Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 10ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 10ο: Γιώργος Θεοχάρης]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA.  βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τον δολοφόνο…

* * *

Οι καφέδες ήρθαν, αλλά έμεναν ανέγγιχτοι – προφανώς η μία δεν δοκίμαζε γιατί ήξερε και  η άλλη γιατί δεν ήθελε να μάθει.  Όση ώρα η Μαρίνα μιλούσε, η Γωγώ άκουγε προσεχτικά και παρατηρούσε προσεχτικότερα. Η Μαρίνα δεν ήταν φοβισμένη – έδειχνε φοβισμένη. Τη διάβαζε σαν ανοιχτό βιβλίο: ξέκωλο με φιλοδοξίες – δεν θα της εμπιστευόταν ούτε χτεσινή πίτσα.

Αυτά που άκουγε, βέβαια, είχαν ενδιαφέρον. Κοίταξε σκεφτική στο μπλοκάκι της. Δεν το συνήθιζε, αλλά για να δείξει στην αυτόκλητη μάρτυρα ότι την έπαιρνε στα σοβαρά, είχε κρατήσει κάποιες υποτυπώδεις σημειώσεις, του τύπου: Βελόπουλος, βελάκι, Σάντυ Βασταρδή, βελάκι, Καρύδης, βελάκι, πάλι Βελόπουλος. Πολλά βελάκια. Να γιατί δεν κρατούσε σημειώσεις: πολλά βελάκια στο πουθενά. Μια φορά, το σχηματάκι ταίριαζε με αυτά που είχε υπαινιχθεί χθες το βράδυ ο Παναγόπουλος.

«Κι από πού τον ξέρεις τον Παναγόπουλο;» ρώτησε η Γωγώ.

«Δεν έχει σημασία. Σημασία έχουν αυτά που σας είπα».

Η Γωγώ συγκατένευσε. Το ένστικτό της τής έλεγε ότι δεν ήταν όλα όσα είχε ακούσει ψέματα, αλλά κάποιες άσχετες αλήθειες που συμπτωματικά μπορούσαν να στηρίξουν ένα ψέμα.  Η ιστορία της Μαρίνας ήταν εμφανώς προβαρισμένη. Η Σάντυ, «αυτό το τσόλι», τα είχε και με τον Βελόπουλο και με τον Καρύδη. Ο Βελόπουλος δεν ενθουσιάστηκε όταν το έμαθε, αλλά «δεν φανταζόμουν ότι θα έφτανε στο φόνο για πάρτη της». Αυτό που δεν ήξερε η Μαρίνα ήταν ότι ο φόνος δεν έμοιαζε με έγκλημα πάθους: δεν αφαιρείς χειρουργικά την καρδιά του ερωτικού σου ανταγωνιστή από ζήλεια. Εκτός κι αν θέλεις να πιστέψουν οι άλλοι αυτό ακριβώς: ότι δεν πρόκειται για έγκλημα πάθους. Πάντως η Δανέζη ήταν απόλυτη: ο Βελόπουλος τον έφαγε τον Καρύδη. Δηλαδή, όχι ο ίδιος –«αυτός είναι χέστης!»–, είχε βάλει κάποιον άλλο να κάνει τη βρομοδουλειά. Ναι, έναν ψυχάκια χειρουργό – άσε μας, κοπέλα μου! Τον τελευταίο μήνα «είδα τουλάχιστον δύο φορές στο σταθμό το Μάκη, στο γραφείο του θείου». Τον Μάκη;  «Ποιος είναι ο Μάκης;» τη διέκοψε. «Αυτός που έχει το Μέγαρο, ένα κωλάδικο στον Πύργο. Αυτόν είναι που φοβάμαι». Ο μαυροπουκαμισάς, ο λέτσος με το μαύρο κασελάκι! θυμήθηκε η Γωγώ. Ναι, αυτός είχε φάτσα δολοφόνου. Μόνο που δεν κλείνεις ραντεβού στο γραφείο σου για να υπογράψεις συμβόλαιο θανάτου. Η Γωγώ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τον φοβόταν. «Γιατί νομίζει ότι εγώ έδωσα την ιστορία στο Νασόπουλο». Γιατί να νομίζει κάτι τέτοιο; Η Μαρίνα συνέχισε: «Το μόνο σίγουρο είναι ότι το άρθρο δεν το έγραψε ο Νασόπουλος». Και πού το ξέρεις εσύ;

«Αυτό δε σημαίνει ότι το έγραψε ο Παναγόπουλος. Ο ίδιος τι λέει, τον ρώτησες;»

«Ότι δεν έχει ιδέα».

Κάτι δεν ταίριαζε εδώ. Η Γωγώ ήταν βέβαιη ότι δεν το είχε γράψει ο Παναγόπουλος – τι δουλειά είχε να γράψει στην Πρώτη; Και η Δανέζη πώς ήταν τόσο σίγουρη ότι δεν το είχε γράψει ο Νασόπουλος; Τι ξέρει ο Μάκης που δεν της λέει η Δανέζη; Αποφάσισε να μη ρωτήσει την ίδια για να μην καταλάβει ότι έχει αφήσει ένα σημαντικό κενό στην ιστορία της. Αντίθετα, τη ρώτησε για τη Σάντυ.

«Το παίζει δημοσιογράφος. Ο μπαμπάς έχει τις άκρες του, πρώην αντιδήμαρχος. Και φράγκα, αλλά όχι αρκετά. Έχει βάλει ψηλά τον πήχυ. Και τα πόδια. Δεν είναι κακή, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, αν δηλαδή σου αρέσουν οι προστυχόφατσες».

Η Γωγώ χαμογέλασε, βρίσκοντας το αιχμηρό βαμβάκι της Μαρίνας χαριτωμένο.

«Λοιπόν, Μαρίνα, ευχαριστώ για τις πληροφορίες, θα τις ερευνήσω. Δε νομίζω ότι κινδυνεύεις, μπορείς να ησυχάσεις. Μόνο μην εξαφανιστείς, μπορεί να σε χρειαστώ».

«Πού να πάω; Το κινητό μου το έχετε. Και για λίγες μέρες θα είμαι στη Σκαφιδιά, στο ξενοδοχείο Mare Nostrum, δωμάτιο 209».

Η Γωγώ έκρυψε την έκπληξή της μ’ ένα κακόηχο γελάκι.

«Γειτόνισσα, σα να λέμε. Εγώ είμαι στο 207!»

«Άντε!»

Και ποιος να ήταν άραγε ο δυσλειτουργικός παππούς που μας τα ’πρηξε χθες το απόγευμα; αναρωτήθηκε.

«Διακοπές;», ρώτησε η Γωγώ, κάνοντας νόημα στο γκαρσόνι για το λογαριασμό.

«Όπως το πάρει κανείς».

Σωστά∙ όπως τον πάρει κανείς.

* * *

Η Γωγώ μπήκε στο Mare Nostrum χαμένη στις σκέψεις της. Έξω από το ασανσέρ έπεσε πάνω σε γνωστές φυσιογνωμίες.

«Πάλι εσύ;»

«Εγώ είμαι πάντα εγώ, αυτό δεν αλλάζει».

«Δε μου λες κάτι, υπάρχει όρος στο συμβόλαιό σου να λες συνέχεια εξυπνάδες;»

«Προσπαθώ να διασκεδάσω την πλήξη σου».

«Ωραία τα λες, ρε Παναγόπουλε. Αναρωτιέμαι γιατί γράφεις τόσο χάλια».

«Α, ώστε με κρυφο-διαβάζεις!»

«Αστειεύεσαι; Αφού, όταν παίρνεις άδεια, κόβω την εφημερίδα».

«Όχι μόνο με διαβάζεις, με αγοράζεις κι από πάνω! Εδώ μιλάμε για έναν έρωτα μεγάλο!»

Μπήκαν μαζί στο ασανσέρ κι ο Παναγόπουλος πάτησε το κουμπί για τον δεύτερο.

«Τι γυρεύεις πάλι εδώ;» τον ρώτησε υποψιασμένη.

«Εδώ μένω».

Σαν πολλοί μαζευτήκαμε σε τούτο το ξενοδοχείο, σκέφτηκε η Γωγώ, ελαφρώς απογοητευμένη που δεν είχε έρθει για κείνη, αλλά αρκετά περήφανη για να το παραδεχτεί ακόμα και στον εαυτό της. Αυτός ο τύπος τελικά της έβγαζε ένα περίεργο πράγμα: ήθελε να τον χαστουκίσει και να τον χουφτώσει ταυτόχρονα.

Πέντε λεπτά αργότερα κάθονταν στο μπαλκόνι της, πίνοντας μπύρες από το εξωφρενικά ακριβό μίνι-μπαρ του δωματίου. Ο Παναγόπουλος επανέλαβε και στην ίδια ότι δεν είχε γράψει εκείνος το κομμάτι στην Πρώτη –«από πού κι ως πού;»–, αλλά αρνήθηκε να της πει τι σχέση είχε με τη Δανέζη – «περσινά ξινά σταφύλια». Κατά τα άλλα, η Γωγώ συμφωνούσε με τα συμπεράσματά του για την υπόθεση – αν και δεν θα του έκανε τη χάρη να το ομολογήσει∙ ούτε νέα στοιχεία θα του έδινε, παρόλο που κοίταζε σαν ξελιγωμένος τον φάκελο με την ιατροδικαστική έκθεση.

Ο Παναγόπουλος, όπως και η Γωγώ άλλωστε, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο φόνος του Καρύδη δεν ήταν έγκλημα πάθους. Ο Βελόπουλος πρέπει να ήταν, εκτός από πανέξυπνος (δυνατόν, αλλά απίθανο), τέρας ψυχραιμίας για να διαπράξει έναν τέτοιο φόνο και να τον κάνει εκ των υστέρων να μην μοιάζει με ξέσπασμα ζήλειας – κι ένα τέρας ψυχραιμίας δεν σκοτώνει εν βρασμώ ψυχής. Το κλειδί στην όλη ιστορία ήταν η καρδιά. Τι ξεκλείδωνε όμως;

«Να ’χαν οι καρδιές αμπάρες / να κλειδαμπαρώνουν / να μην ξανακάνουν χάρες / όταν τις πληγώνουν», σιγοτραγουδούσε φάλτσα ο Παναγόπουλος, όσο η Γωγώ πήγε να φέρει άλλες δύο πανάκριβες μπύρες.

«Κόφ’ το, δεν αντέχω άλλα καρδιο-τράγουδα… Συμφωνώ σε κάτι, πάντως. Αν καταλάβουμε το σκηνικό με την καρδιά, η υπόθεση θα έχει μισοτελειώσει».

«Την έστειλαν σε σένα, αλλά δεν προοριζόταν για σένα προσωπικά, ούτε μια μέρα δεν είχες κλείσει στον Πύργο όταν την έλαβες. Ο αποδέκτης τού μηνύματος είναι άλλος. Αλλά ποιος;»

«Και καλά ο αποδέκτης. Το μήνυμα ποιο είναι, ρε Παναγόπουλε;»

«Δεν ξέρω, αλλά ξέρει ο αποδέκτης».

Η Γωγώ κράτησε μια νοερή σημείωση: να βρει πώς έφτασε το πακέτο στη Διεύθυνση. Με το ταχυδρομείο αποκλείεται, δεν έβγαινε χρονικά. Ποιος το έφερε;

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, μέχρι που έσπασε τη σιωπή η Γωγώ για ξεκολλήσει το μυαλό της από την ανάμνηση της στιγμής που άνοιξε το πακέτο.

«Για τον Καρύδη βρήκες τίποτα;»

«Τίποτα καινούριο. Μίλησα με τη συνεργάτιδά του στο τηλέφωνο. Δεν ξέρει τίποτα, λέει. Για το φόνο την πιστεύω – τώρα, για τα υπόλοιπα…», είπε και συμπλήρωσε το κενό με μια χειρονομία παραίτησης.

Συνεργάτιδα! Σκατά, αυτός ο Λάμπρου με κρατάει επίτηδες στο σκοτάδι, σκέφτηκε η Γωγώ. Αποφάσισε να κάνει πως ήξερε, μπας και μάθαινε τίποτα.

«Α, ναι, την πώς-τη-λένε», έκανε, τάχα πως δε θυμόταν τ’ όνομα.

«Ντάρια Σίγκελ, Αμερικανίδα με τσέχικες ρίζες, δικηγόρος ειδικευμένη στο διεθνές εταιρικό δίκαιο. Ναι, αυτήν».

Όπως έφερε το μπουκάλι στο στόμα του, σηκώθηκε το μανίκι και φάνηκε ένας επίδεσμος στον δεξιό του βραχίονα, που ήταν σίγουρη πως δεν υπήρχε χθες το βράδυ. Πού να πήγε άραγε μετά το τηλεφώνημα που δέχτηκε στο εστιατόριο; αναρωτήθηκε. Δεν έχανε τίποτα να ρωτήσει πλαγίως.

«Εκεί τι έπαθες;»

«Κόπηκα στο ξύρισμα».

«Σε καλό σου, γελάσαμε πάλι!»

Εκείνος γέλασε. Δεν θα της έλεγε. Στράγγισε το μπουκάλι του και σηκώθηκε.

«Συγγνώμη, με καλεί η φύση».

«Ελεύθερα, Μόγλη. Και να σηκώσεις το καπάκι!»

Μόλις έφυγε, η Γωγώ έκανε κάτι που είχε στο μυαλό της από την ώρα που άκουσε για την Αμερικανίδα: πήρε το κινητό του Παναγόπουλου, βρήκε στη μνήμη τη Darya Siegel και αποστήθισε τον αντίστοιχο αριθμό.

Όταν, κάτι μπύρες αργότερα, ο Παναγόπουλος έφυγε για το δωμάτιό του, η Γωγώ πήρε τον αριθμό που είχε απομνημονεύσει. Εξήγησε ποια ήταν και ζήτησε χωρίς περιστροφές τον αριθμό του κινητού του Καρύδη. Με κάποιο δισταγμό, κυρίως γιατί δεν καταλάβαινε τι μπορεί να τον ήθελε, η Σίγκελ τής τον έδωσε. Η Γωγώ ευχαρίστησε, έκλεισε και κάλεσε αμέσως τον αριθμό του άφαντου κινητού. Δεν ήξερε τι να περιμένει – ή μάλλον δεν περίμενε τίποτα. Και όμως, κάποιος απάντησε!

«Εμπρός;»

Τα έχασε!

«Τον Τζορτζ Καρύδη, παρακαλώ».

«Ο ίδιος».

* * *

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.