Home

«Όλες οι ιδέες που φιλοδοξούν να κάνουν την ανθρωπότητα ευτυχισμένη μού φαίνονται παρανοϊκές»

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 12 Σεπτεμβρίου 1921, γεννήθηκε στο Lwów της Πολωνίας ο Stanisław Lem (1921-2006)

Ο Στανίσλαβ Λεμ (1921-2006) γεννήθηκε στο Λβοφ της Πολωνίας (σήμερα, της Ουκρανίας). Σπούδασε ιατρική και το 1946 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Κρακοβία. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε την πρώτη του νουβέλα και μέσα στις επόμενες δεκαετίες παρουσίασε πλουσιότατο έργο — ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια και κυρίως μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας, που τα χαρακτηρίζει ένας πρωτότυπος συνδυασμός εκρηκτικής φαντασίας, στιβαρής επιστημονικής γνώσης και διαυγούς φιλοσοφικής σκέψης. Ξεχωρίζουν βέβαια τα Σολάρις (1961), Κυβεριάδα (1965) και Η φωνή του Κυρίου (1968), που συγκαταλέγονται στα διασημότερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας του 20ού αιώνα. Ήδη από το 1970 το πολωνικό κράτος τον τίμησε για την προβολή της πολωνικής κουλτούρας, ενώ το 1972 αναγορεύτηκε ακαδημαϊκός. Διεθνή βραβεία και διακρίσεις συμπλήρωσαν την επιτυχία των έργων του, που μεταφράστηκαν σε 41 γλώσσες, με συνολικές πωλήσεις που ξεπερνούν τα 27 εκατομμύρια αντίτυπα. Πέθανε στις 27 Μαρτίου του 2006 στην Κρακοβία της Πολωνίας.

Βιβλία του στα ελληνικά:

1979Κυβεριάδα, Κάκτος
1984: Σολάρις, Κάκτος
1990: Χειρόγραφα που βρέθηκαν σε μια μπανιέρα, Εκδόσεις Καστανιώτη
1990: Η αναζήτηση, Εκδόσεις Καστανιώτη
2005: Τα ημερολόγια των άστρων, Ποταμός
2006: Σολάρις, Ποταμός

[Βιογραφικό και εργογραφία από τη BiblioNet]

Εδώ το επίσημο site του Στανίσλαβ Λεμ, με πλήρη εργογραφία, αναλυτικό βιογραφικό, συνεντεύξεις κ.ά (πολωνικά, αγγλικά, γερμανικά και ισπανικά).

Stanislaw-lem

Στάνισλαβ Λεμ, Τα Ημερολόγια των Άστρων (απόσπασμα από τον πρόλογο του μεταφραστή)

Ο Λεμ χρησιμοποίησε όχι μόνο την επιστημονική φαντασία αλλά και την παρωδία της επιστημονικής φαντασίας για να θέσει προβλήματα φιλοσοφικά, υπαρξιακά, ηθικά, γνωσιολογικά, πολιτικά και οικολογικά. Το χιούμορ με το οποίο παρουσιάζονται τα προβλήματα αυτά, οι παράδοξες και συχνά εξωφρενικές αφετηρίες από τις οποίες ξεκινά ο συγγραφέας λειτουργούν ως δόλωμα αποφορτίζοντας τον φιλοσοφικό στοχασμό. Σκοπός του Λεμ είναι να κάνει τον άθρωπο να δει τον εαυτό του και τον κόσμο από όσο το δυνατόν περισσότερες οπτικές γωνίες· τίποτα δεν είναι αυτονόητο και τίποτα δεν είναι (ή δεν θα έπρεπε να είναι) αδιανόητο. «Θεωρούμε ότι ο άνθρωπος πρέπει να αποτελεί το μέτρο όλων των πραγμάτων…» λέει ο Ίον Τίχι, ένας από τους ήρωες του Λεμ, σε κάποιον εξωγήινο. «Και γιατί ο άνθρωπος;» ρωτά εκείνος. Το χιούμορ και η παραδοξολογία στο έργο του Λεμ εξυπηρετούσαν στο παρελθόν και έναν άλλο σκοπό, πολύ πιο πρακτικό: ήταν ένας τρόπος να παρακαμφθεί η πολωνική λογοκρισία. Ακόμα και στην επιλογή του είδους ίσως έπαιξε κάποιο ρόλο η παρουσία της λογοκρισίας, καθώς η επιστημονική φαντασία είχε την τύχη να θεωρείται από το πολωνικό υπουργείο Πολιτισμού παρακατιανό και ακίνδυνο λογοτεχνικό είδος. Σε μερικά από τα κείμενα του Λεμ, η σάτιρα του ολοκληρωτικού καθεστώτος αποτελεί το κεντρικό θέμα και μάλλον το λόγο για τον οποίο γράφτηκαν. Στο «Ενδέκατο Ταξίδι» των Ημερολογίων των Άστρων, όπου όλοι ανεξαιρέτως οι κάτοικοι ενός πλανήτη γίνονται σπιούνοι του καθεστώτος, η κεντρική ιδέα θυμίζει αρκετά την Αστυνομία (1958) του Σλαβομίρ Μρόζεκ, συμπατριώτη και φίλου του Λεμ· εκεί, η μυστική αστυνομία αποδεικνύεται τόσο αποτελεσματική, που τελικά εξαλείφει εντελώς την αντιπολίτευση και αναγκάζεται να βάλει δικούς της πράκτορες να παίξουν το ρόλο αυτό. Στο «Δέκατο Τρίτο Ταξίδι», ο ήρωας επισκέπτεται έναν πλανήτη, οι κάτοικοι του οποίου, αν και δεν είναι υδρόβια όντα, αποφασίζουν να ζήσουν κάτω απ’ το νερό, έτσι, από ιδεολογία. Προφανώς δυσκολεύονται, όλο και κάποιος καταπίνει νερό κατά λάθος, όλοι όμως κάνουν ότι δεν είδαν τίποτα. Σε αυτόν τον πλανήτη είναι που κάποιος δημοσιογράφος «εξαφανίζεται» επειδή τόλμησε να γράψει σε άρθρο του ότι «το νερό είναι υγρό». Όλες οι ιδέες που φιλοδοξούν να κάνουν την ανθρωπότητα ευτυχισμένη, μου φαίνονται παρανοϊκές. Πάντοτε προσπαθούσα να καταδείξω τη γελοιότητά τους.

Στανίσλαβ Λεμ, Τα ημερολόγια των Άστρων, Πρόλογος-Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς, «Ποταμός», Αθήνα 2005.

Στανίσλαβ Λεμ, Σολάρις (απόσπασμα)

Η απελπισία κι ένα είδος βουβής οργής με κρατούσαν όσο δούλευα με τον υπολογιστή. Τώρα, με είχε κυριεύσει η εξάντληση και δεν μπορούσα να θυμηθώ ούτε πώς κατεβαίνει ένα μηχανικό κρεβάτι. Ξέχασα να βγάλω πρώτα τις ασφάλειες και κρεμάστηκα με όλο το βάρος μου από τον μοχλό· μου ήρθε το στρώμα στο κεφάλι.

Έβγαλα τα ρούχα, τα πέταξα και κατέρρευσα στο μαξιλάρι, χωρίς ούτε καν να μπω στον κόπο να το φουσκώσω. Αποκοιμήθηκα με τα φώτα αναμμένα.

Άνοιξα τα μάτια κι είχα την αίσθηση ότι με είχε πάρει ο ύπνος για λίγα μόνο λεπτά. Το δωμάτιο ήταν λουσμένο σ’ ένα θαμπό, κοκκινωπό φως. Έκανε λιγότερη ζέστη, κι εγώ ένιωθα καλύτερα.

Έμεινα έτσι ξαπλωμένος, ξεσκέπαστος, ολόγυμνος. Οι κουρτίνες ήταν μισάνοιχτες κι εκεί, απέναντί μου, δίπλα στο παράθυρο που φώτιζε ο ερυθρός ήλιος κάποιος καθόταν. Ήταν η Χάρεϋ. Φορούσε ένα λευκό καλοκαιρινό φόρεμα, που εφάρμοζε στο στήθος της. Καθόταν με το ένα πόδι πάνω στο άλλο· ήταν ξυπόλητη. Ακίνητη, με το κεφάλι ακουμπισμένο στα ηλιοκαμένα χέρια της, με κοιτούσε κάτω από τις μαύρες της βλεφαρίδες. Η Χάρεϋ, με τα μαύρα μαλλιά της χτενισμένα πίσω. Έμεινα εκεί για πολλή ώρα και την κοιτούσα κι εγώ. Η πρώτη μου σκέψη ήταν καθησυχαστική: ονειρευόμουν και το ήξερα. Παρ’ όλα αυτά, θα προτιμούσα να μην βρισκόταν εδώ. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να διώξω το όνειρο. Όταν τα άνοιξα και πάλι, η Χάρεϋ εξακολουθούσε να κάθεται απέναντί μου. Φούσκωνε ελαφρά τα χείλη της -παλιά της συνήθεια- σαν να επρόκειτο να σφυρίξει· αλλά η έκφρασή της ήταν σοβαρή. Το μυαλό μου πήγε στους πρόσφατους συλλογισμούς μου σχετικά με τα όνειρα.

Δεν είχε αλλάξει από τη μέρα που την είχα δει για τελευταία φορά· τότε ήταν μια κοπέλα δεκαεννιά χρονών. Τώρα θα έπρεπε να είναι είκοσι εννιά. Φαίνεται όμως ότι οι νεκροί δεν αλλάζουν· μένουν παντοτινά νέοι. Συνέχιζε να με κοιτά, με μια έκφραση έκπληξης στο πρόσωπό της. Σκέφτηκα να της πετάξω κάτι αλλά, ακόμη και μέσα σ’ ένα όνειρο, δεν μπορούσα να βλάψω έναν νεκρό.

Μουρμούρισα: «Καημενούλα μου, ήρθες να με δεις;»

Ο ήχος της φωνής μου με τρόμαξε· το δωμάτιο, η Χάρεϋ, όλα έδειχναν απίστευτα πραγματικά. Ένα τρισδιάστατο όνειρο, με όλη τη γκάμα των χρωμάτων… Στο πάτωμα είδα διάφορα αντικείμενα που δεν είχα προσέξει όταν έπεφτα για ύπνο. Όταν ξυπνήσω, σκέφτηκα, θα ελέγξω αν όλα αυτά τα πράγματα είναι ακόμη εκεί ή αν, σαν τη Χάρεϋ, τα είδα μόνο στο όνειρο.

«Σκοπεύεις να μείνεις πολύ;» ρώτησα. Συνειδητοποίησα ότι μιλούσα πολύ σιγά, όπως κάποιος που φοβάται μην τον ακούσουν. Γιατί να ανησυχείς μήπως κάποιος κρυφακούσει μέσα σ’ ένα όνειρο;

Ο ήλιος υψωνόταν πάνω από τον ορίζοντα. Καλό σημάδι. Είχα ξαπλώσει κατά τη διάρκεια μιας ερυθρής ημέρας, την οποία θα έπρεπε να διαδεχτεί μια κυανή ημέρα κι έπειτα άλλη μια ερυθρή. Δεν είχα κοιμηθεί δεκαπέντε συνεχόμενες ώρες. Άρα ήταν όνειρο!

Καθησυχασμένος, κοίταξα προσεκτικά τη Χάρεϋ. Η σιλουέτα της διαγραφόταν κόντρα στον ήλιο. Οι πορφυρές ακτίνες φώτιζαν την απαλή επιδερμίδα στο αριστερό της μάγουλο και οι σκιές από τις βλεφαρίδες της έπεφταν στο πρόσωπό της. Τι όμορφη που ήταν! Ακόμη και στον ύπνο μου, η ανάμνησή της ήταν απίστευτα ακριβής. Παρακολουθούσα την πορεία του ήλιου περιμένοντας να δω το λακκάκι να εμφανίζεται στο γνώριμο ασυνήθιστο σημείο, ελαφρώς κάτω από τη γωνία των χειλιών. Πάντως θα προτιμούσα να ξυπνήσω. Ήταν ώρα να δουλέψω λιγάκι. Έκλεισα τα βλέφαρα σφιχτά.

Άκουσα έναν μεταλλικό ήχο και άνοιξα πάλι τα μάτια μου. Η Χάρεϋ καθόταν δίπλα μου στο κρεβάτι, κι εξακολουθούσε να με κοιτάζει σοβαρή. Της χαμογέλασα. Εκείνη μου ανταπέδωσε το χαμόγελο κι έσκυψε προς το μέρος μου. Φιληθήκαμε. Πρώτα ένα φιλί φοβισμένο, παιδικό, έπειτα μεγαλύτερα φιλιά. Την κράτησα στην αγκαλιά μου πολλή ώρα. Αναρωτήθηκα πώς είναι δυνατόν να αισθάνεσαι τόσο πολλά πράγματα μέσα σε ένα όνειρο. Δεν πρόδιδα την ανάμνησή της, γιατί ακριβώς εκείνη ονειρευόμουν, μονάχα εκείνη. Ποτέ μέχρι τώρα δεν μου είχε συμβεί…

Να ήταν τότε που άρχισα να έχω αμφιβολίες; Συνέχισα να λέω στον εαυτό μου πως ήταν όνειρο, μα η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά.

Οι μυς μου σφίχτηκαν κι ετοιμάστηκα να πεταχτώ από το κρεβάτι. Ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι δεν θα τα κατάφερνα, γιατί συχνά στα όνειρα, νωθρό το σώμα αρνείται να υπακούσει στις εντολές. Ήλπιζα ότι η προσπάθεια θα κατόρθωνε να με βγάλει από τον ύπνο. Δεν ξύπνησα όμως· βρέθηκα καθισμένος στο κρεβάτι, με τα πόδια μου να κρέμονται. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, θα έπρεπε να υπομείνω το όνειρο αυτό μέχρι το τέλος του. Η καλή μου διάθεση είχε εξαφανιστεί. Φοβόμουν.

«Τι…» ρώτησα. Καθάρισα τον λαιμό μου. «Τι θέλεις;»

Ψαχούλεψα το πάτωμα με τα ξυπόλητα πόδια μου, αναζητώντας ένα ζευγάρι παντόφλες. Χτύπησα το δάχτυλό μου σε μια γωνία κι έβγαλα μια κραυγή πόνου. Αυτό θα με ξυπνήσει, σκέφτηκα ικανοποιημένος, συνειδητοποιώντας την ίδια στιγμή ότι δεν είχα παντόφλες.

Κι όμως, συνέχισε. Η Χάρεϋ είχε αποτραβηχτεί και καθόταν μισοσκυμμένη στην άκρη του κρεβατιού. Το φόρεμά της ανεβοκατέβαινε ελαφρά καθώς ανάσαινε. Με κοιτούσε με ήρεμο ενδιαφέρον.

Γρήγορα, σκέφτηκα, στο ντους! Έπειτα όμως κατάλαβα ότι το να κάνω ντους μέσα σε ένα όνειρο δεν θα διέκοπτε τον ύπνο μου.

«Από πού ήρθες;»

Μου έπιασε το χέρι, το έσπρωξε προς τα πάνω και μετά το ξανάπιασε (μια κίνηση που ήξερα τόσο καλά) κι ύστερα άρχισε να παίζει με τα δάχτυλά μου.

«Δεν ξέρω», απάντησε. «Είσαι θυμωμένος;»

Ήταν η φωνή της, αυτή η γνώριμη, βαθιά, ελαφρώς απόμακρη φωνή, κι αυτή η αίσθηση ότι δεν την πολυενδιαφέρει αυτό που λέει, ότι ήδη την απασχολεί κάτι άλλο. Αρκετοί θεωρούσαν ότι δεν είχε και πολύ λεπτούς τρόπους, ακόμη κι ότι ήταν αγενής, επειδή η έκφραση του προσώπου της σπανίως έδειχνε κάτι άλλο από μια αόριστη έκπληξη.

«Σε… Σε είδε κανείς;»

«Δεν ξέρω. Ήρθα μέχρις εδώ χωρίς κανένα πρόβλημα. Γιατί, Κρις, έχει σημασία;»

Εξακολουθούσε να παίζει με τα δάχτυλά μου, τώρα όμως το πρόσωπό της ήταν ελαφρά συνοφρυωμένο.

«Χάρεϋ».

«Τι είναι, καλέ μου;»

«Πώς ήξερες πού βρισκόμουν;»

Το σκέφτηκε λιγάκι. Ένα πλατύ χαμόγελο αποκάλυψε τα δόντια της.

«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Πλάκα δεν έχει; Κοιμόσουν όταν ήρθα. Δεν σε ξύπνησα γιατί θυμώνεις τόσο εύκολα. Είσαι πολύ ευέξαπτος».

Μου έσφιξε το χέρι.

«Πήγες κάτω;»

«Ναι. Ήταν όλα παγωμένα. Έφυγα τρέχοντας».

Άφησε το χέρι μου και έγειρε πίσω. Με τα μαλλιά της να πέφτουν στη μια πλευρά, με κοίταξε με κείνο το μισό χαμόγελο που πρώτα με είχε εκνευρίσει και κατόπιν με είχε αιχμαλωτίσει.

«Μα, Χάρεϋ…» ψέλλισα.

Έσκυψα από πάνω της και σήκωσα το κοντό μανίκι του φουστανιού της. Εκεί, μόλις πιο πάνω από το σημάδι του εμβολίου, ήταν μια κόκκινη βούλα, εκεί όπου είχε μπει η υποδερμική βελόνα. Δεν ένιωσα έκπληξη, η καρδιά μου όμως κόντεψε να μου βγει απ’ το στόμα.

Ακούμπησα το κόκκινο σημαδάκι με το δάχτυλό μου. Εδώ και χρόνια το ονειρευόμουν, ξανά και ξανά, και πάντοτε ξυπνούσα τρέμοντας κι έβρισκα τον εαυτό μου στην ίδια θέση, σε στάση εμβρυακή ανάμεσα στα μπερδεμένα σκεπάσματα – ακριβώς όπως είχα βρει εκείνη, όταν είχε ήδη αρχίσει να κρυώνει. Λες και προσπαθούσα στον ύπνο μου να ξαναζήσω ό,τι είχε περάσει εκείνη· λες και ήλπιζα να γυρίσω πίσω τον χρόνο και να της ζητήσω συγχώρεση, ή να της κρατήσω συντροφιά αυτά τα τελευταία λεπτά, όταν πια αισθανόταν την επίδραση της ένεσης και την είχε κυριεύσει ο τρόμος. Αυτή, που έτρεμε και με την παραμικρή γρατσουνιά, που μισούσε τον πόνο και τη θέα του αίματος, είχε κάνει με τη θέλησή της αυτό το τρομερό πράγμα, και δεν είχε αφήσει παρά λίγες λέξεις προχειρογραμμένες, για μένα. Είχα κρατήσει το σημείωμά της στο πορτοφόλι μου. Ήταν πλέον βρώμικο και ταλαιπωρημένο, ποτέ όμως δεν έβρισκα το κουράγιο να το πετάξω.

Αμέτρητες φορές την είχα φανταστεί να αναζητά τις κατάλληλες λέξεις και να κάνει τις τελευταίες προετοιμασίες. Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι έπαιζε θέατρο, ότι είχε πάρει κατά λάθος υπερβολική δόση, θέλοντας να με τρομάξει. Μου έλεγαν όλοι ότι κάπως έτσι θα πρέπει να είχαν γίνει τα πράγματα, ή αλλιώς ότι ίσως ήταν μια παρόρμηση της στιγμής, αποτέλεσμα μιας ξαφνικής κατάθλιψης. Όλοι αυτοί όμως δεν ήξεραν τα πράγματα που της είχα πει πέντε μέρες νωρίτερα· δεν ήξεραν ότι, θέλοντας να την πονέσω ακόμη περισσότερο, είχα μαζέψει τα πράγματά μου κι ότι εκείνη, καθώς εγώ έκλεινα τις βαλίτσες, μου είχε πει, πολύ ήρεμα: «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;» κι εγώ είχα προσποιηθεί ότι δεν κατάλαβα, παρ’ όλο που ήξερα πολύ καλά τι εννοούσε· τη θεωρούσα υπερβολικά δειλή, και μάλιστα της το είχα πει… Και τώρα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και με κοιτούσε προσεκτικά, λες και δεν ήξερε ότι εγώ την είχα σκοτώσει.

Στανίσλαβ Λεμ, Σολάρις, μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς, «Ποταμός», Αθήνα 2006.

* * *

* * *

tumblr_lsiuhq5suX1qkuyh2o1_400

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

One thought on “Stanisław Lem (1921-2006)

  1. Παράθεμα: Αντρέι Ταρκόφσκι: Solaris | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s