοϊ τον τίτλο Οργασμός υπό το Κράτος Ληστρικού Καπιταλισμού, μήπως έτσι θα κέρδιζα την εύνοια της Σουηδικής Ακαδημίας.

roth.bw_.184.1.650

Στο βιβλίο της Κλόντια Ροθ Πίερποντ Ροθ Λυόμενος (RothUnbound) υπάρχει ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο σχετικά με τη μυστική συνεργασία σας με διωκόμενους συγγραφείς στην Τσεχοσλοβακία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αν ένας νέος συγγραφέας –ένας Φίλιπ Ροθ γεννημένος, για παράδειγμα, το 1984– ήταν να εμπλακεί στις παγκόσμιες συγκρούσεις του 2014, ποιες θα επέλεγε;

Δεν ξέρω τι να απαντήσω σ’ αυτό το ερώτημα. Κατ’ αρχάς, δεν πήγα στην Πράγα για να εκτελέσω καμιά αποστολή. Δεν έψαχνα να βρω κάποιο «καυτό» σημείο στο χάρτη. Ήμουν σε διακοπές και είχα πάει στην Πράγα αναζητώντας τον Κάφκα.

Αλλά την επομένη της άφιξής μου, έτυχε να περάσω από τον εκδοτικό οίκο που έβγαζε τα βιβλία μου για να συστηθώ. Με πήγαν σε μια αίθουσα συνεδριάσεων για ένα ποτηράκι σλίβοβιτς με το προσωπικό. Μετά, μια από τις επιμελήτριες με κάλεσε για μεσημεριανό. Στο εστιατόριο, όπου κατά τύχη έτρωγε και ο εκδότης, μου είπε χαμηλόφωνα ότι όλοι όσοι ήταν στην αίθουσα συνεδριάσεων ήταν «γουρούνια», με πρώτο και καλύτερο το αφεντικό – κομματόσκυλα που είχαν προσληφθεί για να αντικαταστήσουν όσους εργαζόμενους είχαν απολυθεί, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, επειδή υποστήριξαν τις μεταρρυθμίσεις της Άνοιξης της Πράγας. Τη ρώτησα για τους μεταφραστές μου, ένα ζευγάρι, σύζυγοι, με τους οποίος το ίδιο βράδυ βγήκα για φαγητό. Ούτε κι εκείνοι μπορούσαν πλέον να δουλεύουν, για τους ίδιους λόγους, και ζούσαν υπό καθεστώς πολιτικής ατίμωσης.

Όταν επέστρεψα στις ΗΠΑ, βρήκα στη Νέα Υόρκη μια μικρή ομάδα Τσέχων διανοούμενων που είχαν φύγει από την Πράγα όταν μπήκαν τα ρωσικά τανκς για να καταστείλουν την Άνοιξη της Πράγας. Την επόμενη φορά που ξαναπήγα στη ρωσοκρατούμενη Πράγα, την επόμενη άνοιξη, δεν ήταν πια για διακοπές. Είχα μαζί μου έναν μακρύ κατάλογο ανθρώπων που ήθελα να δω, τα μέλη ενός σκλαβωμένου έθνους που διέτρεχαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, τους προγεγραμμένους συγγραφείς που θεωρούσαν πως ο σαδισμός και όχι ο σοσιαλισμός αποτελούσε τη θρησκεία του κράτους. Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους.

Ναι, ο χαρακτήρας είναι μοίρα, κι ωστόσο όλα είναι τυχαία.

roth460x276

Αν παίρνατε συνέντευξη από τον εαυτό σας σ’ αυτή τη φάση της ζωής σας, υπάρχει κάποια ερώτηση που δεν σας έχει τεθεί, που αν και προφανής και σημαντική έχει αγνοηθεί από όλους τους δημοσιογράφους; Ποια θα ήταν αυτή;

Κατά κάποιον διεστραμμένο τρόπο, όταν με ρωτάτε για την ερώτηση που έχουν αγνοήσει οι δημοσιογράφοι, αμέσως μου έρχεται στο μυαλό εκείνη που πλήθος εξ αυτών αδυνατούν, όπως φαίνεται, να αγνοήσουν. Και είναι, μέσες-άκρες, η εξής: «Πιστεύετε ακόμα ότι ισχύει το τάδε; Θεωρείτε ακόμα το δείνα;» και παραθέτουν κάτι που δεν έχω πει εγώ αλλά ένας χαρακτήρας από κάποιο βιβλίο μου. Αν δεν έχετε αντίρρηση, θα ήθελα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία της τελευταίας σας ερώτησης και να πω αυτό που πιθανότατα είναι ήδη σαφές στους αναγνώστες σας, αν όχι και στο πνεύμα των δημοσιογράφων που επικαλούμαι.

Όποιος αναζητά τη σκέψη του συγγραφέα στα λόγια και τον εσωτερικό διάλογο των ηρώων του, ψάχνει σε λάθος κατεύθυνση. Η αναζήτηση των «σκέψεων» του συγγραφέα παραβιάζει την πλούσια εκείνη σύνθεση που αποτελεί ακριβώς και τη σφραγίδα του μυθιστορήματος. Η σκέψη του συγγραφέα μυθιστορημάτων που έχει κυρίως σημασία είναι η σκέψη εκείνη που τον καθιστά συγγραφέα μυθιστορημάτων.

Η σκέψη του συγγραφέα δεν έγκειται στα σχόλια των ηρώων του ούτε καν στην ενδοσκόπησή τους αλλά στη δοκιμασία που έχει εφεύρει για τους ήρωές του, στην αντιπαράθεση των ηρώων αυτών και στις συμβατές με την πραγματικότητα συνέπειες της αλληλεπίδρασής τους – η συμπαγής τους υπόσταση, η ζώσα ύπαρξή τους έτσι όπως πραγματώνεται με όλες τις αποχρώσεις των επί μέρους στοιχείων, αυτή είναι όντως η μεταβολισμένη σκέψη του.

Η σκέψη του συγγραφέα έγκειται στην επιλογή μιας πλευράς της πραγματικότητας που δεν έχει διερευνηθεί μέχρι πρότινος με τον τρόπο που τη διερευνά εκείνος. Η σκέψη του συγγραφέα βρίσκεται ενσωματωμένη σε ολόκληρη τη δράση του μυθιστορήματος. Η σκέψη του συγγραφέα παρίσταται αόρατη στον περίπλοκο σχεδιασμό –στον καινοφανή αστερισμό αυτών των φανταστικών πραγμάτων– που αποτελεί την αρχιτεκτονική του βιβλίου: αυτό που ο Αριστοτέλης είχε ονομάσει απλά «η των πραγμάτων σύστασις», το μέγεθος και η τάξη. Η σκέψη του μυθιστορήματος ενσαρκώνεται στο σημείο της ηθικής εστίασής του. Το εργαλείο σκέψης του μυθιστοριογράφου είναι η ευσυνειδησία του ύφους του. Σε όλα αυτά έγκειται το όποιο τυχόν μέγεθος της σκέψης του.

Συνεπώς, το ίδιο το μυθιστόρημα είναι ο πνευματικός του κόσμος. Ο συγγραφέας δεν είναι ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή της ανθρώπινης σκέψης. Είναι ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή της μυθοπλαστικής λογοτεχνίας. Τέλος.

rothian

* * *

Ο συγγραφέας-φάντασμα: αναζητώντας τον Φίλιπ Ροθ

Την Τετάρτη 26 Απριλίου 2017, οι Εκδόσεις Πόλις και το βιβλιοπωλείο Πλειάδες παρουσίασαν το έργο του Φίλιπ Ροθ (δυστυχώς, χωρίς τον Φίλιπ Ροθ). Ακολουθούν τα κείμενα του συγγραφέα Χρίστου Κυθρεώτη και δύο μεταφραστριών του Ροθ στα ελληνικά, της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου και της Κατερίνας Σχινά.

9FB69D4E2526B835D53B8AE611FC8B3F

Το πρόβλημα της ελευθερίας στον Φίλιπ Ροθ

—Χρίστος Κυθρεώτης—

Το να αναφερθεί κανείς με γενικό τρόπο σε ένα έργο τόσο μεγάλο και πολυσχιδές όπως αυτό του Φίλιπ Ροθ είναι ένα εγχείρημα που προκαλεί αμηχανία, ακριβώς λόγω της δυσκολίας να εστιάσει κανείς σε κάποια ή κάποιες από τις πτυχές του, χωρίς να νιώσει ταυτόχρονα πως αφήνει απέξω την ουσία, πως αφήνει απέξω αυτό που κάνει τον Ροθ μεγάλο πεζογράφο – έναν πεζογράφο που έχει καλύψει με τα βιβλία του σχεδόν όλη την αμερικανική μεταπολεμική ιστορία, αποδίδοντας τα διλήμματα και τις συγκρούσεις της, φανερές αλλά και υπόγειες, με ευρύτητα και ακρίβεια που θα ζήλευε οποιοσδήποτε ιστορικός, σκιαγραφώντας ταυτόχρονα μια σειρά από ανθρώπινους χαρακτήρες σε όλο τους το βάθος και την περιπλοκότητα. Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος πλήθος άλλων πτυχών και όψεων του έργου του που θα μπορούσαν να αποτελέσουν από μόνες τους το θέμα όχι μιας ομιλίας, αλλά ενός ολόκληρου συνεδρίου, θα επιλέξω να πω εδώ δυο λόγια για αυτό που θεωρώ ως τον θεματικό άξονα της λογοτεχνίας του Ροθ – το πρόβλημα της ελευθερίας.

Και με τον όρο «ελευθερία» αναφέρομαι κυρίως στην ατομική ελευθερία, την ελευθερία του ατόμου απέναντι στους κάθε είδους καταναγκασμούς, τις νόρμες αλλά και τις ταυτότητες που του επιβάλλονται από τον περίγυρό του, οικογενειακό, ιδεολογικό ή ευρύτερο κοινωνικό. Σχεδόν σε κάθε βιβλίο του Ροθ, οι ήρωές του βρίσκονται αντιμέτωποι και τελικά συγκρούονται με ένα καταπιεστικό πλέγμα οικογενειακών δομών, κοινωνικών σχέσεων ή αντιλήψεων της εβραϊκής κοινότητας (γιατί οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, είναι Εβραίοι) – και από τις συγκρούσεις αυτές δεν βγαίνουν ποτέ αλώβητοι. Από τον Αλεξάντερ Πόρτνοϋ και το περίφημο σύνδρομό του, μέχρι τον Νέιθαν Ζούκερμαν της πρώτης τριλογίας και το αδιάγνωστης αιτιολογίας άλγος που τον ταλαιπωρεί, ή τον Μίκι Σάμπαθ και την παραμορφωτική αρθρίτιδα από την οποία προσβάλλεται, όλοι οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες στα μυθιστορήματα του Ροθ καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τα τραύματα αυτής της σύγκρουσης – που σχηματικά θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία και τον κομφορμισμό.

138Μάλιστα, σε μία ακραία μυθοπλαστική επιλογή, ο Ροθ δεν διστάζει να μεταμορφώσει ένα από συγγραφικά alter ego του, τον καθηγητή λογοτεχνίας Ντέιβιντ Κέπες, σε γυναικείο βυζί, στην ομώνυμη, καφκικών αναφορών νουβέλα του – κι αυτή η μεταμόρφωση, πέρα από τη σαρκαστική απάντηση του Ροθ στη κριτική που είχε δεχθεί από φεμινιστική σκοπιά λίγα χρόνια νωρίτερα για το Σύνδρομο Πόρτνοϋ, αποτελεί πρώτιστα ένα είδος τραύματος που ο Κέπες έχει υποστεί αγωνιζόμενος να κατακτήσει ολοένα και μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας (ελευθερίας κατά τον ίδιο, και αποχαλίνωσης κατά τους επικριτές του). Παραθέτω εδώ τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο αυτό:

Αχά! σκέφτηκα. Να το τραύμα που δεν μπορώ να θυμηθώ. Η επιτυχία καθαυτή. Αυτό μου είχε διαφύγει: η νίκη μου. Αυτήν δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω…

Του μιλάω για αυτά που μιλούν οι ασθενείς, για τον φανταστικό φίλο όλων των διαταραγμένων ψυχών, την Ενοχή…

Σας λέω πως δεν μπόρεσα να αντέξω την προοπτική της ίδιας μου της ευτυχίας. Γι’ αυτό άρχισε να κρυώνει και το σεξουαλικό μας με την Κλαίρη. Όλη αυτή η ικανοποίηση με τρόμαξε. Μου φάνηκε άδικη. Είμαι ένοχος.

Τα αποσπάσματα αυτά συγκαταλέγονται ανάμεσα στις δεκάδες αναφορές στην έννοια της ενοχής που εντοπίζονται σε όλο το έργο του συγγραφέα– κι αυτό γιατί κάτι που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον στον Ροθ είναι το γεγονός πως οι συγκρούσεις, στις sindromoportnoi570οποίες προαναφέρθηκα, ανάμεσα στην ελευθερία και τις ποικίλες κοινωνικές νόρμες δεν είναι ποτέ μόνο εξωτερικές: δεν είναι δηλαδή απλώς συγκρούσεις ανάμεσα σε έναν αντικομφορμιστή ήρωα «ελεύθερο πνεύμα» από τη μία πλευρά, και σε διάφορους στενόμυαλους κάθε είδους εκπροσώπους των κοινωνικών συμβάσεων από την άλλη. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ απλοϊκό για έναν συγγραφέα του μεγέθους του Ροθ. Αντίθετα οι ήρωές του εσωτερικεύουν τη σύγκρουση, κι αυτό συμβαίνει, πρώτον, με τη μορφή αντιφάσεων στον χαρακτήρα τους, και δεύτερον, με την εκδήλωση μιας σειράς συμπτωμάτων, ψυχολογικών ή σωματικών, που στην πραγματικότητα αποτελούν την «εκδίκηση» της ίδιας της κομφορμιστικής πλευράς του εαυτού τους – η οποία συνήθως καμουφλάρεται ως το είδος της ενοχής, για το οποίο κάνει λόγο ο Κέπες στο προηγούμενο απόσπασμα.

Θυμίζω εδώ ότι σε άλλο βιβλίο του συγγραφέα, και συγκεκριμένα στον Καθηγητή του πόθου, ο Κέπες αναφέρεται περίπου ευθέως σε αυτή την εσωτερική αντίφαση που rothδιατρέχει σαν άξονας όλη τη ζωή του – την αντίφαση ανάμεσα στην ταυτότητα του «καλού παιδιού», του συνετού και επιτυχημένου σύμφωνα με τους παραδεδομένους κανόνες του κοινωνικού παιχνιδιού καθηγητή πανεπιστημίου, και στη διονυσιακή «ακόλαστη» διάσταση του χαρακτήρα του. Χαρακτηριστικά αναφέρω τον τίτλο που επέλεξε να δώσει σε μία από τις ακαδημαϊκές εργασίες του Κέπες ο Ροθ: Άνθρωπος σε καβούκι: ένα δοκίμιο πάνω στις ελευθερίες και τους φραγμούς στο έργο του Τσέχοφ – εκπληρωμένες προσδοκίες, απαγορευμένες ηδονές κι ο πόνος που προκαλείται κι απ’ τα δύο.

Φυσικά, με την επισήμανση αυτή, δεν πρέπει να εννοηθεί ότι στο έργο του Ροθ περιέχεται μόνο αυτή, η εσωτερικευμένη, μορφή της σύγκρουσης ανάμεσα στην ελευθερία και τον κομφορμισμό. Αντίθετα, εντασσόμενος μέσα στη μεγάλη παράδοση του αμερικανικού κοινωνικού μυθιστορήματος (και πάντως σίγουρα, μη μένοντας ανεπηρέαστος από Philip_Roth-Aganaktisiαυτήν), ο συγγραφέας δεν αρκείται στη σκιαγράφηση των έξοχων αντιφατικών χαρακτήρων του, αλλά αντίθετα τους τοποθετεί πάντα μέσα σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα. Οι ήρωες στα βιβλία του προέρχονται πάντα από συγκεκριμένα κοινωνικά περιβάλλοντα, τα οποία περιγράφονται και σχολιάζονται διεξοδικά, και το κυριότερο οι ίδιοι έχουν πάντοτε ξεκάθαρη επίγνωση της κοινωνικής τους προέλευσης και του γενικότερου κοινωνικού τους στίγματος – ο τρόπος με τον οποίον προσλαμβάνουν τον εαυτό τους καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό, αν όχι κυρίαρχα, από τις κοινωνικές τους ορίζουσες: από τη γειτονιά όπου μένουν, από την εβραϊκή τους καταγωγή, από την κοινωνική τους θέση. Κατά συνέπεια, στην προσπάθειά τους να απαλλαγούν από τους φραγμούς και τα όρια που τους θέτουν αυτοί οι παράγοντες, συγκρούονται μαζί τους και υφίστανται τις συνέπειες αυτών των συγκρούσεων – που αυτή τη φορά δεν είναι μόνο ψυχολογικές ή ψυχοσωματικές.

Έτσι, για παράδειγμα, ο νεαρός Μάρκους Μέσνερ στην Αγανάκτηση, ένα από τα τελευταία μυθιστορήματα του συγγραφέα, πληρώνει με την αποβολή του από το κολέγιο όπου φοιτά τις συγκρούσεις του με τις διάφορες φιγούρες εξουσίας στη ζωή του (από τον 31caf354-8610-4c45-a8af-05f83e4a0b14_6πατέρα του μέχρι τον πρύτανη κολεγίου) – και μάλιστα μετά την αποβολή του επιστρατεύεται για τον πόλεμο της Κορέας, όπου και σκοτώνεται. Αντίστοιχα, ο Κόλμαν Σιλκ στο Ανθρώπινο στίγμα βλέπει τη ζωή του και την καριέρα του να καταστρέφονται όταν έρχεται σε σύγκρουση με το πανεπιστημιακό κατεστημένο, και ο Άιρα Ρίνγκολντ στο Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή διώκεται σκληρά για τις πολιτικές του αντιλήψεις, που έρχονται σε σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία της μεταπολεμικής Αμερικής.  Περιττό να ειπωθεί ότι στα χέρια του Ροθ όλες αυτές οι συγκρούσεις αποτελούν, μεταξύ άλλων, ένα άκρως αποτελεσματικό εργαλείο για να αποδώσει και να ερμηνεύσει τις μεγάλες αντιφάσεις και τα διλήμματα της αμερικανικής κοινωνίας – αυτό συμβαίνει ιδίως στη μεγάλη αμερικανική τριλογία του Ζούκερμαν, αλλά και αλλού.

Θα ήταν, εξάλλου, παράλειψη να μην αναφερθεί πως αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία και τον κομφορμισμό ήταν κάτι με το οποίο και ο ίδιος ο Ροθ ήρθε bb573e78-467f-433b-8c1d-83aa3cf70b31_6αντιμέτωπος ως συγγραφέας – κάτι το οποίο χρειάστηκε να ξεπεράσει κατά τη διαμόρφωση της πεζογραφικής του ταυτότητας. Από αυτή τη σύγκρουση, ανάμεσα στον πεζογραφικό καθωσπρεπισμό των πρώτων του βιβλίων και την παρόρμησή του για μια πιο ελεύθερη και αδέσμευτη από κακώς νοούμενους συγγραφικούς κανόνες πρόζα, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι γεννήθηκε το Σύνδρομο Πόρτνοϋ, που με τη χειμαρρώδη, αθυρόστομη και αυτοσχεδιαστική αφήγησή του, φανέρωσε ένα κοίτασμα του ταλέντου του Αμερικανού συγγραφέα που μέχρι τότε είχε παραμείνει ανεκμετάλλευτο.

Ο ίδιος έχει αναφέρει κατά καιρούς σε συνεντεύξεις του πως για εκείνον ο Πόρτνοϋ δεν ήταν τόσο ένα βιβλίο, όσο μία έκρηξη – και ταυτόχρονα, από τεχνική άποψη, πως οι χειμαρρώδεις ψυχαναλυτικοί μονόλογοί του αποτελέσαν το κατάλληλο δοχείο που έψαχνε για χρόνια ώστε να μπορέσει να προσφέρει στους αναγνώστες αυτού του είδους την αθυρόστομη πρόζα: «Δεν μπορείς να σερβίρεις βότκα σε ένα χάρτινο ποτήρι», όπως το έθεσε.

50396454

Μάλιστα, είναι γνωστό πως το μυθιστόρημα αυτό, που μετέτρεψε τον Ροθ από αναγνωρισμένο συγγραφέα σε σταρ, ενόχλησε με το περιεχόμενό του μια σειρά από ακροατήρια, που θεώρησαν προσβλητικό τον τρόπο με τον οποίον παρουσιάζονταν, για παράδειγμα, στο βιβλίο οι Εβραίοι ή οι γυναίκες, προξενώντας και άλλες συγκρούσεις, που με τη σειρά του τροφοδότησαν περαιτέρω θεματικά το έργο του.

Ο ίδιος ο Ροθ δεν δίστασε πολλές φορές να υπερασπιστεί δημόσια τα βιβλία του – κύριο μέλημά του στις απαντήσεις αυτές, που πήραν τη μορφή συνεντεύξεων ή άρθρων, ήταν να απογυμνώσει τα επιχειρήματα των επικριτών του από τον λογοτεχνικό τους μανδύα και να αποδείξει πως εδράζονταν στην πραγματικότητα σε εξωλογοτεχνικές θέσεις, απόψεις ή προκαταλήψεις, που τον ίδιο, ως συγγραφέα, δεν μπορούσαν παρά να τον αφήνουν αδιάφορο. Επέμεινε με αυτόν τον τρόπο σε έναν διαχωρισμό λογοτεχνίας και πραγματικότητας, δυνάμει του οποίου η πρώτη οφείλει να λογοδοτεί πρώτιστα, αν και όχι αποκλειστικά, στις δικές της αξίες: την πειστικότητα, τη γλαφυρότητα, τη ζωντάνια – και αρνήθηκε ταυτόχρονα να τροποποιήσει τους χαρακτήρες των βιβλίων του ούτως ώστε να ταιριάξουν με κάποιο πολιτικά ορθό αρχέτυπο ή με τα συμπεράσματα των διδακτορικών διατριβών των επικριτών του

Έκτοτε, η σύγκρουση ακολουθεί την πεζογραφία του Ροθ – πρόκειται για πεζογραφία που ασχολείται με τη σύγκρουση, αλλά παράγει και σύγκρουση, καλώντας κατά κάποιον τρόπο τον αναγνώστη να πάρει θέση: ή θα είσαι μαζί με τους ήρωές του ή θα είσαι εναντίον τους – ή θα είσαι μαζί με τον Ροθ σε τελική ανάλυση ή θα είσαι εναντίον του. Μάλιστα, ορισμένοι από τους επικριτές του έχουν επισημάνει ως μειονέκτημα του έργου την πραγμάτευση με τα ίδια και τα ίδια θέματα, που ανέφερα πιο πάνω, επί σειρά δεκαετιών, σε βαθμό που να παίρνει διαστάσεις εμμονής.

Η άποψη αυτή παραγνωρίζει κατά τη γνώμη μου πως έτσι κι αλλιώς οι μεγάλοι συγγραφείς διέπονται από εμμονές, τις οποίες όμως, και σε αυτό διαφέρουν από όλους τους άλλους ανθρώπους που έχουν απλώς εμμονές, καταφέρνουν να συνδέσουν με τις ευρύτερες εμμονές, τις αναζητήσεις και τα τραύματα της κοινωνίας στην οποία αναφέρεται το έργο τους. Είναι αλήθεια πως ένας καλός συγγραφέας μπορεί να είναι καλός με διαφορετικούς τρόπους, με άλλο τρόπο σε κάθε βιβλίο του – αυτό ωστόσο δεν ισχύει συνήθως για τους μεγάλους συγγραφείς: οι μεγάλοι συγγραφείς μπορούν να είναι μεγάλοι μόνο με έναν τρόπο.

* * *

American Novelist Philip Roth

Οι πολλαπλοί «Φίλιπ Ροθ» και η επινόηση της αυτοβιογραφίας

—της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου—

Στην πρόσκληση της εκδήλωσης αυτής για τον Φίλιπ Ροθ δηλώνεται ρητά, αν και εντός παρενθέσεως, «δυστυχώς, χωρίς τον Φίλιπ Ροθ». Δεν διευκρινίζεται όμως χωρίς ποιον από όλους τους Φίλιπ Ροθ: τον νεαρό ήρωα της Συνωμοσίας εναντίον της Αμερικής; Τον ήρωα της Επιχείρησης Σάυλωκ; Τον ντοπελγκαίνγκερ του Ροθ, τον άλλο Φίλιπ Ροθ πάλι στην Επιχείρηση Σάυλωκ; Ή τον άνθρωπο που έχει υπογράψει 31 βιβλία σε διάστημα σχεδόν 60 ετών, για τα οποία συχνά «κατηγορείται» ότι πρωταγωνιστεί ο ίδιος, με διαφορετικά ονόματα, σε όλα τους;

Ο τίτλος, επίσης της εκδήλωσης λέει «παρουσίαση του έργου του Φίλιπ Ροθ». Αλλά νομίζω πως, εν προκειμένω, είναι περίπου αδύνατο να απομακρύνεις αρκετά το δημιούργημα από τον δημιουργό του. Επαναλαμβάνω, εν προκειμένω. Και δεν το λέω από κανέναν νηπιακό ρομαντισμό που υπαγορεύει ότι αν αγάπησες ένα έργο τέχνης, σίγουρα θα αγαπούσες και τον δημιουργό του, αλλά γιατί εν προκειμένω, ματαεπαναλαμβάνω– ο Ροθ και οι κατά καιρούς εαυτοί του είναι ένα ενιαίο σύστημα. Είναι συνυφασμένοι με το έργο του, απλώς, όχι με τη μάλλον απλοϊκή, αυτοβιογραφική έννοια για την οποία τον μέμφονται. Η δική μου αίσθηση είναι ότι, ιδίως από τον Πόρτνοϊ  και μετά, ο Ροθ αποδύεται σε ένα βαθύτατα μεταμοντέρνο παιχνίδι με παίκτες τον δημιουργό, τα δημιουργήματά του, τα δημιουργήματα των δημιουργημάτων του ΚΑΙ, μοιραία, το αναγνωστικό κοινό. Ο Ροθ ΕΙΝΑΙ το έργο του, συνειδητά και μάλλον σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι συνήθως ισχύει για τους καλλιτέχνες. Ίσως, τελικά, σωστότερος τίτλος για την αποψινή συνάντηση –το καταθέτω, έστω και με καθυστέρηση- θα ήταν «Παρουσίαση του έργου ‘Φίλιπ Ροθ’ (δυστυχώς, χωρίς κανέναν από τους διαθέσιμους Φίλιπ Ροθ παρόντες αυτοπροσώπως)».

Τώρα, λοιπόν, μπορούμε να το πούμε: ο Ροθ είναι ένας μεταμοντέρνος – κι αυτή τη στιγμή ας τον φανταστούμε λίγο να κατεβάζει τις φουντωτές φρυδάρες του, γιατί καθόλου δεν του αρέσει ο όρος. Έτσι έχει πει. Δεν έχει τίποτα με τον μεταμοντερνισμό προσωπικά, απλώς τον διακατέχει μια γενικότερη αντιπάθεια απέναντι σε κάθε είδους «σχολή». Και για να δυσκολέψει ακόμα περισσότερο την πίστα για όποιους θέλουν οπωσδήποτε να τον εντάξουν σε μια γνωστή κατηγορία, ας πούμε επιπλέον ότι είναι ένας μεταμοντέρνος ρεαλιστής. Και είναι ίσως αυτός ο συνδυασμός που μπερδεύει τόσο πολλούς, δηλαδή το μακροσκοπικό παιχνίδι με τους ρευστούς, πολλαπλούς εαυτούς μέσα στο μεγάλο πλαίσιο του όλου έργου του από τη μια, και από την άλλη η μικροσκοπική ανατομία του εκάστοτε ήρωα, του κάθε του βήματος μέσα στο εκάστοτε βιβλίο, καθώς ανακαλύπτει και αποκαλύπτει πόσο ασταθή είναι τα στοιχεία της ταυτότητάς του.

Μεταμοντέρνος ρεαλιστής: τι θα πει αυτό; Θα πει, κατ’ αρχάς ότι ο αναγνώστης του Ροθ ξέρει και σχεδόν περιμένει σε κάθε καινούργιο βιβλίο το γεωγραφικό πλαίσιο: το Νιούαρκ, η Νέα Υόρκη ή η ύπαιθρος του Κονέτικατ ή όπου αλλού έχει ζήσει ο Ροθ, με την ίδια βεβαιότητα που ο αναγνώστης του Τόλκιν περίμενε σε κάθε δικό του βιβλίο το γεωγραφικό πλαίσιο της Μέσης Γης. Είναι ο χώρος της μυθολογίας του, και τα πλάσματα που τον ενοικούν προέρχονται απ’ αυτόν. Ένας χώρος όμως που τυγχάνει απολύτως πραγματικός, σχεδόν μπανάλ στη λογοτεχνία τώρα πια, αν και δεν ήταν τον καιρό που άρχισε να γράφει. Οι κεντρικοί ήρωές του είναι συνήθως είτε συγγραφείς είτε καθηγητές πανεπιστημίου, και σχεδόν πάντα –με εκτυφλωτική εξαίρεση τη Λούσι στο Τότε που ήταν καλό κορίτσι, εβραίοι ετεροφυλόφιλοι άνδρες. Και εμπλέκονται σε περιπέτειες πολύ έξω και πέρα από τα συνηθισμένα.

Την άποψή του για τον εαυτό του ή τους εαυτούς του και το έργο του, θα προσπαθήσω να το παρουσιάσω εδώ ως εάν να ήταν ο Ροθ παρών, δηλαδή μέσα από τα ίδια του τα λόγια, όπως έχουν αυτά καταγραφεί στις πολυάριθμες συνεντεύξεις του. Γιατί τα λέει πολύ ωραία: «Όλοι ξέρουμε για ανθρώπους που μπαίνουν σ’ ένα αστυνομικό τμήμα και ομολογούν εγκλήματα που δεν έχουν διαπράξει. Ε, αυτή η ψευδής ομολογία αρέσει και στους συγγραφείς. Οι μυθιστοριογράφοι ενδιαφέρονται και γι’ αυτά που συμβαίνουν σε άλλους ανθρώπους και, σαν τους απανταχού ψεύτες και τους απατεώνες, υποκρίνονται ότι κάτι δραματικό και φρικτό και ανατριχιαστικό ή θεσπέσιο που συνέβη σε κάποιον άλλο, συνέβη στην πραγματικότητα σε εκείνους».

Η βασική γεωγραφική συνθήκη που λέγαμε λίγο πιο πριν σε συνδυασμό με τα βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων του ευθύνεται για τη Μεγάλη Μομφή (με κεφαλαία και τα δύο Μ) που απευθύνεται συχνά, συχνότατα, στον Ροθ: ότι διαρκώς αυτοβιογραφείται. Ότι δηλαδή δεν επινοεί τίποτα, παρά μόνο αναμασά και μας σερβίρει, με ελάχιστες παραλλαγές, στοιχεία της δικής του ζωής. Και φυσικά ότι όλα όσα έχουν στο κεφάλι τους και στον χαρακτήρα τους οι άρρενες ήρωές του είναι δική του φωτοτυπία. Ότι γράφει κλώνους του.

assets_LARGE_t_942_45112959Βέβαια, ο ίδιος ως αθώα περιστερά, δήθεν, φροντίζει να επιγράφει πολύ ξεκάθαρα τα βιβλία του: μυθιστόρημα, στη συντριπτική τους πλειονότητα λέει κάτω από τον τίτλο ή αληθινή ιστορία (όπως η Πατρική Κληρονομιά) ή αυτοβιογραφία (όπως τα Γεγονότα, που κυκλοφόρησαν πριν από λίγες μέρες από την Πόλι σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά). Απλά και σαφή τα πράγματα, έτσι; Ναι, αμέ. Τόσο απλά και τόσο σαφή που στο ρητώς αυτοβιογραφικό του βιβλίο, ο συγγραφέας γράφει επιστολή σε έναν από τους χαρακτήρες του. Και εννοείται πως ο χαρακτήρας του απαντά!

Το «μπλέξιμο» με την αυτοβιογραφία ξεκινά ουσιαστικά από το Η ζωή μου ως άνδρα (1974), όπου πρωτομπαίνει στο παιχνίδι ο Νέιθαν Ζούκερμαν. Άλλοι τον έχουν πει alter ego, άλλοι Ροθ με διαφορετικό όνομα (κλώνο, που λέγαμε πιο πριν), άλλοι, απλώς βασικό όχημα του Ροθ κατά την εξερεύνηση του πορτρέτου του καλλιτέχνη – ενός όποιου καλλιτέχνη-  και του ερωτήματος πώς μετουσιώνεται η προσωπική εμπειρία σε τέχνη. Το ίδιο περίπου ισχύει και για τον Κέπες, ήρωα άλλων τεσσάρων μυθιστορημάτων. Βέβαια, στην πραγματικότητα, αρχικά τουλάχιστον, ο Ζούκερμαν δεν είναι καν άμεσο δημιούργημα του Ροθ αλλά του μυθοπλαστικού ΖΟΥΚΕΡΜΑΝχαρακτήρα Πίτερ Τάρναπολ, που όντως έχει ομοιότητες με τον Ροθ και χρησιμοποιεί κι αυτός με τη σειρά του τον Ζούκερμαν ως φερέφωνο, ως βατήρα. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να απομακρυνθείς από την «αυτοβιογραφία»: περνώντας το υλικό σου μέσα από το φίλτρο δύο άλλων χαρακτήρων. Ένα είδος χαλασμένου τηλέφωνου; Ή μήπως εξώθηση της φαντασίας ένα μεγάλο βήμα πιο πέρα από εκεί που σταματάει ο μέσος μυθιστοριογράφος;

Εν πάση περιπτώσει, από το Ζούκερμαν λυόμενος (1981) και μετά, ο ήρωας αυτονομείται από τον ένα του δημιουργό, τον Τάρναπολ και απομένει μόνο η σχέση του με τον αρχι-δημιουργό των πάντων, Φίλιπ Ροθ. Και πρόκειται για στενή σχέση, για έναν διάλογο οκτώ βιβλίων, από το 1981 έως το 2007 με το Φεύγει το φάντασμα.

Ο Ροθ έχει απαντήσει πλειστάκις στο επίμονο ερώτημα ποιος είναι ο συγγραφέας και ποιος ο ήρωας.

philip-roth

Με αφορμή τον Συγγραφέα Φάντασμα, ο Ροθ λέει σε μια συνέντευξή του κάτι εξαιρετικά απλό κατ’ αρχάς όσον αφορά τη βιωματική διάσταση των έργων του: «Ενδέχεται», λέει, «να μην είχα ενδιαφερθεί ποτέ να γράψω για έναν συγγραφέα αποτραβηγμένο από τον κόσμο αν δεν είχα πρώτα πάρει ο ίδιος μια μικρή γεύση από τα 35 χρόνια της ζωής του Λόνοφ στην μαγεία της εξοχής. Χρειάζομαι να πατάω σε κάτι σταθερό για να κάνει η φαντασία μου το άλμα».

Σε κάποια άλλη συνέντευξή του, καμιά δεκαριά χρόνια πριν, ο Δανός δημοσιογράφος, feygeitofantasma570μετά φόβου Θεού αποτόλμησε την ερώτηση που προφανώς έχει γίνει μέσα στα χρόνια το κόκκινο πανί για τον Ροθ: «Τελικά, πού τελειώνει ο πραγματικός Ροθ και πού ξεκινά η λογοτεχνία; τον ρωτά. Ο Ροθ, λέει, αφού τον κοίταξε λίγο εκνευρισμένος και σαν να είχε μπροστά του κάποιον εντελώς βλάκα, απάντησε: «Αυτήν την ερώτηση, πραγματικά δεν την καταλαβαίνω. Ούτε διαβάζω ούτε αντιλαμβάνομαι έτσι τα βιβλία. Εμένα μ’ ενδιαφέρει το αντικείμενο, το… το πράγμα, η ιστορία, το αισθητικό ταρακούνημα που παθαίνεις όντας μέσα α’ αυτό το πράγμα. Αν είμαι ο Ροθ ή ο Ζούκερμαν; Είμαι όλα. Αυτό λέω. Όλα είμαι εγώ. Και τίποτα δεν είμαι εγώ».

Και συμπληρώνει, τρόπον τινά, σε άλλη συνέντευξη: «Είμαι, ας πούμε, κάποιος που προσπαθεί αγρίως να μεταμορφωθεί βγαίνοντας από τον εαυτό του και υποδυόμενος τους αγρίως μεταμορφούμενους ήρωές του. Βασικά μοιάζω πάρα πολύ με κάποιον που περνάει όλη του τη μέρα γράφοντας».

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση του παιχνιδιού του με τους εαυτούς να ήταν η Επιχείρηση Σάυλωκ, όπου, θυμίζω, ο ήρωας είναι ένας συγγραφέας ονόματι Φίλιπ Ροθ που έρχεται σε αντιπαράθεση με κάποιον που έχει σφετεριστεί την ταυτότητα (και την όψη του) και μπλέκεται σε μια σκοτεινή ιστορία με τη Μοσάντ. Εδώ, το εξωπραγματικόν τηςa5691519-1a21-4963-bc68-604b46ac7470_6 υπόθεσης έκανε επιτέλους πολλούς κριτικούς του να πουν ότι, α, πρόκειται για παιχνίδι. Και φυσικά, ο Ροθ δεν το άφησε να πέσει κάτω. Έτσι είστε; Μπλόφα στην μπλόφα, λοιπόν! Λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, δήλωνε με άκρα σοβαρότητα παντού ότι η ιστορία είναι απολύτως αληθινή, ρίχνοντας μια βρεγμένη κουβέρτα αμηχανίας στους πάντες.

«Δεν πρόκειται να μπω σ’ αυτόν τον διάλογο μαζί τους», λέει. «Το μόνο που είχα να τους πω ήταν ότι όταν έγραψα το Σύνδρομο Πόρτνοϊ, όλοι ήταν σίγουροι ότι ο Πόρτνοϊ ήμουν εγώ, εγώ όμως τους είπα ότι δεν είναι έτσι. Όταν έγραψα τον Συγγραφέα Φάντασμα όλοι ήταν σίγουροι ότι ήμουν εγώ, εγώ όμως είπα ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συνέβη ποτέ σε μένα. Ποτέ δεν γνώρισα καμιά κοπέλα που να μοιάζει με την Άννα Φρανκ. Ποτέ δεν με φιλοξένησε στο σπίτι του κανένας συμπαθητικός συγγραφέας. Όλα τα επινόησα. Και τώρα που λέω την αλήθεια, όλοι επιμένουν ότι την ιστορία την έχω επινοήσει. Τους λέω, “Μα πώς γίνεται να την έχω επινοήσει αφού εσείς πάντα λέτε πως είμαι ανίκανος να επινοήσω οτιδήποτε;” Δεν βγάζεις άκρη!»

Ως αναγνώστες και ως άνθρωπο έχουμε μια σχέση με την αλήθεια και τον μύθο ούτως ή άλλως ταραχώδη· κατά βάθος, θέλουμε να είναι αλήθεια ό,τι διαβάζουμε στη μυθοπλασία, αλλά ίσως εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: ακόμα κι αν οι ήρωες του πραγματικού συγγραφέα είναι ο ίδιος, ένα κατ’ αρχήν πραγματικό πρόσωπο που εισάγεται σε μια φανταστική ιστορία δεν γίνεται κι αυτό αυτομάτως φανταστικό; Αρκεί μια ληξιαρχικού τύπου ταύτιση στοιχείων του παρελθόντος για να είναι ένα πρόσωπο πραγματικό, ή μήπως από τη στιγμή που μπαίνει σε μια επινοημένη ιστορία γίνεται κι αυτό επινόηση;

Λέει επ’ αυτού ο Ροθ: «Το να φτιάχνω πλαστές βιογραφίες, πλαστή ιστορία, να κατασκευάζω μια μισο-φανταστική ύπαρξη από την πραγματική δράση της ζωής μου ΕΙΝΑΙ η ζωή μου. Κάποια απόλαυση θα πρέπει να έχει κι αυτή η δουλειά, και η απόλαυση είναι αυτή. Να μεταμφιέζεσαι. Να υποδύεσαι έναν χαρακτήρα. Να περνάς για κάτι που δεν είσαι. Να ΥΠΟΚΡΙΝΕΣΑΙ. Αυτή η ύπουλη και πονηρή μασκαράτα. Σκεφτείτε έναν εγγαστρίμυθο. Ο εγγαστρίμυθος μιλάει έτσι ώστε η φωνή του να μοιάζει πως προέρχεται από κάποιον που βρίσκεται μακριά από τον ίδιο. Αν όμως δεν βρισκόταν στο οπτικό σου πεδίο, η παράστασή του δεν θα είχε για σένα καμία απόλαυση. Η τέχνη του συνίσταται στο να είναι παρών ΚΑΙ απών. Είναι ο εαυτός του κατ’ εξοχήν όντας ταυτόχρονα κάποιος άλλος, και μόλις πέσει η αυλαία δεν “είναι” πια κανένας από τους δύο. Δεν εγκαταλείπεις απαραιτήτως, ως συγγραφέας, εντελώς τη βιογραφία σου προκειμένου να προβείς στην μίμηση. Μπορεί μάλιστα να είναι και πιο συναρπαστικό όταν δεν το κάνεις. Αλλά την παραμορφώνεις, την παρωδείς, την ταλαιπωρείς, την υπονομεύεις, την εκμεταλλεύεσαι – μόνο και μόνο για να προσδώσεις στη βιογραφία εκείνη τη διάσταση που θα εξάψει τον βίο του λόγου σου».

Philip_Roth-To_Zwo_Poy_XepsyhaΕίναι λίγο αστείο πώς οι επικριτές του Ροθ βάζουν μπροστά την υποτιθέμενη αυτοαναφορικότητα και την εμμονή του συγγραφέα με συγκεκριμένα θέματα (που πράγματι υπάρχουν στα βιβλία του – το σεξ, το γήρας, η εβραϊκή οικογένεια, το μπέιζμπολ ενίοτε, οι ασθένειες του προστάτη συχνά, όλα αυτά ασφαλώς και υπάρχουν) υποβιβάζοντας τα πραγματικά κεντρικά του θέματα: τον λαβύρινθο της δημιουργικής διαδικασίας από τον καλλιτέχνη και την ασταθή φύση του Εγώ – μια φύση τόσο ασταθή στην «αληθινή ζωή» όσο και στο χαρτί, όπου ο συγγραφέας έχει τη δυνατότητα να αλλάξει με μία και μόνο λέξη όλο το οικοδόμημα του χαρακτήρα του.

«Συνεπώς», λέει ο Ροθ, «το ίδιο το μυθιστόρημα είναι ο πνευματικός κόσμος του συγγραφέα. Ο συγγραφέας δεν είναι ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή της ανθρώπινης σκέψης. Είναι ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή της μυθοπλαστικής λογοτεχνίας. Τέλος».

Κλείνοντας, δυο λόγια για από την πλευρά του άλλου ντοπελγκαίνγκερ του συγγραφέα, που είναι, μοιραία, ο μεταφραστής του: Ως συγγραφέας, ο Ροθ είναι ικανός για όλα – και τα κάνει όλα: ξέρει το χιούμορ, τη σάτιρα, την τραγωδία, τον σαρκασμό, γράφει ίσως τους πιο ζωντανούς, τρισδιάστατους διαλόγους στην αμερικάνικη λογοτεχνία. Ο Ροθ δεν έχει όμως αυτό που συχνά ονομάζουμε «λογοτεχνικότητα»: στρογγυλό μεταφορικό λόγο, μικρά έστω ξεσπάσματα ποιητικότητας, πινελιές λυρισμού. Όχι, η γλώσσα του έχει, ακόμα και στο χιούμορ, τη γύμνια της ευστοχίας. Ο Ροθ ξέρει –σαν τον εβραίο πυγμάχο που δεν έγινε ποτέ και που θαύμαζε ο πατέρας του,- ξέρει πώς να δίνει την καθοριστική γροθιά: αν η παράγραφος είναι ένας πυγμαχικός γύρος, η τελευταία της αράδα είναι συνήθως εκείνη που αφήνει τον αναγνώστη οδυνηρά και ηδονικά παραζαλισμένο – και τον μεταφραστή, με τον τρόμο αν έχει αποδώσει τη δύναμη της φράσης επαρκώς.

Θα έλεγα ότι η γλώσσα του εμπεριέχει δύο βασικά στοιχεία:  μια αριστοτεχνική ικανότητα αυξομείωσης της θερμοκρασίας και του τόνου, από τη μια και από την άλλη να διατηρεί ένα υψίπεδο διαβολικά παθιασμένης γραφής, ένα υψίπεδο που μοιάζει ξέπνοο και μαζί κόβει την ανάσα. Ο Ροθ γράφει με ένταση, ακόμα κι όταν η θερμοκρασία της γλώσσας του χαμηλώνει. Αυτές οι αυξομειώσεις στη θερμοκρασία, ενώ το βάθος της έντασης παραμένει αμείωτο, είναι για τον μεταφραστή κάτι σαν παρατεταμένος δρόμος ταχύτητας. Δεν γίνεται να του ξεφύγεις, δεν σε αφήνει. Είναι εξαντλητικό. Και σίγουρα δεν τελειώνει με την παράδοση της μετάφρασης στον εκδότη. Οι βδομάδες, οι μήνες που έχεις περάσει  μεταφράζοντας Ροθ, αυτό το σφυροκόπημα της γλώσσας εγγράφεται κάπου στο στομάχι σου. Είναι πολύ δύσκολο να ξεκουρντιστείς μετά από έναν Ροθ. Αισθάνεσαι πως θέλεις μετά κάτι λάιτ, κάτι ανάλαφρο, ένα μπουκάλι νερό μετά από ένα μπουκάλι ουίσκι, αλλά, φευ. Στην πραγματικότητα θες μόνο κι άλλο από το ίδιο.

* * *

Writer Philip Roth

Ο γραπτός και ο άγραφος κόσμος του Φίλιπ Ροθ

—της Κατερίνας Σχινά—

Ο Φίλιπ Ροθ είναι ο par excellence  πεζογράφος – διηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, κριτικές, αυτοβιογραφικά κομμάτια, συνεντεύξεις με τον εαυτό του. Σ’ αυτά θα επικεντρωθώ. Θα ανατρέξω στα δημοσιογραφικά κείμενά του, θα ανοίξω τα λίγα “non fiction” βιβλία του και θα φυλλομετρήσω τα μη λογοτεχνικά του πεζά, που συγκεντρωμένα σε δύο τόμους [Reading myself and others και Shop Talk – στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ‘Πόλις’ με τίτλο Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους και Κουβέντες του σιναφιού αντιστοίχως) αποκαλύπτουν, όπως και αρκετά ακόμα αθησαύριστα κείμενά του, διάσπαρτα σε περιοδικά και εφημερίδες, όσα τον απασχόλησαν σε όλη του τη ζωή: οι μηχανισμοί του αμερικανικού βίου και η επίμοχθη προσπάθεια του καλλιτέχνη να τους περιγράψει με ακρίβεια, ο ρόλος του τόπου και της filmιστορίας στη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας, η υπέρβαση, μέσω της τέχνης και της λογοτεχνικής φαντασίας, των συντριπτικών αξιώσεων της ιδεολογίας. Ή, με τα δικά του λόγια, «η συνεχής και ολοκληρωτική ενασχόληση με τη σχέση ανάμεσα στον γραπτό και στον άγραφο κόσμο».

Οι πρώτες κριτικές και τα δοκίμια του Φίλιπ Ροθ εμφανίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’50, όσο ήταν λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Σικάγου, αρχής γενομένης από δυο σατιρικά κείμενα με θέμα την προεδρεία του Αϊζενχάουερ και ένα εκδοτικό σκάνδαλο, που φιλοξενήθηκαν στο περιοδικό Chicago Review. Λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1957, ο Ροθ εγκαινιάζει την οκτάμηνη συνεργασία του με το περιοδικό The New Republic, επικεντρωμένη στην κινηματογραφική και τηλεοπτική κριτική. Δεν είναι ασφαλώς καθαρόαιμος κριτικός: σπάνια μιλάει για την τέχνη του σινεμά περιορίζοντας τις παρατηρήσεις του στην αφήγηση, την ανάπτυξη των χαρακτήρων, το κοινωνικό σχόλιο, και σχεδόν πάντα ενδίδει στο δέλεαρ της μυθοπλασίας. Η κριτική του για τη διασκευή του μυθιστορήματος του Χέμινγουεϊ Ο ήλιος ανατέλλει ξανά από την 20th Century Fox δεν είναι παρά μια άσκηση στην αλά Χέμινγκγουέι πρόζα∙  στην παρουσίαση της ταινίας του Ρόμπερτ Ρόσεν Νησί στον ήλιο (1957) όπου ένας χαρισματικός, πολιτικά αφυπνισμένος μαύρος προσπαθεί να διαχειριστεί τον  έρωτά του για μια λευκή, επιπλήττει τους δημιουργούς γιατί αντιμετώπισαν το φυλετικό πρόβλημα «με την απλοϊκότητα ενός παραμυθιού όπως Η μάνα μου η χήνα»∙ και στην πιο τολμηρή του στιγμή, υποστηρίζει ότι  η πιο αξιομνημόνευτη σκηνή από τη Γέφυρα του Ποταμού Κβάι του Ντέιβιντ Λην, όταν, προς το τέλος της ταινίας, ο πληγωμένος συνταγματάρχης πέφτει κατά λάθος πάνω στον πυροκροτητή που θα τινάξει τη γέφυρα στον αέρα, στην πραγματικότητα στερεί την ταινία από τη δύναμή της: «Τι έχω κάνει;» ρωτάει στο τέλος ο Συνταγματάρχης. Μα τι σόι ερώτηση είναι αυτή; Το οδυνηρό ερώτημα, αυτό που οφείλει να θέσει ένας τραγικός ήρωας, είναι «Τι πρέπει να κάνω τώρα;» Γιατί πρέπει κάτι να κάνει. Το να βάζεις τον ήρωα να πέφτει πάνω στον πυροκροτητή κατά λάθος, σημαίνει ότι η τελική καταστροφή επέρχεται όχι από επιλογή, (με όσα αυτή κοστίζει σε εσωτερική διαπάλη και εναγώνια αναμέτρηση με τις πολλαπλές δυνατότητες) αλλά από απλή συγκυρία. Και η ταινία, που έχει αρχίσει ως δράμα χαρακτήρων, τελειώνει θλιβερά, με κάποιες νεφελώδεις και μελοδραματικές διαπιστώσεις περί ειρωνείας της τύχης».

Εκτός από κριτικές, ο Ροθ γράφει επίσης ρεπορτάζ, διανθίζοντάς τα με προσωπικές  αναφορές και αυτοβιογραφικές νύξεις, προαναγγέλλοντας, κατά κάποιο τρόπο, το ρεύμα του new Journalism. Περιγράφοντας τα καλλιστεία για την ανάδειξη της Μις Αμέρικα f91832e2-97db-497d-9be3-5b0653e3d58d_21957, [Στέψη] ανακαλεί τον μπαρμπέρη που τον κούρευε παιδί, έναν «εξηντάχρονο τουρκοεβραίο που μου είχε διδάξει τη λαγνεία πολύ πριν αρχίσω να ξυρίζω τα μάγουλά μου∙ ο θαυμασμός του για την υιοθετημένη του πατρίδα περιοριζόταν κυρίως στις μακρυκάνες γυναίκες της» και σχολιάζει ειρωνικά: «Όλες αυτές οι πανέμορφες γάμπες είναι στην πραγματικότητα κορίτσια… τα οποία, όταν ερωτώνται τι θαυμάζουν περισσότερο, μιλούν, σε αντιπερισπασμό προς τη σαρκική τους υπόσταση, για τους αδελφούς και τους Μπαμπάδες τους». Σ’ ένα κομμάτι με τίτλο “Τι είδος ανθρώπου είμαι” με θέμα τη ζωή ενός νεαρού διανοούμενου, ένα αρκετά στερεότυπο κείμενο από εκείνα που συνήθως διαβάζουμε στον New Yorker στην ουσία αυτοβιογραφείται∙ και στο «Αναμνήσεις πέρα από το μη παρέκει», παρότι μόλις 27 ετών, νοσταλγεί τα παιδικά του καλοκαίρια στην Παραλία του Μπράντλεϊ. Ήδη είναι αναγνωρίσιμα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα αποτυπωθούν με τόση ακρίβεια και χιούμορ στο πρόσωπο του Νηλ Κλούγκμαν, κεντρικού ήρωα της συλλογής του Αντίο Κολόμπους.

Το πιο παλιό δοκίμιο του νεαρού Ροθ που δημοσιεύεται στη βιβλίο Reading myself and othersέχει τον τίτλο «Γράφοντας αμερικανικό μυθιστόρημα» και αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή του λόγου που εκφώνησε στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ το 1960, στο πλαίσιο του συμποσίου «Γράφοντας σήμερα στην Αμερική». Ήδη έχει εκδοθεί το Αντίο Κολόμπους, εκτοξεύοντάς τον απότομα και επεισοδιακά στην κεντρική λογοτεχνική σκηνή, και τώρα ο Ροθ, πριν ακόμα κλείσει τα τριάντα, αναλαμβάνει να υπερασπιστεί σοβαρά την τέχνη του. Το σύντομο αυτό δοκίμιο ανοίγει με την τρισέλιδη περιγραφή μιας υπόθεσης που είχε συγκλονίσει το Σικάγο το 1957, όταν δυο έφηβες αδελφές, η Πάτι και η Μπαμπς Γκράιμς, βρέθηκαν νεκρές σ’ ένα χαντάκι στα δυτικά της πόλης, τρεις μήνες μετά την εξαφάνισή τους από το σπίτι τους, μια νύχτα του Δεκέμβρη: είχαν φύγει για τον κινηματογράφο όπου θα παρακολουθούσαν για έκτη ή έβδομη φορά μια ταινία με τον Έλβις Πρίσλεϊ και δεν γύρισαν ποτέ. Η ακόρεστη δίψα του κοινού για ειδήσεις και η σπουδή με την οποία προθυμοποιήθηκαν να την κορέσουν τα τοπικά ΜΜΕ, φτάνοντας να διοργανώσουν ακόμα και ένα διαγωνισμό με νικητή όποιον απαντούσε καλύτερα στο ερώτημα «Πώς νομίζετε ότι δολοφονήθηκαν οι αδελφές Γκράιμς;» έκαναν διάσημους όλους τους εμπλεκόμενους και μαζί τον Μπένι Μπέντγουελ, έναν τριανταπεντάρη περιθωριακό που μάλλον ομολόγησε τον φόνο για να κομπάσει και αργότερα έγινε ήρωας του δημοφιλούς στην εποχή του αφηγηματικού τραγουδιού The Benny Bedwell Blues. Ένα είναι το ηθικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας για τον Ροθ:  «Ο Αμερικανός συγγραφέας στα μέσα του 20ου αιώνα έχει στα χέρια του πολύ υλικό στην προσπάθειά του να κατανοήσει, να περιγράψει και στη συνέχεια να καταστήσει πιστευτή την αμερικανική πραγματικότητα. Είναι μια πραγματικότητα που καταπλήσσει, αποχαυνώνει, αρρωσταίνει, εξοργίζει και τελικά φέρνει σε αμηχανία τη φαντασία, η οποία μπροστά της αποδεικνύεται πολύ ισχνή. Η επικαιρότητα ξεπερνάει τα ταλέντα του και η καθημερινότητα σκαρώνει σχεδόν καθημερινά ήρωες που θα προκαλούσαν το φθόνο κάθε μυθιστοριογράφου».

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον Ροθ, λοιπόν, παρουσιάζει δύο όψεις: από τη μια ο συγγραφέας πρέπει να αποφασίσει τι σημαίνει «Αμερική» —σε μια εποχή που αυτή η θεμελιώδης έννοια πάνω στην οποία χτίζεται η φαντασία του έχει θρυμματιστεί τόσο ώστε να μην αναγνωρίζεται— και από την άλλη ποια είναι η βασική του ευθύνη, όταν στο έργο του τεκμηριώνει αυτήν την ιστορική αλλαγή. Όσο για τις αιτίες αυτού του θρυμματισμού (ήδη από τις αρχές της δεκαετίες του ’60 τις διαβλέπει ο Ροθ!), αυτές δεν είναι άλλες από την υπερδιόγκωση της επικοινωνίας, τη λατρεία της δημοσιότητας, την καταναλωτική εμμονή.

Αυτά τα δύο ερωτήματα —τι είναι η Αμερική και πώς την αναπαριστά ο συγγραφέας— στοιχειώνουν τη δημιουργική φαντασία του Ροθ∙ και για να τα απαντήσει πληρέστερα καταφεύγει σε μια αδιαμφισβήτητη αυθεντία, στον αγαπημένο του Άντον Τσέχωφ: «Διαπραγματευόμενος τους σκοπούς της τέχνης του», λέει στη συνέντευξή του με τον Τζωρτζ Πλίμπτον [«Για το Σύνδρομο ΠόρτνοϊThe New York Times Book Review, 1969] «ο Τσέχωφ διακρίνει μεταξύ ‘της λύσης του προβλήματος και της ορθής παρουσίασης του προβλήματος’, συμπληρώνοντας ‘μόνο το τελευταίο είναι υποχρεωτικό για τον καλλιτέχνη’». Το διδακτικό ή ηθικολογικό γράψιμο γλιστράει πολύ συχνά σε απλό μελόδραμα ή προπαγάνδα, γιατί στην προσχεδιασμένη του προσπάθεια να προτείνει λύσεις, αναγκαστικά περιορίζει την ηθική αμφισημία που ενυπάρχει σε κάθε ζήτημα. «Δεν με ενδιαφέρει να γράψω για το τι θα έπρεπε να κάνουν οι άνθρωποι για το καλό της ανθρωπότητας ή για το τι υποδύονται ότι κάνουν, αλλά να γράψω για όσα πραγματικά διαπράττουν, αδιαφορώντας για την προγραμματική αποτελεσματικότητα όσων θεωρητικών πιστεύουν ότι έχουν το αλάθητο», τονίζει σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στο Paris Review, το 1984.

assets_LARGE_t_420_378874

Η αγωνία για έναν επαρκή ορισμό της Αμερικής δίνει το σχήμα στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του Ροθ, εμπνέοντας την προαστιακή δυστοπία των Πάτιμκιν στο Αντίο Κολόμπους, τον πολιτικό ριζοσπαστισμό της Μέρι Λιβόβ στο Αμερικανικό Ειδύλλιο, την ηθική οργή του Κόλμαν Σιλκ στο Ανθρώπινο στίγμα. Ωστόσο, η διφορούμενη σχέση του με τη χώρα αποτυπώνεται ευκρινέστερα στη συνέντευξή του με τον Αλαίν Φιλνκελκρότ (Nouvel Observateur, 1981): «Η Αμερική μου επιτρέπει τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία ώστε να ασκήσω την κλήση μου. Η Αμερική έχει το μόνο κοινό που μπορώ να φανταστώ ότι είναι σε θέση να αντλήσει διαρκή απόλαυση από τα βιβλία μου. Η Αμερική είναι ο τόπος που γνωρίζω καλύτερα στον κόσμο. Είναι ο μόνος τόπος που γνωρίζω στον κόσμο. Η συνείδησή μου και η γλώσσα μου διαμορφώθηκαν στην Αμερική. (…) Ό, τι είναι η καρδιά για τον καρδιολόγο, ο νεροχύτης για τον υδραυλικό και το κάρβουνο για τον ανθρακωρύχο είναι για μένα η Αμερική».

Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, ο Ροθ αρνείται να δώσει μιαν απερίφραστη απάντηση στο πιεστικό ερώτημα και αντίθετα επιστρατεύει την μεταφορά για να περιγράψει πώς αισθάνεται την Αμερική και όχι για να ορίσει τι είναι η Αμερική. Αυτόν τον ρόλο τον αφήνει στους πολιτικούς.

philip-roth_custom-4dda9907a6cd146b73bfc39995317d935c8c7756-s6-c30

Αμερικανός γέννημα-θρέμμα, ταυτόχρονα όμως και Εβραίος, ο Ροθ όχι μόνο θα βιώσει το διχασμό αυτής της διπλής ταυτότητας, αλλά και την πίεση που προκαλεί η αναζήτηση, στο πλαίσιο αυτής της διττότητας, μιας ανεύρετης ενότητας. Όπως γράφει ο μεγάλος φίλος του, ο Ισραηλινός συγγραφέας Άαρον Άπλφελντ, ο Ροθ είναι ασυζητητί «Εβραίος συγγραφέας», όμως οι εκκοσμικευμένοι ήρωές του είναι «Ιουδαίοι χωρίς ιουδαϊσμό»· για τους περισσότερους, η συνύπαρξη εβραϊσμού και αμερικανισμού δεν είναι ούτε ιστορικό πεπρωμένο ούτε παθητική αποδοχή ενός ετεροκαθορισμού, αλλά ένα ζήτημα πάντοτε ανοιχτό. Η ταυτότητα στον Ροθ δεν είναι μία, ενιαία, σταθερή και συμπαγής, αλλά μια πολλαπλότητα συνεχώς μεταβαλλόμενη — κι αυτό δίνει στο άτομο την αινιγματική του μοναδικότητα.

Και φυσικά, ο Ροθ δεν αισθάνεται την υποχρέωση να μιλήσει για λογαριασμό της φυλής του, αλλά διακηρύσσει σε όλους τους τόνους πως είναι «ένας συγγραφέας που τυχαίνει να είναι Εβραίος». Παρ’ όλα αυτά, αισθάνεται την υποχρέωση να εξηγηθεί σε όσους τον κατηγόρησαν για αντισημιτισμό και αυτοαπέχθεια. Στο δοκίμιό του «Γράφοντας για τους Εβραίους» (1963) o Ροθ απαντά στην κριτική που εξαπέλυσαν εναντίον του οι Εβραίοι αναγνώστες –ανάμεσά τους πολλοί ραβίνοι– και κυρίως στο βαθύ τους παράπονο που εκφράστηκε με ερωτήματα του τύπου «Γιατί πρέπει να είστε τόσο επικριτικός;» και «Γιατί μας αποδοκιμάζετε τόσο;». Αυτά τα ερωτήματα φανερώνουν φτωχές, επιφανειακές, προκατειλημμένες αναγνώσεις, γράφει ο Ροθ. Παραποιούν και παραχαράσσουν τον ίδιο τον σκοπό του μυθιστορήματος που σε καμία περίπτωση δεν είναι να επιβεβαιώσει αρχές και πεποιθήσεις μας, ούτε επιζητεί να εγγυηθεί για την ορθότητα των συναισθημάτων μας.  «Στην πραγματικότητα, ο κόσμος της μυθοπλασίας μάς απελευθερώνει από τους περιορισμούς που επιβάλλει η κοινωνία στο συναίσθημα∙ ένα από τα μεγαλειώδη στοιχεία αυτής της τέχνης είναι ότι επιτρέπει, τόσο στον αναγνώστη όσο και στον συγγραφέα, να αντιδράσουν στην εμπειρία με τρόπους που δεν είναι πάντοτε διαθέσιμοι στην καθημερινή διαχείριση της ζωής μας∙ ή αν είναι διαθέσιμοι δεν είναι δυνατοί, εφικτοί, νόμιμοι, ενδεδειγμένοι, ή έστω αναγκαίοι για την επιχείρηση που λέγεται ζωή. Ίσως να μη γνωρίζουμε καν ότι διαθέτουμε τέτοιο φάσμα αισθημάτων και αντιδράσεων πριν έρθουμε σε επαφή με ένα λογοτεχνικό έργο (…) Κι αυτή η διεύρυνση της ηθικής συνείδησης, αυτή η διερεύνηση της ηθικής φαντασίας έχει μεγάλη αξία για τον άνθρωπο και για την κοινωνία».

Για να ενισχύσει το επιχείρημά του, ο Ροθ χρησιμοποιεί το παράδειγμα δύο προσώπων από τα διηγήματα της συλλογής του Αντίο Κολόμπους, τον Λου Επστάιν από το Λου και Γκόλντι και τον  νεοσύλλεκτο Σέλντον Γκρόσμπαρτ από τον Προστάτη των Εβραίων. Και τα δυο αφηγήματα είχαν προκαλέσει τη γενική κατακραυγή για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονταν ο εξηντάχρονος μοιχός Λου και ο ιδιοτελής Γκρόσμπαρτ – προσβλητικάpegasus_LARGE_t_209761_106061509_type13184 για τους Εβραίους, άδικα για όλη τη φυλή. Όμως  ο Ροθ δεν δημιουργεί «αντιπροσωπευτικούς» ήρωες, αλλά ανθρώπινες περιπτώσεις, που προσδοκά να αντιμετωπιστούν ως ατελή μεν, αλλά αναγνωρίσιμα πρόσωπα. «Κι εγώ ο ίδιος θεωρώ την μοιχεία του Επστάιν κακή λύση για τα προβλήματά του, μια αντίδραση παθητική και καταδικασμένη αλλά συνάμα κωμική, αφού δεν συμβαδίζει με την ιδέα που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του ή με αυτά που επιθυμεί», γράφει, υπενθυμίζοντας πως όλοι οι χαρακτήρες του θα έπρεπε να κρίνονται για τις ατομικές τους πράξεις. Και στη συνέχεια επιτίθεται άγρια:  Πώς, όμως, είναι δυνατόν μια τέτοια αντικειμενική κριτική να προέλθει από αναγνώστες όπως εκείνος ο ραβίνος που κατηγόρησε τις ιστορίες του ότι τροφοδοτούν και ενισχύουν ένα μίσος ανάλογο με εκείνο που είχε οδηγήσει στο Ολοκαύτωμα;

Ο τόνος του Ροθ στο δοκίμιό του θυμίζει πληγωμένο ζώο που ανταποδίδει το χτύπημα δαγκώνοντας το εχθρικό χέρι – ωστόσο οκτώ χρόνια αργότερα έχει πια βάλει νερό στο κρασί του. Στο κείμενό του «Η ιστορία των τριών ιστοριών» που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1971 στους New York Times, παραδέχεται ότι ζητάει πολλά από τους αναγνώστες του όταν καλεί «ανθρώπους ακόμα παγωμένους από τη φρίκη της σφαγής των Εβραίων της Ευρώπης από τους Ναζί» να κρίνουν «με ειρωνική αποστασιοποίηση ή ευθυμία και αίσθηση του κωμικού τις ιδιαιτερότητες του εβραϊκού βίου». Η εχθρική υποδοχή του Αντίο Κολόμπους ήταν απότοκο της ιστορικής στιγμής, της ρευστής κοινωνικά και πολιτικά δεκαετίας του ’60 – τότε που η Αμερική τρέκλιζε αδέξια, κλυδωνιζόμενη ανάμεσα στο παρελθόν της και στην πρόκληση της νέας εποχής. Και ο Ροθ – που η δημοτικότητά του αλλά και η κακή του φήμη αναδύθηκαν μέσα στην ίδια αυτή ατμόσφαιρα οργής και συντηρητισμού από τη μια, παραβατικότητας και σεξουαλικής ελευθεριότητας από την άλλη – στέκεται σε πλεονεκτική θέση και ατενίζει προνομιακά την εποχή του: απόμακρος και αντικειμενικός παρατηρητής – ο ασκητικός καλλιτέχνης που τροφοδοτεί την μυθοπλαστική του μηχανή με φέτες παλλόμενης ζωής – και ταυτόχρονα συντελεστής και μαζί προϊόν των απομυθοποιητικών εκείνων χρόνων. Μιλώντας, για παράδειγμα, για την υποδοχή του Συνδρόμου Πορτνόι το 1969, συγκρίνει τη γενιά του με «το πρώτο κύμα των αποφασισμένων εισβολέων στη Νορμανδία, που πάνω στα ματωμένα, πληγωμένα τους κουφάρια πάτησαν τα παιδιά των λουλουδιών για να βγουν στην ακτή και να προελάσουν θριαμβευτικά προς εκείνο του ηδυπαθές Παρίσι που είχαμε ονειρευτεί ότι θα απελευθερώναμε καθώς σερνόμαστε εκατοστό το εκατοστό πάνω στις κοιλιές μας προς το εσωτερικό της χώρας, πυροβολώντας στο σκοτάδι». Πρόδρομος της σεξουαλικής και της πολιτιστικής επανάστασης όπως αυτοπεριγράφεται, οπλίτης μιας ριζικής ανατροπής που ήρθε πολύ αργά για τον ίδιο, ένα και μόνο αίσθημα θα αποκομίσει από τη δεκαετία του ’60: μια «δύναμη ζωής», ένα «δραματικό και θεατρικό» ήθος απείθειας και αντίστασης. Ταυτόχρονα, όμως, όπως εξομολογείται στην Χέρμιον Λη, «ο γεμάτος γεγονότα δημόσιος βίος της χώρας καθώς και όσα συνέβαιναν στο Βιετνάμ», του πρόσφεραν μιαν εντυπωσιακή διαπαιδαγώγηση «στα ηθικά, πολιτικά και πολιτισμικά ενδεχόμενα του τόπου». Και βέβαια θα σατιρίσει, θα σαρκάσει, θα αποδομήσει όλα αυτά τα «ενδεχόμενα».

Παρ’ όλα αυτά, ο Ροθ αρνείται να ενδώσει στην αναγωγή της τέχνης σε ιδεολογία. «Φαίνεται σαν να μην πιστεύετε ότι το μυθιστόρημα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο», διαπιστώνουν οι Α. Μιλμπάουερ και Ντ. Γουάτσον καθώς συζητούν μαζί του για τον Ζούκερμαν («Συνέντευξη για τον Ζούκερμαν», 1985). «Το οτιδήποτε μπορεί να αλλάξει το οτιδήποτε», απαντάει ο Ροθ. «Η άποψή μου είναι ότι οποιεσδήποτε αλλαγές και αν φαίνεται ότι εμπνέει το μυθιστόρημα, συνήθως αυτές έχουν να κάνουν με τους στόχους του αναγνώστη και όχι του συγγραφέα. Υπάρχει κάτι που οι συγγραφείς έχουν τη δύναμη να αλλάξουν και δουλεύουν κάθε μέρα για να το αλλάξουν, κι αυτό είναι η γραφή. Η ευθύνη του συγγραφέα αφορά την ακεραιότητα του Λόγου που ο ίδιος υπηρετεί».

Κι έτσι, ακόμα κι όταν εγγράφεται στην περήφανη γενεαλογία του Σουίφτ και του Όργουελ, ο Ροθ αρνείται ότι η σάτιρα είναι κατάφωρη και απροκάλυπτη πολιτική πράξη. Είναι απλά η μεταμόρφωση της «ηθικής οργής» σε «κωμική τέχνη», όπως ακριβώς μια ελεγεία μεταμορφώνει το πένθος σε ποίηση. «Περισσότεροι άνθρωποι σκοτώνονται σ’ αυτή τη χώρα από σφαίρες παρά από σάτιρες» αστειεύεται. Υποστηρίζει ότι το μυθιστόρημα θα έπρεπε να αναδεικνύει «τον μοναδικό εκείνο τρόπο διερεύνησης που λέγεται φαντασία», προσφέροντας σε κάθε αναγνώστη την απόδραση από τη στενή προοπτική του, αντιστεκόμενο στον πειρασμό να επιβάλλει σημασίες και μηνύματα. Σε ένα αθησαύριστο κομμάτι του δημοσιευμένο στο ΝewYork Review of Books θα καταλογίσει στον Τζέιμς Μπόλντουϊν και τον Αμίρι Μπαράκα (που ακόμη δεν είχε αλλάξει το όνομά του ασπαζόμενος τον μουσουλμανισμό και υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα, Ληρόι Τζόουνς) μανιχαϊσμό, αδυναμία να διακρίνουν τις αποχρώσεις, μονοδιάστατους ήρωες. Συγκρίνει τις πολιτικές τους θέσεις και τους απλοϊκούς χαρακτήρες των έργων τους με σαπουνόπερες και γράφει με εκείνη την χαρακτηριστική για την εποχή, ανέμελη incorrectness τα εξής, αδιανόητα σήμερα: «Αν ήτανε ποτέ να υπάρξει ένα Μαύρο Μουσουλμανικό Έθνος και αν σ’ αυτό το έθνος υπήρχε τηλεόραση, τότε κάτι ανάλογο με τη δεύτερη και την τρίτη πράξη του Blues for MrCharlie[1] θα είναι πιθανότατα το είδος της εκπομπής που θα παρακολουθούν οι νοικοκυρές αυτού του έθνους στην απογευματινή TV».

Η επιμονή με την οποία ο Ροθ απορρίπτει τις αξιώσεις της ιδεολογίας γίνεται ακόμα πιο πεισματική, όταν πρόκειται να αντικρούσει τους επικριτές του. Όταν η Χέρμιον Λη, στη συνέντευξή της για το Paris Review, τον ρωτάει για τις επιθέσεις που δέχεται από τις TEL-ROTH_KORITSI_EX_PARATH.jpgφεμινίστριες, ο Ροθ ζητάει διευκρινήσεις: «Ποιες είναι αυτές;» «Ότι οι γυναικείοι χαρακτήρες στο έργο σας έχουν αντιπαθητικά χαρακτηριστικά, ότι η Λούσι Νέλσον, για παράδειγμα, στο βιβλίο σας When she was good, παρουσιάζεται με εχθρικό τρόπο», ψελλίζει δειλά η Λη. «Μην εξευγενίζετε τέτοιες επιθέσεις, βαφτίζοντάς τες φεμινιστικές» απαντάει δυσαρεστημένος ο Ροθ. «Πρόκειται απλώς για ηλίθιες αναγνώσεις». Όμως η Λη επιμένει: Και οι ηρωίδες στον Καθηγητή του πόθου; Υπάρχουν μόνο για να βοηθάνε ή να δυσκολεύουν τη ζωή του ήρωά σας, του Ντέιβιντ Κέπες. Εδώ ο Ροθ γίνεται ειρωνικός: «Λυπάμαι αν οι άνδρες στα βιβλία μου δεν έχουν τα ορθά αισθήματα για τις γυναίκες, ή αν δεν διαθέτουν το οικουμενικό φάσμα των αισθημάτων απέναντι στις γυναίκες, ή τα αισθήματα που θα είναι αποδεκτά να τρέφουν για τις γυναίκες οι άνδρες το 1995, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει αλήθεια στην αναπαράστασή μου ενός άνδρα ως Κέπες, ως Πορτνόι, ή ως βυζί».

Γιατί τι σημαίνει, στο κάτω κάτω της γραφής, «ορθά αισθήματα»; Αν ο Ροθ ερεθίζεται και μόνο στο άκουσμα της φράσης, είναι γιατί διακρίνει πίσω της τον υπαινιγμό της λογοκρισίας, μια φωνή πέρα από τη φαντασία του συγγραφέα, η οποία απαιτεί να έχει λόγο στον καθορισμό του «κατάλληλου» περιεχομένου. Ακριβώς όπως η δεξιότητα στην αποτύπωση του Επστάιν δεν πρέπει να κριθεί από τα όσα γνωρίζει και κατανοεί για την εβραϊκή παράδοση αλλά από τα όσα γνωρίζει και κατανοεί για τον Λου Επστάιν, όλοι οι χαρακτήρες των έργων του και οι καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται πρέπει να κριθούν στη βάση του αν ανταποκρίνονται «στο φάσμα των ηθικών πιθανοτήτων του ρόλου τους». Όταν, τον ίδιο χρόνο με τη συνέντευξη στο Paris Review, ο Ροθ συναντά την Έντνα Ο’ Μπράιαν στο Λονδίνο, ανάμεσα στα άλλα την  επαινεί γιατί γράφει «χωρίς να χρωματίζει ιδεολογικά τα κείμενά της», «χωρίς να την ενδιαφέρει να πάρει ορθή θέση». Η απάντησή της, που τη διαβάζουμε στις Κουβέντες του συναφιού, απηχεί επακριβώς τις δικές του απόψεις: «Ορθή θέση είναι να γράφει κανείς την αλήθεια, να γράφει ό, τι αισθάνεται χωρίς να τον απασχολεί η αποδοχή του κοινού ή της συντεχνίας (…) Οι καλλιτέχνες απεχθάνονται και υποπτεύονται την στράτευση, γιατί γνωρίζουν ότι τη στιγμή που παίρνουν μια συγκεκριμένη θέση γίνονται κάτι άλλο – δημοσιογράφοι ή πολιτικοί. Αναζητώ και αποσκοπώ σε λίγη μαγεία∙ δεν θέλω να γράφω ή να διαβάζω μπροσούρες».

[1] Θεατρικό έργο του Μπόλντουϊν, αφιερωμένο στη μνήμη του δολοφονημένου μαύρου ακτιβιστή Μέντγκαρ Έβερς

* * *

Ο Φίλιπ Ροθ, ο Τραμπ και η (νέα) συνωμοσία εναντίον της Αμερικής

— της Judith Thurman / New Yorker | Μετάφραση για το dim/art: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου—

Το 2004, ο Φίλιπ Ροθ εξέδωσε το μυθιστόρημα The Plot Against America (στα ελληνικά, Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής, εκδόσεις Πόλις, 2007, μτφ. Ηλίας Μαγκλίνης). Οι τέσσερις βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος, που λαμβάνει χώρα μεταξύ Ιουνίου του 1940 και Οκτωβρίου του 1942, είναι οι Ροθ από το Νιούαρκ, μια οικογένεια Αμερικανών εβραίων – η Μπες, ο Χέρμαν και οι δυο τους γιοι, ο Φίλιπ και ο Σάντι. Υποστηρίζουν με ζήλο τον Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ, μόνο που στην ελεύθερη ανάπλαση της ιστορίας από τον Ροθ, ο Ρούζβελτ χάνει τις εκλογές για την τρίτη θητεία από έναν απρόσμενο ρεπουμπλικανό υποψήφιο, τον αεροπόρο Τσαρλς Λίντμπεργκ, η νίκη του οποίου αλλάζει τα πάντα όχι μόνο στην αμερικανική πολιτική αλλά και στην ίδια τη ζωή.

Ο πραγματικός Λίντμπεργκ ήταν οπαδός του απομονωτισμού και είχε υιοθετήσει ένα σύνθημα που δανείστηκε ο Ντόναλντ Τραμπ για τη δική του προεκλογική καμπάνια αλλά και για το διάγγελμα της ορκωμοσίας του: «America First» – «Πρώτα η Αμερική». Ο μυθοπλαστικός Λίντμπεργκ, όπως και ο πραγματικός Τραμπ, εξέφραζε τον θαυμασμό του για έναν δολοφόνο Ευρωπαίο δικτάτορα, ενώ η εκλογή του αποθράσυνε τους ξενόφοβους. Στο βιβλίο του Ροθ, μια ξένη δύναμη –η ναζιστική Γερμανία– εμπλέκεται στις αμερικανικές εκλογές, με αποτέλεσμα να γεννηθεί η θεωρία ότι ο πρόεδρος υπόκειται σε εκβιασμούς. Στην πραγματική ζωή, οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ διερευνούν τους δεσμούς του Τραμπ με τον Βλαντιμίρ Πούτιν και την πιθανότητα να υπάρχει ντοσιέ με μυστικές πληροφορίες που δίνει στη Ρωσία τη δυνατότητα να επηρεάζει το καθεστώς του.

Ο Ροθ έγραψε στο Times Book Review ότι Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής δεν γράφτηκε ως πολιτικό «roman à clef», για πραγματικά πρόσωπα. Σκοπός του μάλλον ήταν να δραματοποιήσει μια σειρά από υποθετικά σενάρια που τελικά δεν συνέβησαν στην Αμερική αλλά αποτελούσαν «την πραγματικότητα κάποιου άλλου» – δηλαδή των εβραίων της Ευρώπης. «Το μόνο που κάνω», έγραφε, «είναι να από-καθορίζω το παρελθόν –αν υπάρχει τέτοιο ρήμα– για να δείξω πώς θα μπορούσαν όλα να ήταν διαφορετικά και να έχουν συμβεί εδώ».

Την περασμένη βδομάδα, ο Ροθ ερωτήθη μέσω e-mail μήπως τελικά όντως συνέβη εδώ. Η απάντησή του ήταν: «Ευκολότερα κατανοεί κανείς την εκλογή ενός φανταστικού προέδρου όπως ο Τσαρλς Λίντμπεργκ από ό,τι ενός πραγματικού, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Λίντμπεργκ, παρά τη συμπάθειά του στους Ναζί και τις ρατσιστικές του τάσεις, ήταν ένας μεγάλος ήρωας της αεροπλοΐας, ο οποίος είχε επιδείξει εκπληκτικό θάρρος και αεροναυτική ιδιοφυΐα με τη διάσχιση του Ατλαντικού το 1927. Είχε χαρακτήρα, είχε υπόσταση και, μαζί με τον Χένρι Φορντ, ήταν, την εποχή εκείνη, ο διασημότερος Αμερικανός παγκοσμίως. Ο Τραμπ δεν είναι παρά ένας απατεώνας. Το πιο σχετικό βιβλίο για τον πρόδρομο του Τραμπ είναι το The Confidence Man (Ο έμπιστος) του Χέρμαν Μέλβιλ, αυτό το ζοφερά απαισιόδοξο, τολμηρά επινοητικό μυθιστόρημα –το τελευταίο του Μέλβιλ– που θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται επίσης Η τέχνη της απάτης.

Η αμερικανική πραγματικότητα, η «Αμερικανική παράνοια», σημειώνει ο Ροθ, καθιστά πιο δύσκολο το να γράψεις μυθοπλασία. Μήπως ο Ντόναλντ Τραμπ υπερβαίνει τη φαντασία των μυθιστοριογράφων;

«Δεν είναι ο Τραμπ ως χαρακτήρας», απάντησε ο Ροθ, «ως ανθρώπινος τύπος –ο τύπος του κτηματομεσίτη, ο στυγνός και πορωμένος καπιταλιστής– που υπερβαίνει τη φαντασία. Είναι ο Τραμπ ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών».

«Γεννήθηκα το 1933», συνεχίζει, «τη χρονιά που ορκίστηκε πρώτη φορά ο Ρούζβελτ. Ήταν πρόεδρος μέχρι που έγινα δώδεκα. Από τότε είμαι Ρουζβελτικός Δημοκρατικός. Πολλά πράγματα με θορύβησαν ως πολίτη κατά τη θητεία του Ρίτσαρντ Νίξον και του Τζορτζ Γ. Μπους. Ό,τι κι αν είχα θεωρήσει όμως ως έλλειμμα στον χαρακτήρα ή τις πνευματικές τους ικανότητες, κανείς από τους δύο δεν παρουσίαζε την ένδεια του Τραμπ σε επίπεδο ανθρώπου: την άγνοια γύρω από τη διακυβέρνηση, την ιστορία, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την τέχνη, την ανικανότητα να εκφράζει ή να αντιλαμβάνεται ύφος ή αποχρώσεις λόγου, την ανυπαρξία οποιασδήποτε αξιοπρέπειας και τη χρήση ενός λεξιλογίου εβδομήντα επτά λέξεων που μάλλον θα πρέπει να ονομάζεται Καθικικά παρά Αγγλικά».

Ο Ροθ αποσύρθηκε από το γράψιμο στα εβδομήντα επτά του, αλλά με δεδομένες τις απειλές του Τραμπ για φίμωση της δημοσιογραφίας που στέκεται κριτικά απέναντί του, ποιον ρόλο βλέπει να έχουν οι Αμερικανοί συγγραφείς σήμερα;

«Σε αντίθεση με τους πολλούς συγγραφείς της Ανατολικής Ευρώπης τη δεκαετία του ’70, οι Αμερικανοί συγγραφείς ποτέ δεν είδαν να τους κατάσχεται η άδεια οδήγησης ή να απαγορεύεται στα παιδιά τους να εγγραφούν σε τριτοβάθμιες σχολές. Οι συγγραφείς εδώ δεν ζουν σκλαβωμένοι σε ένα ολοκληρωτικό αστυνομοκρατούμενο καθεστώς, και δεν θα ήταν σώφρον να φερόμαστε ως αν να συμβαίνει αυτό, εκτός εάν –ή έως ότου– υπάρξει πραγματική επίθεση στα δικαιώματά μας και η χώρα αρχίσει να πνίγεται στα ψέματα του Τραμπ. Στο μεταξύ, φαντάζομαι πως οι συγγραφείς θα συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται με σθένος την πελώρια αμερικανική ελευθερία να γράφεις ό,τι σου αρέσει, να μιλάς ανοιχτά για την πολιτική κατάσταση ή να οργανώνεσαι με όποιον τρόπο θεωρείς κατάλληλο».

Πολλά κομμάτια από τη Συνωμοσία εναντίον της Αμερικής απηχούν συναισθήματα που εκφράζονται σήμερα από ευάλωτες ομάδες Αμερικανών – μετανάστες και μειονότητες που έχουν θορυβηθεί από την εκλογή του Τραμπ όσο και οι εβραίοι του Νιούαρκ από την εκλογή του Λίντμπεργκ. Το βιβλίο καταγράφει επίσης την παρόρμηση της άρνησης. Η εκλογή του Λίντμπεργκ καθιστά σαφές στο επτάχρονο «Φίλιπ Ροθ» ότι «το απρόβλεπτο είχε πια συντελεστεί. Με άλλη μορφή, αυτό το νομοτελειακά απρόβλεπτο ήταν ό,τι μαθαίναμε στο σχολείο ως “Ιστορία”, αθώα ιστορία, όπου, ό,τι στον καιρό του θεωρούνταν αναπάντεχο, καταγράφηκε ως αναπόφευκτο. Ο τρόμος του απρόβλεπτου είναι αυτό που συγκαλύπτει η επιστήμη της Ιστορίας, μετατρέποντας τη συμφορά σε έπος».

Όταν ρωτήθηκε αν αυτή η προειδοποίηση όντως έγινε και πραγματικότητα, ο Ροθ απάντησε: «Το μυθιστόρημά μου δεν γράφτηκε ως προειδοποίηση. Εγώ απλώς προσπαθούσα να φανταστώ πώς θα ήταν τα πράγματα για μια εβραϊκή οικογένεια σαν τη δική μου, σε μια εβραϊκή κοινότητα όπως το Νιούαρκ, αν είχε ενσκήψει και εδώ κάτι που να θυμίζει έστω και αμυδρά ναζιστικό αντισημιτισμό το 1940, στο τέλος της πιο έντονα αντισημιτικής δεκαετίας στην ιστορία του κόσμου. Ήθελα να φανταστώ πώς θα το αντιμετωπίζαμε, που σημαίνει ότι έπρεπε πρώτα να επινοήσω μια δυσοίωνη αμερικανική κυβέρνηση που να μας απειλεί. Όσο για το πώς μας απειλεί ο Τραμπ, θα έλεγα ότι, όπως και για τις αγχωμένες και φοβισμένες οικογένειες στο βιβλίο μου, το πιο τρομακτικό απ’ όλα είναι ότι ο άνθρωπος αυτό κάνει τα πάντα και το οτιδήποτε να μοιάζει πιθανό, συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, της πυρηνικής καταστροφής».

170130_r29373illuweb-690x548-1484959967

* * *

22204013._SY540_

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Ψυχολογία του Φασισμού

Ο Παναγιώτης Πούτος γράφει για το βιβλίου του ψυχιάτρου Νίκου Μαρκέτου Ψυχολογία του ΦασισμούΔιερεύνηση της διείσδυσης και της επιρροής του φασισμού στο κοινωνικό σώμα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κοροντζή.

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί το Σάββατο 31 Μαρτίου, στις 12.00 το μεσημέρι, στο Polis Art Cafe (Πεσματζόγλου 5, Αίθριο Στοάς του Βιβλίου).

 

29745394_1078608615613792_2099533266_n

* * *

Στις Βάκχες του Ευριπίδη η ομάδα των μαινάδων διαμελίζει τον βασιλιά Πενθέα. Η μητέρα του, η Αγαύη, δεν τον αναγνωρίζει και μεταφέρει θριαμβευτικά το κεφάλι του πιστεύοντας πως είναι το κεφάλι ενός λιονταριού. Αυτή η ομάδα των μαινόμενων γυναικών παρουσιάζεται ως το πρότυπο της φασιστικής ομάδας στο βιβλίο Ψυχολογία του Φασισμού του ψυχιάτρου Νίκου Μαρκέτουσε αυτές τις ομάδες το Εγώ εκμηδενίζεται, οι ανθρώπινες σχέσεις εκτός της ομάδας εξαφανίζονται και κατά συνέπεια η ανθρώπινη ιδιότητα του Άλλου εξαλείφεται.

italian-fascist-youth-900-image

Το βιβλίο κυκλοφορεί σε περίοδο κατά την οποία η εκλογική άνοδος της Ακροδεξιάς προβληματίζει ακόμα πιο έντονα από ό,τι πριν δύο δεκαετίες. Ως μελέτη του φασισμού αποτελεί διεξοδική παρουσίαση της ψυχολογικής βάσης του φαινομένου. Από τον πρόλογο ο συγγραφέας περιγράφει τη στροφή του ατόμου προς τον φασισμό ως παλινδρόμηση σε προγενέστερα στάδια της ψυχολογικής του ανάπτυξης, όπου ενεργοποιούνται οι ίδιοι μηχανισμοί άμυνας στους οποίους κατέφευγε το ανώριμο και πρώιμο Εγώ: «ο φασισμός αξιοποιεί και χειραγωγεί το ασυνείδητο απαντώντας με απλό τρόπο σε αρχαϊκές ανάγκες».

fascism

Στα εισαγωγικά κεφάλαια, εκτός από την παρουσίαση του ιστορικού και πολιτικού πλαισίου, επιχειρείται η σύνδεση με την ψυχολογία. Στο κεφάλαιο σχετικά με την ιδεολογία και την πολιτική τονίζεται η συγχώνευση θρησκείας και ιδεολογίας και η χρήση των τελετουργιών ως ιεροποιημένων πολιτικών πράξεων. Στο κεφάλαιο σχετικά με την προπαγάνδα περιγράφονται λειτουργίες που ενισχύουν την ένταξη των ατόμων σε φασιστικές ομάδες: το άτομο γοητεύεται από τη φαντασιακή συμμετοχή στο συλλογικό ναρκισσισμό και η μάζα τού επιτρέπει να βγάλει τα απωθημένα ένστικτά του, ενώ μέσω της εξιδανίκευσης το ανέφικτο ιδεώδες Εγώ τού κάθε μέλους υποκαθίσταται από τον Ηγέτη.

fascism

Η περιγραφή των παραπάνω ψυχολογικών μηχανισμών κάνει σαφές πως ο φασισμός δεν είναι ένα μοναδικό φαινόμενο που εμφανίστηκε στον Μεσοπόλεμο, αλλά μία κατάσταση στην οποία μπορούμε να βρεθούμε ξανά, αν την ευνοήσουν οι συνθήκες. Η υπεροχή που προσφέρει η φασιστική ομάδα θα είναι πάντοτε ένα μέσο επιβεβαίωσης του ανδρισμού «που αποδυναμώνεται από τις κοινωνικές ταπεινώσεις και την ανατροπή των στερεοτύπων των φύλων». Η ματαίωση της ζωής, οι απειλές που βιώνουν τα άτομα, θα τροφοδοτούν πάντοτε τη ναρκισσιστική οργή αυτών των ομάδων, η οποία λειτουργεί ως ένας τρόπος απομάκρυνσης του τραυματικού πόνου. Η ταύτιση με κάποια ιδέα (όπως το Έθνος) πάντοτε θα «αποτελεί μια λύση, αν το επιμέρους έργο της ταυτότητας φαίνεται πολύ περίπλοκο».

mass-1

Η προσέγγιση της ψυχολογικής βάσης του φασισμού βοηθά στην βαθύτερη κατανόηση του φαινομένου και μέσω αυτής ο συγγραφέας επιστρέφει στην ιστορική, κοινωνική και πολιτική του διάσταση: «Οι άνθρωποι είναι πολύ πιο πιθανό να υιοθετήσουν ακραία κοινωνικά συστήματα, όταν οι δικές τους ομάδες έχουν αποτύχει και όταν φαίνεται να χρειάζονται αυταρχικούς ηγέτες για να βάλουν τάξη […] τα θεμέλια των αυταρχικών ομάδων συχνά βασίζονται στην αποτυχία των πιο δημοκρατικών. Η συστημική άποψη βλέπει τους ανθρώπινους χαρακτήρες σαν λειτουργίες στις σχέσεις. Όπως κάθε σύστημα γεννά τα θεμελιακά στοιχεία που θα το αναπαραγάγουν, έτσι και το σημερινό σύστημα των σχέσεων εκμετάλλευσης και εξουσίας γεννά αυταρχικούς και υποτακτικούς, θηρευτές και θηράματα».

hitlerjugend_salute_by_themistrunsred-d5883mo

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Ο ξαφνικός θάνατος του Φίλιπ Κερ

–του Γιώργου Θεοχάρη–

«Ξαφνικός θάνατος» είναι ο τίτλος ενός μυθιστορήματος του Φίλιπ Κερ (Philip Kerr), αλλά τα έφερε έτσι η τύχη που η φράση μπαίνει ως τίτλος μιας απολύτως δυσάρεστης είδησης, η οποία αφορά τον ίδιο τον συγγραφέα.

Ο Φίλιπ Κερ (22/2/1956 – 23/3/2018) γεννήθηκε στο Εδιμβούργο της Σκοτίας. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο του Μπίρμινχαμ. Αισθανόμενος ανέτοιμος να δουλέψει ως δικηγόρος, συνέχισε τις σπουδές του σε μεταπτυχιακό επίπεδο, προσθέτοντας στα νομικά τη φιλοσοφία. Τα διαβάσματά του ήταν κυρίως από τα γερμανικά πρωτότυπα και αυτά ήταν που στάθηκαν αφορμή για την καλλιέργεια ενός έντονου ενδιαφέροντος για την ιστορία της Γερμανίας στον 20ό αιώνα – ιδιαίτερα για τους Ναζί.

Μετά το πανεπιστήμιο δούλεψε ως κειμενογράφος για διάφορες διαφημιστικές εταιρίες. Αντί να αφοσιωθεί στη δουλειά του, όμως, εκείνος σχεδίαζε στο μυαλό του ένα μυθιστόρημα, πάνω σε μια ιδέα που είχε για έναν αστυνομικό στο Βερολίνο του 1936. Μετά από αρκετά ταξίδια στη Γερμανία –και πολύ περπάτημα στους δρόμους του Βερολίνου– το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο March violets και ήρωα τον Bernie Gunther, εκδόθηκε το 1989. Ακολούθησαν άλλα δύο, τα The pale criminal (1990) και German requiem (1991). Το 1993 τα τρία αυτά μυθιστορήματα κυκλοφόρησαν σε έναν τόμο, ως τριλογία, με τίτλο Berlin noir, δίνοντας έτσι όνομα στο νέο αυτό είδος μυθοπλασίας.

Με τα λόγια του ίδιου: «Αγαπούσα το Βερολίνο πριν πέσει το τείχος. Και τώρα μου αρέσει, αλλά τότε ήταν ίσως η πιο ατμοσφαιρική πόλη στον κόσμο. Έχοντας κι εγώ ο ίδιος μια μάλλον σκοτεινή –για να μην πω μαύρη– αίσθηση του χιούμορ, το Βερολίνο υπήρξε ανέκαθεν ένα μέρος όπου αισθανόμουν πολύ άνετα».

H_TRILOGIA_TOU_BEROLINOU.jpg.thumb_600x870_4815f6ba89fb6f39b1530a814c426f5d

 

Πιστεύοντας ότι μπορεί και να του άρεσε να έγραφε κάτι διαφορετικό, άρχισε να δουλεύει διάφορες ιδέες και δημοσίευσε πολλά άλλα βιβλία, όχι μόνο για ενήλικες αλλά και για έφηβους (τα οποία υπέγραφε ως P.B Kerr). Κάποια στιγμή, μετά από 16 χρόνια, επέστρεψε στον Bernie Gunther και το 2007 κυκλοφόρησε το τέταρτο βιβλίο της σειράς, με τίτλο The one from the other.

Ο ίδιος είχε δηλώσει σχετικά: «Ποτέ δεν ήταν στις προθέσεις μου να αφήσω να περάσει τόσος καιρός μεταξύ του τρίτου και του τέταρτου βιβλίου. Απλώς προέκυψαν διάφορα άλλα. Πάντως, αισθάνομαι τυχερός που ο κόσμος ενδιαφέρεται ακόμα γι’ αυτόν τον τύπο όσο κι εγώ. Μάλιστα, τώρα ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν περισσότερο απ’ ό,τι στην αρχή».

Ακολούθησαν άλλα οχτώ μυθιστορήματα με ήρωα τον Bernie Gunther: A quiet flame (2008), If the dead rise not (2009), Field gray (2010), Prague fatal (2011), A man without breath (2013), The lady from Zagreb (2015), The other side of silence (2016) και Prussian blue (2017).

Οι φίλοι του Bernie Gunther δεν πρέπει να έχουν παράπονο: από το 1989 έως το 2017 (και με ένα μεγάλο διάλειμμα 16 ετών) ο Kerr τούς έδωσε 12 μυθιστορήματα με τον αγαπημένο τους  ήρωα. Στα ενδιάμεσα, δε, όντας εξαιρετικά παραγωγικός συγγραφέας, συνέχιζε να γράφει και άλλα βιβλία, όπως τα εφτά της σειράς για εφήβους «Children of the lamp», αρκετά μυθιστορήματα εκτός σειράς, ιστορικά βιβλία, βιογραφίες, ενώ ξεκίνησε και μία νέα αστυνομική σειρά (πρόλαβε να ολοκληρώσει τρία μυθιστορήματα) με ήρωα τον Άγγλο προπονητή ποδοσφαίρου Scott Manson.

Στις 3/4/2018 πρόκειται να κυκλοφορήσει το 13ο μυθιστόρημα με ήρωα τον Bernie Gunther. Δυστυχώς, αυτό θα είναι και το τελευταίο, τόσο για τον Bernie όσο και για τον συγγραφέα που τον δημιούργησε. Ο Φίλιπ Κερ πέθανε χθες, στις 23 Μαρτίου 2018. Ήταν μόλις 62 ετών.

Ήταν παντρεμένος με την επίσης συγγραφέα Τζέιν Θάιν (Jane Thynne), μητέρα των τριών παιδιών τους. Η σύζυγός του έγραψε χθες στο Twitter: «Αναπαύσου εν ειρήνη, αγαπημένε Φίλιπ Κερ. Δημιουργός του θαυμάσιου Bernie Gunther. Ιδιοφυής συγγραφέας και λατρεμένος πατέρας και σύζυγος. 1956-2018».

Με ένα μήνυμα στο Twitter τον αποχαιρέτησε και ο ομότεχνός του Ίαν Ράνκιν (Ian Rankin): «Σοκαρισμένος από την είδηση του θανάτου του Φίλιπ Κερ. Τα μυθιστορήματά του με τον Bernie Gunther είναι εξαιρετικά, ένα μείγμα σπουδαίας αφηγηματικής τεχνικής και άψογης έρευνας, με έναν αληθοφανή (αν)ήθικο ήρωα».

Ο θάνατός του συνιστά μεγάλη απώλεια για το σύγχρονο μυθιστόρημα. Η σειρά με τον Bernie Gunther ήταν κάτι παραπάνω από καλογραμμένα αστυνομικά. Ο συνδυασμός ιστορικής έρευνας, μυθοπλαστικής πρωτοτυπίας και αστυνομικής πλοκής έδωσε ένα συναρπαστικό αποτέλεσμα και πρόσφερε μια άλλη ματιά –πολιτική, κοινωνική και λογοτεχνική– στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε μια σκληρή περίοδο της ευρωπαϊκής (και παγκόσμιας) ιστορίας: πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Β΄ΠΠ.

Ο Φίλιπ Κερ, συγγραφέας 30 βιβλίων συνολικά, ήταν εξαιρετικά επιτυχημένος και πολύ αγαπητός σε όλο τον κόσμο, αλλά και στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Όντας εργασιομανής και σχετικά νέος, έδειχνε πως είχε πολλά ακόμα να προσφέρει. Θα μας λείψει.

[Σημ.: Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει γίνει γνωστή η αιτία του θανάτου του.]

kerr_2117250b

Βιβλία του Φίλιπ Κερ που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά:

Με ήρωα τον Bernie Gunther:

Η τριλογία του Βερολίνου (Οι βιολέτες του Μάρτη – Ο χλομός εγκληματίας – Γερμανικό ρέκβιεμ), μετάφραση: Αντώνης Καλοκύρης & Ντενίζ Ρώντα (Κέδρος 2012).

Μοιραία Πράγα, μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης (Κέδρος 2013).

Άνθρωπος χωρίς ανάσα, μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης (Κέδρος 2014)

Φλόγα που σιγοκαίει, μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής (Κέδρος 2015).

Η γυναίκα από το Ζάγκρεμπ, μετάφραση: Ιλάειρα Διονυσοπούλου (Κέδρος 2015).

Αν οι νεκροί δεν ανασταίνονται, μετάφραση: Γιώργος Μαραγκός (Κέδρος, 2016).

Η άλλη πλευρά της σιωπής, μετάφραση: Γιώργος Μαραγκός (Κέδρος 2017).

Με ήρωα τον Scott Manson:

Ξαφνικός θάνατος, μετάφραση: Γιώργος Μαραγκός (Κέδρος 2016).

Το χέρι του Θεού, μετάφραση: Γιώργος Μαραγκός (Κέδρος 2016).

Ψεύτικο εννιάρι, μετάφραση: Γιώργος Μαραγκός (Κέδρος 2017).

Άλλα:

Γκριντάιρον, μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης, (Ψυχογιός 1996).

Στην κορφή του κόσμου, μετάφραση: Ρόζα-Μαρία Τραϊκόγλου (Ψυχογιός 1999).

Στα χνάρια του Ακενατόν, μετάφραση: Κώστια Κοντολέων (Ψυχογιός 2006).

Το μπλε τζίνι της Βαβυλώνας, μετάφραση: Κώστια Κοντολέων (Ψυχογιός 2007).

Η βασιλική κόμπρα του Κατμαντού, μετάφραση: Κώστια Κοντολέων (Ψυχογιός 2009).

Τα άλογα του χειμώνα, μετάφραση: Αντώνης Καλοκύρης (Μεταίχμιο 2015).

Το ψοφίμι, μετάφραση: Δημήτρης Κωνσταντίνου (Ολκός 2015).

Φιλοσοφικά εγκλήματα, μετάφραση: Ιλάειρα Διονυσοπούλου (Κέδρος 2015).

1411540871_141154_1411540871_noticia_normal

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

«Αντίο, κυρία Vian»

Μια συνέντευξη της Michelle Vian, γυναίκας του Boris Vian, εκείνης που περνούσε στη γραφομηχανή τα γραπτά του, που βρήκε τον τίτλο «Θα φτύσω στους τάφους σας», που γέννησε τα δύο παιδιά του, που αγάπησε μαζί του την τζαζ.

—Απόδοση για το dim/art: Μυρσίνη Λιοναράκη—

Η Michelle Vian δεν αγαπούσε τις συνεντεύξεις. Σπάνια την άκουγες να μιλάει δημόσια. Πριν από κάποια χρόνια και με αφορμή μια έκθεση της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας (BNF) αφιερωμένη στον άντρα της Boris Vian, μίλησε σε έναν δημοσιογράφο του περιοδικού Nouvel Observateur. Ήταν ήδη 91 ετών. Έξι χρόνια μετά, λίγο πριν μπει το 2018, πέθανε.

4

 

Γεννήθηκε το 1920 ως Michelle Leglise, την ίδια χρονιά που γεννήθηκε και ο Boris Paul Vian. Το καλοκαίρι που ήταν 20 ετών, ενώ απολάμβανε τον ήλιο και τη θάλασσα στο Capbreton, στη νοτιοδυτική Γαλλία, κοντά στα σύνορα με την Ισπανία, γνωρίζει έναν νεαρό, τον Alain που την καλεί σε ένα πάρτυ το ίδιο βράδυ. Στο πάρτυ που πήγε μαζί με έναν γείτονά της, είναι και ο αδερφός του Alain, ο Boris. «Δεν με γοήτευσε καθόλου, νομίζω δεν τον παρατήρησα καν», θυμάται και συμπληρώνει ότι «ήταν ένας ντροπαλός τύπος κρυμμένος στη γωνία». Χόρεψε με τον Alain και μάλλον της καλάρεσε. «Ήταν ξανθός και έκανε μαθήματα θεάτρου στις Βερσαλλίες». Όχι ότι έγινε τίποτα μεταξύ τους, άλλες εποχές και δεν και ήταν καθόλου τολμηρή. Η οικογένειά της ήταν ιδιαίτερα συντηρητική και αυστηρή. Περιγράφει μάλιστα ότι είχαν νοικιάσει και ζούσαν σε ένα σπίτι που έβλεπε στο λύκειο που πήγαινε για να μπορούν να την παρακολουθούν με τα κιάλια σε κάθε διάλειμμα. «Αναρωτιέμαι πραγματικά τι έψαχναν να δουν και τι θα μπορούσα να κάνω αφού το Λύκειο Lamartine δεν είχε τυχαία την φήμη τόσο αυστηρού σχολείου».

207cfd36201563c308da485aadcbc8fc

Alain και Boris Vian, 1933

Για να ανταποδώσουν το πάρτυ του Alain, η Michelle και ο αδερφός της διοργάνωσαν κι αυτοί ένα πάρτυ λίγες μέρες αργότερα. Και μετά από κάποιες μέρες και αφού η καλοκαιρινή παρέα είχε δέσει, κάποιος έριξε την ιδέα για μία μικρή εκδρομή με τα ποδήλατα. «Εκεί άρχισα να ενδιαφέρομαι για τον Boris που ήδη είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του από την πλευρά του». Το καλοκαίρι τελείωσε και, στο Παρίσι πια, κλείνει ραντεβού με τον Alain με τον οποίο είχαν και μεγαλύτερη άνεση μεταξύ τους. «Στην Αψίδα του Θριάμβου, τόσο κλασικό…». Αλλά ενώ φτάνει στο σημείο, βλέπει μπροστά της τον Boris να της λέει «αντικαθιστώ τον αδερφό μου» γελώντας. Κάθισαν σε ένα μαγαζί της λεωφόρου Champs Elysées και ήπιαν από έναν χυμό φρούτων. «Ήμασταν zazou και τότε οι zazou μόνο αυτό έπιναν, ήταν η μόδα».

1

Το αποτυχημένο προξενιό, ο γάμος, η οικογένεια

Η επόμενη φάση που περιγράφει η Michelle είναι λίγο καιρό μετά, μία μεγάλη μάχη στο σπίτι καθώς είχε έρθει η ώρα να αποκατασταθεί. «Ήταν τραγικό, οι γονείς μου με προόριζαν για έναν απαίσιο τύπο! Είχε τεράστια κοιλιά, ίδρωνε συνέχεια αλλά είχε ζητήσει το χέρι μου». Αναγκάστηκε μετά από πίεση των γονιών της να βγει μαζί του. «Προσπάθησε να με φιλήσει, ήταν φρικτό!». Την επόμενη διηγήθηκε στην μητέρα της τα καθέκαστα και αυτή την μάλωσε. «Σε φίλησε και δεν θες να τον παντρευτείς; Είσαι μία τσουλίτσα!». Η Michelle περιγράφει ότι εκείνη τη στιγμή έγινε φεμινίστρια, πριν ακόμα μάθει τι είναι αυτό. Το βράδυ είχε ραντεβού με τον Boris στο Πανεπιστήμιο. «Όταν του περιέγραψα τι είχε συμβεί τον είδα σκεφτικό και σοβαρό. Μετά μιλήσαμε για άλλα θέματα, άσχετα. Αλλά όταν χαιρετηθήκαμε στο μετρό, μου είπε «αντίο κυρία Vian”. Κατάλαβα ότι ήταν η δικιά του πρόταση γάμου».

Ακόμα όμως δεν είχε κλείσει κανένας από τους δύο τα 21, δεν θεωρούνταν ενήλικοι και γάμος δεν μπορούσε να γίνει. Έπρεπε να περιμένουν αλλά ο Boris δεν περίμενε. Ήταν κι ο πόλεμος, η ανησυχία, ο φόβος για το μέλλον, η πείνα, τα αεροπλάνα πάνω από τα κεφάλια τους, το παραδομένο Παρίσι, μία πόλη νεκρή και παθητική. «Εμείς ήμασταν της zazoo, το μόνο που μετρούσε για εμάς ήταν η τζαζ και μία ζωή χωρίς την τζαζ και με Γερμανούς δεν μετρούσε καν». Έτσι παντρεύτηκαν γιατί τι άλλο να κάνεις όταν δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει αύριο; Και γρήγορα ήρθε ο γιός τους ο Patrick. «Κάθε Σαββατοκύριακα πηγαίναμε στους γονείς του Boris στη Ville d’Avray γιατί, έτσι όπως ήμασταν άφραγκοι, ήταν ο μόνος τρόπος να αφήσουμε το παιδί και να βγούμε στο Παρίσι. Είχαν κι έναν ωραίο κήπο και έπαιζε ο μικρός».

Η οικογένειά του αρχικά την ενθουσιάζει γιατί δεν μοιάζει καθόλου με τη δική της. «Μιλούσαμε πολύ στο τραπέζι, πολύ ελεύθερα και κάναμε συνέχεια αστεία. Μετά από λίγο όμως συνειδητοποίησα ότι μιλούσαμε μόνο για τα μικρά πράγματα, αυτά που δεν χρειάζεται να εκφέρεις γνώμη. Ποτέ δεν λέγαμε λέξη για την πολιτική ή τον πόλεμο». Όσο γνώριζε και τον ίδιο τον Boris έβλεπε μπροστά της την αντίφασή του. Έδειχνε πολύ ελεύθερος αλλά μέσα του είχε έντονο τον περιορισμό. «Τα παιδιά δεν έπρεπε να φεύγουν από το σπίτι. Γιαυτό περνούσαν τις διακοπές τους στο πουθενά, γιατί υπήρχε μία παραλία σχεδόν μόνο για αυτούς. (…) Όλα αυτά τα ξαναβρίσκουμε στο βιβλίο Ο Ψυχοβγάλτης όπου η μητέρα αλυσοδένει τα παιδιά της. Είναι το πιο αντιπροσωπευτικό του βιβλίο. Τον ταλαιπώρησε πολύ να το τελειώσει».

Η τζαζ, ο πόλεμος, οι Αμερικάνοι

Στο μεταξύ οι δυο τους περνάνε καλά και είναι πολύ συνδεδεμένοι, τα κάνουν όλα μαζί. Δεν ντρέπεται να ομολογήσει ότι άντρας της την ήθελε πολύ, «πρέπει να παραδεχτώ ότι ήμουν πολύ όμορφη τότε». Εκτός από την αγάπη τους και τα βιβλία, τους συνδέει ακόμα η τζαζ. «Τότε απαγορεύονταν η αμερικάνικη τζαζ και έτσι υπήρχαν μόνο Γερμανοί που έπαιζαν αλλά δεν ήταν τόσο καλοί». Άλλωστε στον πόλεμο, οι πατεράδες ήταν στο μέτωπο, η μανάδες κλαίγανε και τα παιδιά ήταν ελεύθερα. Έβγαιναν έξω πολύ ή μαζευόντουσαν στα σπίτια μεγάλες παρέες. Οι λεγόμενοι zazous της εποχής φορούσαν τα κλασικά εγγλέζικα κοστούμια, αυτά που μετά ονομάστηκαν mods. Τους άρεσε πολύ και ο κινηματογράφος, αλλά τότε έβρισκες βασικά γερμανικές ταινίες στα σινεμά. Στα αυτοσχέδια σπιτικά πάρτυ άκουγαν μουσική και χόρευαν swing. «Ορίστε τι ήμασταν τότε. Ήμασταν σαν Άγγλοι, ήμασταν ενάντια στον Petain, δεν θέλαμε να πάμε στον πόλεμο, αγαπούσαμε την αμερικάνικη μουσική αλλά τους αμερικάνους τους γνωρίσαμε αργότερα».

boris-vian

Ο ίδιος ο Boris Vian έπαιζε τρομπέτα από τα 16 του. «Δεν είχε καλή ανάσα, δεν ήταν Armstrong, ήταν περισσότερο κάτι σε Bix Beiderbecke: στυλ του Σικάγο, πολύ ρυθμικό με ωραίες αρμονίες». Έπαιζε σε μία ορχήστρα και μετά την απελευθέρωση γυρνούσαν μαζί στα κλαμπ της εποχής. Η Michelle τον συνόδευε. «Ήμουν η γυναίκα του τρομπετίστα, ήμουν και μία όμορφη ξανθιά, κλασική εικόνα». Αλλά ήταν και η μεταφράστριά του, γιατί μιλούσε πολύ καλά αγγλικά σε αντίθεση με τον άντρα της και τον έφερνε έτσι σε επαφή με τους Αμερικάνους που βρίσκονταν στο Παρίσι.

5

Η Michelle Vian στη μέση της ορχήστρας του Boris στο Lido του Παρισιού

Λεφτά δεν είχαν οι Αμερικάνοι αλλά είχαν άλλα να προσφέρουν. Τους έδιναν δισκάκια, τα λεγόμενα V-Disc που είχαν γραφτεί ειδικά για τους στρατιώτες. «Πολλοί μουσικοί είχαν ηχογραφήσει ειδικά για αυτούς, ακόμα και ο Ellington!» Τους έδιναν και τζιν παντελόνια, παπούτσια από καουτσούκ. «Όταν έμαθαν ότι είχαμε μωρό, την επόμενη μέρα έστειλαν ένα φορτηγό με γάλα, βιβλία, φασόλια και άλλα είδη».

0d595d8fcd6046a275a414190be3db48

Duke Ellington, Michelle και Boris

 

Τα πάρτυ, οι γυναίκες, οι μεταφράσεις

Μετά την απελευθέρωση οι Αμερικάνοι έφυγαν αλλά έφυγαν και οι γονείς της Michelle και έτσι το ζευγάρι μετακόμισε στο πατρικό της σπίτι που ήταν αρκετά μεγάλο για να φιλοξενεί τα πάρτυ τους και τις συγκεντρώσεις με φίλους. Σε ένα από αυτά, συνέβη ένα περιστατικό που περιγράφει, καθώς λέει με τέλειο τρόπο τη σχέση του άντρα της με τις γυναίκες. Στην παρέα τους ήταν ήδη το θρυλικό ζευγάρι της εποχής: ο Jean Paul Sartre και η Simone de Beauvoir. «Κάποια στιγμή ο Boris μπήκε στην κουζίνα με τη Simone και κάθισαν μέσα αρκετή ώρα. Όταν βγήκε μου είπε “Ω έκανα μαλακία”, εννοώντας ότι αυτή του την έπεφτε και αυτός δεν αντέδρασε. Οι έξυπνες γυναίκες τον φόβιζαν πάντα. Προτιμούσε αυτές που απλώς είναι όμορφες και κάθονται ήσυχα», λέει και θυμάται ότι «δεν ήταν πάντα ο πιο εύκολος σύζυγος».

2

Jean Paul Sartre, Boris Vian και Simone de Beauvoire

3

Jean Paul Sartre, Boris Vian, Michelle Vian και Simone de Beauvoire

6

Michelle Vian, Simone de Beauvoire και Olga Kosakiewicz-Bost

Η Michelle καθώς είχε σπουδάσει δύο χρόνια δαχτυλογράφος, ήταν αυτή που πάντα περνούσε στη γραφομηχανή τα χειρόγραφα κείμενα του Boris. Η συνεργασία τους ήταν ακόμα πιο έντονη όταν μετέφραζαν. «Εγώ έκανα την πρώτη μετάφραση και μετά έκανε ο Boris την επιμέλεια. Έκανε πολλές προσαρμογές αλλά δεν έκανε του κεφαλιού του. Ήθελε η κάθε φράση, η κάθε παράγραφος να σέβεται τη σκέψη του συγγραφέα. Αυτό έκανε τις δουλειές του τόσο σημαντικές και αποτελεί ακόμα και σήμερα έναν από τους σπάνιους μεταφραστές που οι μεταφράσεις του διαρκούν τόσα χρόνια και δεν χρειάστηκε ποτέ να ξαναγίνουν. Γιατί ήταν συγγραφέας, γιαυτό».

vian_2

 

Θα φτύσω στους τάφους σας

Ο τίτλος του πιο διάσημου έργου του Vian ήταν επίσης ιδέα της Michelle. «Ο Boris ήθελε κάτι σαν “Θα χορέψω στους τάφους σας” αλλά δεν το έβρισκα αρκετά επαναστατικό. Χρειαζόταν ένας τίτλος πιο δυνατός, πιο προβοκατόρικος, έτσι κατέληξα στο “Θα φτύσω στους τάφους σας” και το κρατήσαμε». Για την ίδια ο Vian ήταν ένας απλός τύπος με πάθος το γράψιμο, τα αυτοκίνητα και τη διασκέδαση με τους φίλους. «Όταν μιλούν γιαυτόν συνήθως τσαντίζομαι. Οι βιογράφοι του αποδίδουν συχνά χαρακτηριστικά που δεν ήταν δικά του, γιατί έτσι νομίζουν πως εμπλουτίζουν την ιστορία. Έτσι δεν είναι πια ο Boris Vian, είναι ένας θεός αυτός που περιγράφουν. Και χάνουν το πιο ουσιαστικό που είναι το ανθρώπινο στοιχείο του».

10

Ο χωρισμός

«Ο Boris με εγκατέλειψε τον Απρίλιο του 1951. Πήρε μαζί του φεύγοντας μόνο κάποια βιβλία και μερικούς δίσκους. Πιστεύω ότι υπήρξε μία τομή στη ζωή του. Τα μυθιστορήματα και την ποίηση τα έγραψε όσο ήμασταν μαζί. Μετά, το γύρισε στο τραγούδι. Είχε αηδιάσει από τις λογοτεχνικές του αποτυχίες, αλλά είχε πάθει και μία μανία να αυξήσει τους ρυθμούς του: να ζήσει πιο γρήγορα και να βγάλει λεφτά πιο γρήγορα γιατί ήταν πνιγμένος στα χρέη». Το διαζύγιο δεν ήταν εύκολο για κανέναν από τους δύο και δυσκόλεψε και τη σχέση τους και – κυρίως – τη σχέση του Vian με τα παιδιά του. «Δεν ήξερε πώς να τα χειριστεί. Ήταν περισσότερο γιος, παρά πατέρας» τελικά.

9

Boris Vian έμεινε παντρεμένος με την Michelle από το 1941 έως το 1952 και μαζί έκαναν δύο παιδιά, τον Patrick και την Carole που γεννήθηκαν το 1942 και το 1948 αντίστοιχα. Δύο χρόνια μετά τον χωρισμό τους, το 1954, παντρεύτηκε την
Ursula Kübler και πέντε χρόνια αργότερα πέθανε, σε ηλικία μόλις 39 ετών.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Το ταξίδι στον χρόνο ως λογοτεχνικό είδος: η απαρχή

—του Josh Jones | Μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Θεοχάρης—

Η ιδέα του ταξιδιού στον χρόνο είναι πιθανώς τόσο παλιά όσο και το συναίσθημα της μετάνοιας, αλλά η επιθυμία να πάει κανείς πίσω στον χρόνο δεν είναι ίδια με τη θεωρητική ιδέα ότι αυτό το ταξίδι είναι στην πραγματικότητα κάτι το εφικτό. Ο Nerdwriter (ο οποίος υπογράφει το βίντεο στο τέλος της ανάρτησης), αναρωτιέται από πού έλκει την καταγωγή της αυτή η ιδέα. Και, γενικά, από πού κατάγονται τα αφηγήματα τα σχετικά με το ταξίδι στον χρόνο. Κατ’ αυτόν, το ταξίδι στον χρόνο «ως αφηγηματικό όχημα, είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο». Και το ταξίδι στον χρόνο, ως διακριτό λογοτεχνικό είδος, έχει ηλικία μόλις πάνω από εκατό χρόνια.

AJ7tw

Kakbhushundi (काकभुशुण्डि) και Ράμα (राम)
Στην τελευταία του μετενσάρκωση, ο Kakbhushundi ήταν κοράκι (Κακ)

Σ’ αυτό το σημείο είναι σημαντικό να διευκρινιστεί το εξής: Βρίσκουμε περιστατικά ταξιδιού στον χρόνο –ή τουλάχιστον κάποιο είδος παραλλαγής του– σε πολλά αρχαία κείμενα, όπου κάποιοι χαρακτήρες βιώνουν τον χρόνο διαφορετικά σε διαφορετικά περιβάλλοντα και διαστάσεις, και μπορούν έτσι να δουν το παρελθόν ή το μέλλον του κόσμου μας. Στο ινδικό έπος Ραμαγιάνα (2ος-3ος αι. μ.Χ.), ένας χαρακτήρας ονόματι Kakbhushubdi ζει όπως οι Watchers στο σύμπαν των κόμικ της Marvel: έξω από τον χρόνο, παρατηρώντας τις χιλιετίες να περνούν. (Εκεί αναφέρεται ότι ο χαρακτήρας αυτός βλέπει τα ίδια γεγονότα να συμβαίνουν ξανά και ξανά, με διαφορετική κατάληξη κάθε φορά.)

Watchers_from_Original_Sin_Vol_1_8_Textless_cover_001

Watchers

Όταν λέμε ταξίδι στον χρόνο δεν εννοούμε ακριβώς αυτό που περιγράφεται στη Ραμαγιάνα. Παρ’ όλα αυτά, πολλές αρχαίες ιστορίες όντως αναφέρουν ανθρώπους που πάνε πίσω στον χρόνο ή που αποκοιμούνται και ξυπνούν στο μέλλον, μέσω θεϊκής παρέμβασης. Σε βουδιστικά κείμενα, μαθαίνουμε ότι οι θεότητες βιώνουν έναν ανθρώπινο αιώνα σε μία και μόνη μέρα (μία ιδέα που επαναλαμβάνεται και στη Βίβλο). Στον ιαπωνικό μύθο του Urashima Taro, ένας άντρας επισκέπτεται το παλάτι του Θεού Δράκου, και όταν επιστρέφει έχουν περάσει 300 χρόνια. Αλλά ο Nerdwriter μιλάει για κάτι διαφορετικό από αυτές τις αρχαίες αφηγήσεις της διαστολής του χρόνου (εκατοντάδες χρόνια πριν ο Αϊνστάιν αναπτύξει την έννοια) μολονότι οι ίδιες τεχνικές εμφανίζονται και σε σύγχρονες ιστορίες ταξιδιών στον χρόνο.

Taro

Urashima Taro (浦島 太郎)

Μια σημαντική διάκριση, όπως αναφέρεται στο βίντεο, βρίσκεται στην ίδια την έννοια του χρόνου. Πολλοί αρχαίοι λαοί πίστευαν ότι ο χρόνος είναι κυκλικός (εξ αυτού και οι πολλές παραλλαγές στα ίδια θέματα της εμπειρίας του Kakbhushubdi) ή εύπλαστος και υποκείμενος σε θεϊκή παρέμβαση και αποδιοργάνωση. Με την Καταγωγή των Ειδών του Δαρβίνου και τη ραγδαία αποδοχή της εξέλιξης (αν όχι και της φυσικής επιλογής), οι κοινές πεποιθήσεις για τον χρόνο άλλαξαν. Το είδος του σύγχρονου ταξιδιού στον χρόνο αρχίζει, γενικά μιλώντας, με κεντρικές προκείμενες τις ιδέες του Δαρβίνου. Στη συλλογική φαντασία, η εξέλιξη ερμηνεύεται ως η αναπόφευκτη, γραμμική πρόοδος, γεγονός που δημιούργησε ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το Ουτοπικό Μυθιστόρημα.

looking-backward-300x450

Ένα τέτοιο μυθιστόρημα, το Looking Backward (1888) του Έντουαρντ Μπέλαμι, ήταν μόλις τρίτο σε πωλήσεις στην εποχή του, πίσω μόνο από την Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά και τον Μπεν Χουρ, έχοντας πουλήσει περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Αν είναι έτσι, πώς και δεν το έχετε ακούσει μέχρι τώρα; Ίσως επειδή το βιβλίο περιγράφει έναν χαρακτήρα που αποκοιμιέται και ξυπνάει σε μια σοσιαλιστική ουτοπική κοινωνία 113 χρόνια μετά (το έτος 2000). Το μυθιστόρημα άσκησε σημαντική επιρροή σε πολλά σοσιαλιστικά κινήματα της εποχής και «Όμιλοι Μπέλαμι» ξεφύτρωναν σε ολόκληρη τη χώρα, υποστηρίζοντας την εθνικοποίηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ελάχιστοι άνθρωποι –στην Αμερική τουλάχιστον– έχουν μάθει ότι ο σοσιαλισμός ήταν ευρύτατα δημοφιλής στις Η.Π.Α. στα τέλη του 19ου αιώνα, επειδή… εντάξει, πείτε μου εσείς γιατί.

PROD-PRODUCTION

 

 

Παρ’ όλα αυτά, οι ιδέες του Μπέλαμι έχουν ενσωματωθεί στο είδος, σε πολλά έργα με τα οποία είμαστε εξοικειωμένοι (όπως, για παράδειγμα, ως παρωδία, στο Futurama). Στο σύγχρονο μυθιστόρημα του ταξιδιού στον χρόνο, οι ουτοπικές κοινωνίες «δεν βρίσκονται πια σε ένα χαμένο νησί ή σε έναν διαφορετικό κόσμο, αλλά στο μέλλον». Αυτή η παρατήρηση ισχύει σίγουρα για ένα πολύ γνωστό θεμελιώδες μυθιστόρημα του είδους, τη Μηχανή του Χρόνου (1895) του Χ.Τζ. Γουέλς, το οποίο έλκει από τα Ταξίδια του Γκάλιβερ του Σουίφτ, αλλά τοποθετεί τη δράση όχι σε έναν μακρινό τόπο αλλά στο πολύ μακρινό μέλλον, στο έτος  802701. Στο έργο του Γουέλς οι Morlocks (η εργατική τάξη που ζει στο υπέδαφος) και οι παρακμιακοί Eloi (που εκμεταλλεύονται την εργατική δύναμη των πρώτων) δεν διαφέρουν πολύ από τους ανθρώπους του παρελθόντος ή του παρόντος – έχουν εξελιχτεί τεχνολογικά και σωματικά, αλλά οι ζωές τους εξακολουθούν να περιστρέφονται γύρω από την εκμετάλλευση και τη βία.

lf

Εκεί που τα Ταξίδια του Γκάλιβερ μπορούν να διαβαστούν ως μία μισανθρωπική υπονόμευση της έννοιας της πολιτισμικής ανωτερότητας, το μυθιστόρημα του Γουέλς σατιρίζει την ιδέα ότι η ανθρώπινη εξέλιξη υπονοεί μία βελτίωση της ανθρώπινης καλοσύνης. Το βιβλίο θέτει το μοτίβο για μια επιστημονική φαντασία ως κριτικό εργαλείο των ακραίων ταξικών εξελίξεων. Και στον Μπέλαμι και στον Γουέλς, το ταξίδι στον χρόνο –είτε αυτό επιτυγχάνεται μέσω της επιστήμης είτε μέσω του ύπνου (τύπου Ριπ Βαν Γουίνκλ)– προσφέρεται για ουτοπικές ή δυστοπικές αλληγορίες. Το είδος του ταξιδιού στον χρόνο απόκτησε μια νέα διάσταση μετά τον Αϊνστάιν, όταν η επιστήμη της σχετικότητας αντικατέστησε τη δαρβινική εξέλιξη ως βασική έγνοια, με τα παράδοξα και τους κανόνες του χρονοταξιδιού. Αυτή η μετατόπιση αναδεικνύει άλλο ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου είδους του ταξιδιού στον χρόνο: την εμμονή του με το αίτιο και το αιτιατό, και συνεπώς με τη φύση της ίδιας της ιστορίας, με το πόσο αυτή είναι πιθανή.

Πηγή κειμένου: open culture

Εικόνα εξωφύλλου: Ο Rod Taylor ως H.G. Wells στην ταινία
«The Time Machine» του George Pal (1960).
Φωτό: Metro-Goldwyn-Mayer/Getty Images

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x